Όλες οι #ad_hoc εκπομπές

Επιλεγμένα

pinterest

Mixcloud-large-white-300dpi

YouTube-logo-full_color

Find-us-on-facebook_logo

Περί συζητήσεως, της Αθανασίας Γιασουμή

Zack Zdrade - Conversation

Zack Zdrade: Conversation (2012)

Ζούμε στην εποχή των παράλληλων μονολόγων. Βρισκόμαστε, λέει συνήθως ο καθένας το δικό του, τις περισσότερες -μάλιστα- φορές για εντυπωσιασμό και άνευ ουσίας. Όσο πιο γρήγορα ισοπεδώσει κανείς το συνομιλητή του, τόσο μεγαλύτερη νιώθει τη νίκη του. Κι όμως, ηττηθήκαμε χωρίς να το ξέρουμε. Νεκροί χρήστες μιας ολοζώντανης γλώσσας που ακόμα και μέσα από τους ορισμούς της διδάσκει. Αδύναμοι να υπερασπιστούμε την από κοινού ζήτηση με τον απέναντι ή τον διπλανό μας. Ο «όμοιος» μετετράπη σε έτερον και το «αεί πελάζει» σε εφήμερα μικροανταμώματα.

Ποια είναι όμως η αιτία απομάκρυνσής μας από τη συζητητική διαλεκτική και γιατί μετατρέψαμε όλη τη χώρα σε μια βουερή Πνύκα; Με ποια δικαιοδοσία αφαιρέσαμε από τη συζήτηση το θετικό της πρόσημο και καταλήξαμε στο να αποζητάει κανείς να ακούει μόνο τη φωνή του; Η απάντηση καθόλα προφανής και συνάμα έκδηλη: ζούμε και βιώνουμε τους εαυτούς μας μέσα από τις οθόνες. Οθόνες τηλεοράσεων, οθόνες υπολογιστών, τάμπλετ, κινητών. Ερωτευόμαστε προφίλ, όχι ανθρώπους. Καθρεφτιζόμαστε σε φωτογραφίες και όχι στα μάτια των άλλων. Τα κάτοπτρά μας είναι οι αναρτήσεις μας. Κι αν με κάποιον διαφωνούμε, τον διαγράφουμε ή τον μπλοκάρουμε.

Ο «μικρός φασίστας» γιγαντώθηκε μέσα μας με τις ευλογίες ενός τεχνολογικού status quo που σίγουρα τέχνη δεν παράγει πόσω δε μάλλον λόγο. Άλλωστε, ο λόγος ενός ατόμου είναι η έκφραση της ίδιας του της λογικής. Σε πιο ευρύ ή ακόμα και καθολικό επίπεδο: ο λόγος μίας εποχής την ίδια τη λογική της εξηγεί.

Αποδεσμευμένοι πια από τις ελάχιστες θετικές συνήθειές μας, εισχωρήσαμε στην ευκολία των νεόφερτων. Ο καφές με τους φίλους, η κάποτε αφορμή για συζήτηση ακόμα και επί των πιο απλών θεμάτων, παρέμεινε μεν καφές αλλά ο έλεγχος του λόγου έδωσε τη θέση του στον έλεγχο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Παραφράζοντας τον ποιητή της Ρωμιοσύνης, οι οθόνες έγιναν συνέχεια του χεριού μας και τα χέρια μας συνέχεια της ψυχής μας. Το έθος ενός ανθρώπου διαμορφώνει επί πολύ και το ήθος του.

Κλείσαμε λοιπόν τα βιβλία, ξεχάσαμε τους εσωτερικούς μας διαλόγους αναφορικά με την πλοκή των ιστοριών τους, το μοίρασμα των σκέψεων με τους φίλους ή τους δασκάλους μας, ερμηνεύσαμε το ανερμήνευτο των ποιημάτων μέσα από ατελείωτες φιλολογικές σελίδες. Δεν έμεινε τίποτα που να μη βρίσκουμε στις μηχανές αναζήτησης του διαδικτύου. Και κάπως έτσι ξημέρωσε το τέλος της ουσιαστικής Ζήτησης με αυτή την τεράστια Προσφορά αμάσητων κι ανέλεγκτων πληροφοριών.

Κι αφού μας τέλειωσε η ατομική ζήτηση, ποιος να νοιαστεί για τη συζήτηση, αφού η πρώτη αποτελεί οντολογική προϋπόθεση της δεύτερης;  Αν εγώ ο ίδιος δεν ξέρω να ζητήσω από τον εαυτό μου να σκεφτεί και να διατυπώσει λόγο πώς να μπορέσω να το ζητήσω από ένα άλλο εγώ; Πώς να υλοποιήσω τη μέθεξη με τον συνομιλητή μου όταν στερούμαι εαυτολογικής μεθέξεως; Ο δρόμος της επιστροφής προς τη συζήτηση μέσα από τα ερωτήματα περνάει. Θα επιλέξουμε λοιπόν να παραμείνουμε ψυχικά κωφάλαλοι ή επιτέλους θα δώσουμε λόγο στη φωνή μας;

Αθανασία Γιασουμή

Το Ηλιοτρόπιο, του Ευγενίου Τριβιζά

Vincent van Gogh - Still Life Vase With Five Sunflowers

Vincent van Gogh: Still Life Vase With Five Sunflowers (1888)

Ήταν κάποτε ένα λιβάδι γεμάτο ηλιοτρόπια. Κι όλα αυτά τα ηλιοτρόπια κοιτούσαν ολημερίς με θαυμασμό τον ήλιο. Όταν ο ήλιος ήταν από κει, γύριζαν από κει. Όταν ο ήλιος ήταν από δω, γυρνούσαν από δω. Εκτός από ένα.

Ένα μόνο ηλιοτρόπιο απ΄όλα τα ηλιοτρόπια του κάμπου δεν κοίταζε τον ήλιο. Όταν ο ήλιος ήταν από δω, το ηλιοτρόπιο αυτό κοιτούσε από κει. Όταν ο ήλιος ήταν από κει, το ηλιοτρόπιο κοιτούσε από δω.

“Μα γιατί δεν κοιτάς κι εσύ τον ήλιο τον ακριβοθώρητο όπως εμείς;” ρωτούσαν τ΄άλλα ηλιοτρόπια απορημένα.

“Και γιατί να τον κοιτάω;”

“Επειδή είναι χρυσός. Επειδή λάμπει κι ανασαίνει φως”.

“Ε και λοιπόν; Χαρά στο πράγμα! Ανασαίνει φως και κάτι έγινε”

“Τι θες να πεις; Δεν σ΄αρέσει δηλαδή;”

“Καλός είναι δεν λέω, αλλά όχι και να τον θαυμάζει κανείς απ΄το πρωί ίσαμε το βράδυ. Αλήθεια, δεν μπορώ να καταλάβω τι του βρίσκετε και τον κοιτάτε σαν χαζά, μέρα μπαίνει μέρα βγαίνει”.

“Δεν είναι στα καλά του”, σκέφτονταν τα ηλιοτρόπια “Ακούς εκεί, να μη θέλει να κοιτάζει τον ήλιο;”

Και περνούσαν οι μέρες. Και όλα τα ηλιοτρόπια κοιτούσαν τον ήλιο, εκτός από κείνο το ηλιοτρόπιο το ένα, που κοιτούσε πάντα από την αντίθετη μεριά.

“Δε μου λες; Γιατί δεν με κοιτάς;” το ρωτάει μια μέρα ο ήλιος.

“Άσε με ήσυχο” είπε το ηλιοτρόπιο.

“Πες μου, γιατί δε με κοιτάς;” ξαναρωτάει ο ήλιος.

“Θέλεις αλήθεια να σου πω;”

“Ναι”

“Επειδή… θέλω να βγαίνεις μόνο για μένα. Μόνο για μένα να γελάς. Να λάμπεις μόνο για μένα. Εμένα μόνο να ζεσταίνεις” είπε το ηλιοτρόπιο.

“Αν έβγαινες μόνο για μένα, τότε ναι θα σε κοιτούσα”

“Μα δεν γίνεται αυτό” αποκρίθηκε ο ήλιος. “Δεν γίνεται να βγαίνω μόνο για σένα, να γελάω μόνο για σένα, εσένα μόνο να ζεσταίνω. Δεν γίνεται”

“Τότε κι εγώ δεν θα σε κοιτάω”

“Μα πρέπει μικρό ηλιοτρόπιο. Θα μαραθείς, αν δε με κοιτάς”

“Και τι σε νοιάζει εσένα αν μαραθώ. Παράτα με” είπε το ηλιοτρόπιο. Δεν μίλησε ο ήλιος. Και το ηλιοτρόπιο κοιτούσε με πείσμα από την άλλη τη μεριά. Και περνούσαν οι μέρες και άρχισε να χλωμιάζει το ηλιοτρόπιο.

“Είδατε;” ψιθύρισαν τ’ άλλα ηλιοτρόπια μεταξύ τους “Δεν κοιτάζει τον ήλιο και ορίστε… Ιδού τα αποτελέσματα. Δεν το βλέπω καθόλου καλά. Να το θυμηθείτε ότι έτσι που πάει αργά ή γρήγορα θα μαραθεί”.

Είχε δίκιο. Κάθε μέρα που περνούσε το ηλιοτρόπιο γινόταν όλο και πιο χλωμό, ο μίσχος στα πέταλά του μαραινόταν, αλλά ούτε που γύριζε να κοιτάξει τον βασιλιά τον ήλιο.

Παραξενεμένα τα ηλιοτρόπια, το άκουγαν να μιλάει μόνο του. “Φύγε” έλεγε “δε θέλω να σε βλέπω. Φύγε”

Ώσπου ένα βράδυ, το τελευταίο κείνο βράδυ, όταν όλα τ΄άλλα ηλιοτρόπια είχαν αποκοιμηθεί, μέσα στη νύχτα, μέσα στη σιωπή, πρόβαλε ο ήλιος. Πρώτη φορά έβγαινε το βράδυ. Δεν είχε ξαναγίνει κάτι τέτοιο. Βγήκε κι έδιωξε το σκοτάδι και πλημμύρισε μ΄ένα χρυσαφένιο φως, μαγευτικό φως τ΄όνειρό του.

“Ήρθες;” είπε το ηλιοτρόπιο.

“Ήρθα” είπε ο ήλιος

“Μόνο για μένα;”

“Μόνο για σένα” αποκρίθηκε ο ήλιος “Έλα”.

Ένιωσε ανάλαφρο το ηλιοτρόπιο, τόσο ανάλαφρο σαν να μη το έδενε η ρίζα του στο χώμα. Λες κι έγιναν φτερά τα φύλλα του, αφέθηκε ν΄ανεβαίνει… Κι ανέβαινε, όλο ανέβαινε… Ήταν τόσο μαγευτικός ο ουρανός, τόσο φωτεινός, δεν γίνεται πιο φωτεινός… Κι έφτασε κοντά στον ήλιο. Κι από κει ψηλά είδε όλες τις θάλασσες, κι όλα τα λιβάδια, είδε λίμνες, είδε λειμώνες  είδε δάση, είδε ροδώνες και χώρες μαγικές και κόρφους μυστικούς και νησιά που ταξιδεύανε στο κύμα και πράσινα ποτάμια που στραφτάριζαν κι ολόλευκα πουλιά πάνω απ΄τα βουνά τ΄ασημένια.

“Έλα κοντά μου” είπε ο ήλιος. Το ηλιοτρόπιο πήγε κοντά.

“Πιο κοντά” είπε ο ήλιος. Το ηλιοτρόπιο πήγε πιο κοντά.

“Κοίτα με” είπε ο ήλιος “Κοίτα με ηλιοτρόπιο” Το ηλιοτρόπιο τον κοίταξε.

“Εσένα μόνο” είπε ο ήλιος, και το άγγιξε με την ανάσα του.

Κι ένιωσε την ανάσα εκείνη να το καίει σαν πυρετός, σαν φλόγα να το αγκαλιάζει, σαν αστραπή θαμπωτική να το πονά κι ήταν όλα ένα χρυσάφι μέσα του, ολόγυρά του. Φλόγα θαμπωτική ο ουρανός απ΄άκρη σε άκρη. Κι ένιωσε τα φυλλοκάρδια του ν΄ανοίγουν, να γλιστράνε, να σκορπάν τα σπόρια του, να πέφτουν δάκρυ και βροχή στις θάλασσες του κόσμου κι όπως αγγίζαν τον αφρό, όπως άγγιζαν το κύμα σπίθες ξενες να πηδούν, μυριάδες ηλιοτρόπια να βλασταίνουν στη στιγμή, κύματα κι άλλα κύματα από ηλιοτρόπια χρυσά, ήλιοι λουλουδένιοι που στραφτάριζαν ολούθε ονειρικά, θάλασσες απέραντες χωρίς αρχή και τέλος.

Vincent Van Gogh - Still Life With Two Sunflowers 1887

Vincent Van Gogh – Still Life With Two Sunflowers (1887)

Είχε συννεφιά τ΄άλλο πρωί. Δεν βγήκε τη μέρα εκείνη ο ήλιος. Κατασκότεινος ο ουρανός, λες κι ήταν βουρκωμένος . Το ηλιοτρόπιο έγερνε στο μίσχο του ξερό, καψαλισμένο, δίχως δροσιά, χωρίς πνοή, ανάμεσα στα δροσά ηλιοτρόπια του κάμπου.

“Τά΄θελε και τά΄παθε” είπε ένα ηλιοτρόπιο.

“Πήγαινε γυρεύοντας” είπε ένα άλλο. Έτσι είπαν.

Έτσι είπαν και το λυπήθηκαν. Το λυπήθηκαν επειδή κανένα τους δε μάντεψε, πόσο μεγάλη ήταν η αγάπη του, κανένας δεν έμαθε ποτέ το τελευταίο όνειρό του.

Ευγένιος Τριβιζάς

Ας το ακούσουμε από τον ίδιο, στην εκπομπή «Στα Άκρα«:

πηγή

33 έργα εμπνευσμένα από την άνοιξη

Η μεταβατική εποχή για την κοινωνία των πολιτών

Απόσπασμα από το βιβλίο του Βασίλη Τακτικού «Θεσμοί και εφαρμογές της κοινωνικής οικονομίας»

Χρονικά, στις αρχές του 21ου αιώνα η κοινωνία πολιτών (ΚτΠ) εμφανίζεται ως ένα ιστορικό φαινόμενο, που διαφοροποιεί την οικονομία και την πολιτική από την κοινωνική βάση και γίνεται πλέον ένας υπολογίσιμος ρυθμιστής στην διαμόρφωση θεσμών κοινωνικοπολιτικής πρακτικής, καθόσον ο παλιός κόσμος της δεύτερης βιομηχανικής εποχής κλονίζεται συθέμελα.

Η ΚτΠ ως προϊόν της τρίτης βιομηχανικής επανάστασης δεν είναι απλά μια συσσώρευση δυνάμεων που λειτουργεί ως βατήρας για ένα κοινωνικό ξέσπασμα, για να παραδώσει στη συνέχεια τη δύναμή της, μετά την έκρηξή της, στην εξουσία του κράτους, όπως γινόταν στο παρελθόν. Προβάλλει ως μια καθολικότητα με αυτόνομη θεσμική διάρκεια, που απλώνεται στην κοινωνία και την ενεργοποιεί προς νέες μορφές συλλογικής δημιουργίας. Επιβάλλει στο κράτος και την αγορά, για πρώτη φορά στην ιστορία, την ατζέντα της κοινωνικής οικονομίας και της κοινωνικής περιβαλλοντικής ευθύνης. Την επιβάλλει προσφέροντας θέσεις εργασίας με το συνεργατισμό, εκεί που οι άλλοι τομείς συρρικνώνονται.

Αυτή η οριζόντια οργάνωση της κοινωνίας με τους θεσμούς αλληλεγγύης και κοινωνικής επιχειρηματικότητας, στο βαθμό που ενοποιείται, επιβάλλει σταδιακά ως αυτόνομη καθολικότητα με αιτήματα την ειρήνη, την οικολογία και την αλληλέγγυα οικονομία, μέσα από τους νέους θεσμούς συμμετοχικής δημοκρατίας.

Έτσι, η ανάγκη για μια νέα αφήγηση της κοινωνίας πολιτών υπαγορεύεται από την σύγχρονη δυναμική της και κατ’ αυτόν τον τρόπο οφείλουμε να ξεκινήσουμε από την αρχή, από την περίοδο του διαφωτισμού, για να δούμε τις διακυμάνσεις και πως υποτάχθηκε στη λογική του έθνους-κράτους και πως σήμερα μπορεί να αναδυθεί κινητήρια δύναμη της ιστορίας.

Εάν δούμε τις πρώιμες θεωρητικές αναφορές για την κοινωνία των πολιτών, στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ουαιώνα, σε ελάχιστες περιπτώσεις αυτές διαχωρίζονται από την επίδραση του κράτους και της αγοράς. Σ’ αυτή την αναδρομή ξεχωριστή θέση έχουν δύο στοχαστές με δυο αντικριστές θεωρίες όπως ο φιλελεύθερος στοχαστής Τοκβίλ (Alexis de Tocqueville 1805 – 1859) και ο ηγέτης της Ιταλικής αριστεράς Γκράμσι (Antonio Gramsi 1891 – 1937) και οι δυο τους έχουν σημαντική συνεισφορά ώστε να αντιληφθούμε την σχέση και τη συνάρτηση της οργανωμένης κοινωνίας πολιτών ως καθολικότητα, με τις άλλες δυο καθολικότητες της αγοράς και κυρίως του κράτους.

Μολονότι και οι δύο έγραψαν σε μια άλλη εποχή, με διαφορετικά δεδομένα, και η ερμηνεία τους μπορεί να θεωρηθεί πολύ πρώιμη για τις σημερινές συνθήκες, η συμβολή τους στη θεωριτική παράδοση για τη σχέση της κοινωνίας των πολιτών με το κράτος είναι το σημείο αναφοράς, που σηματοδοτεί τα όρια και τις δυνατότητες ελευθερίας του υποκειμένου, αυτό που σήμερα θα λέγαμε «ενεργούς πολίτες».

Ο Τοκβίλ αναδεικνύει τη σημασία του εθελοντισμού σε σχέση με το λιγότερο κράτος και την ανάπτυξη του κοινωνικού κεφαλαίου και της κοινωνίας των πολιτών, που πλέον αναγνωρίζονται ευρέως ως καθοριστικοί παράγοντες οικονομικής ανάπτυξης. Όπως αναφέρουν οι H. Putnam και F. Fukuyama, στο έργο του «Δημοκρατία στην Αμερική» ο Τόκβιλ εξετάζει με πραγματικό θαυμασμό, το πλήθος των εθελοντικών οργανώσεων πολιτών στις Η.Π.Α., οι οποίοι λειτουργώντας ως ενδιάμεσοι θεσμοί, συμβάλλουν στην οικονομική ανάπτυξη, εξυπηρετώντας παράλληλα, μία σειρά κοινωνικών σκοπών, ενάμιση αιώνα πριν. Αν και η ορολογία διαφέρει από την σημερινή σε σχέση με τον εθελοντισμό, το κοινωνικό κεφάλαιο και την κοινωνική οικονομία, οι θεσμοί εθελοντισμού και αλληλεγγύης είναι η βάση της δικής του συλλογιστικής.

Ωστόσο, πολλές από τις «προφητικές» ερμηνείες του διαψεύδονται από την ίδια την εξέλιξη της Αμερικής και την εξέλιξη του οικονομικού φαινομένου του καπιταλισμού, τον οποίον άλλωστε δεν αναλύει οικονομικά, όπως έκαναν ο Άνταμ Σμιθ και ο Μαρξ, αλλά αναφέρεται απλά στις αξίες του φιλελευθερισμού τις οποίες εμπεριέχει.

Ο Τόκβιλ γράφει για την Αμερική: «Βλέπω ότι τα αγαθά και τα χαλεπά επιμερίζονται αρκετά ισομερώς. Τα μεγάλα πλούτη εξαφανίζονται και ο αριθμός των μικρών περιουσιών πολλαπλασιάζεται. Δεν υπάρχουν πια ούτε η αχανής χλιδή ούτε η ανεπανόρθωτη εξαθλίωση. Η φιλοδοξία είναι καθολικό συναίσθημα, λίγες όμως είναι οι άμετρες φιλοδοξίες». Και παρακάτω: «Τα ήθη είναι ήπια και η νομοθεσία ανθρώπινη… Η βία είναι σπάνια και η σκληρότητα σχεδόν ανύπαρκτη… Και αυτό που παρατηρώ σε σχέση με τις περιουσίες εμφανίζεται με μύριες όσες μορφές. Όλα σχεδόν τα ακραία φαινόμενα γλυκαίνουν και αμβλύνονται και όλα τα έντονα σημεία σβήνουν, αφήνοντας τη θέση τους σε κάτι το μεσαίο». Δυστυχώς, τίποτα από αυτές τις ρομαντικές περιγραφές δεν ισχύει σήμερα στην Αμερική.

Ο κοινωνιολόγος Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, συγκρίνοντας τα «προφητικά όρια» και τις «προβληματικές ανεπάρκειες» του Τοκβίλ, σε αντιπαράθεση με τις αντίστοιχες αδυναμίες του Μαρξ, διαπιστώνει ότι, και οι δύο στοχαστές δεν μπορούσαν να ξεφύγουν από την εποχή τους, τις αφετηριακές αξίες και επιλογές τους, με αποτέλεσμα να παρεκκλίνουν προς αντίθετες κατευθύνσεις. Έτσι, η ειρωνεία της ιστορίας επιβεβαιώνεται για άλλη μία φορά: οι δύο αντίθετες και αντικριστές αναγνώσεις του μέλλοντος εμφανίζονται ως παραπληρωματικά μέρη μιας ενεργούς και επίκαιρης αντιπαράθεσης αξιών, στο πλαίσιο της οποίας οι δύο στοχαστές μπορούν να συγκριθούν, όχι ως προς την αναλυτική τους δεινότητα, αλλά ως προς την κατεύθυνση και τις προεκτάσεις της προταγματικής τους ανεπάρκειας.

Ο Γκράμσι, από την άλλη πλευρά, εισάγει στην πολιτική θεωρία την έννοια τις ιδεολογικής ηγεμονίας του «οργανικού διανοούμενου» και το γεγονός ότι, σκεπτόμενοι και οργανωτικοί άνθρωποι προωθούν ενεργά τις ιδέες και τις απόψεις της τάξης τους, διαμορφώνοντας έτσι και τις τάσεις που επικρατούν στο επίπεδο πολιτικής ηγεσίας.

Η κοινωνία των πολιτών είναι, τρόπον τινά, το πεδίο άσκησης της ελευθερίας και της δημιουργίας των όρων και προϋποθέσεων της συναίνεσης και της πειθούς, αλλά είναι εξίσου και το πεδίο κοινωνικών συγκρούσεων στο πολιτιστικό, ιδεολογικό, θρησκευτικό και οικονομικό επίπεδο. Το ρόλο αυτό παίζουν οι οργανωτικοί διανοούμενοι, με στόχο την ιδεολογική ηγεμονία.

Επομένως, κατά τον Γκράμσι, προκειμένου να κατανοήσουμε ένα σύγχρονο κράτος, δεν αρκεί να μελετήσουμε τα πολιτικά κόμματα και την οικονομική δομή, αλλά είναι αναγκαίο να αναλύσουμε εκείνο το σύνολο φαινομένων που αποκαλούσε «οργάνωση της κουλτούρας», δηλαδή: το σχολείο, τις εκκλησίες, τις εφημερίδες, τις περιοδικές επιθεωρήσεις, τον κινηματογράφο, το λαϊκό μυθιστόρημα κ.λπ.

Ο Γκράμσι αντιτάχθηκε, με τον τρόπο του, στις επικρατούσες απόψεις στο διεθνές μαρξιστικό θεωρητικό τοπίο της εποχής του, δηλαδή στον οικονομίστικο αυτοματισμό και τον πολιτικό βολονταρισμό, ακόμη και στον Λένιν.

Οι βασικές συνεισφορές του Γκράμσι στην πολιτική σκέψη ήταν οι εξής:

  • η έννοια της πολιτισμικής «ηγεμονίας», ως μέσο διατήρησης της κυριαρχίας του καπιταλιστικού κράτους,
  • ο τονισμός της ανάγκης για τη μόρφωση των εργατών, ώστε να δημιουργηθούν οι «οργανικοί διανοούμενοι» της εργατικής τάξης και να γίνει δυνατή η επίτευξη της εργατικής ταξικής «ηγεμονίας»,
  • η διάκριση μεταξύ πολιτικής κοινωνίας (αστυνομία, στρατός, νομικό σύστημα κ.ά.), που κυριαρχεί άμεσα και κατασταλτικά, και κοινωνίας των πολιτών (οικογένεια, εκπαιδευτικά συστήματα, συνδικάτα κ.ά.), όπου η κυριαρχία του καπιταλιστικού κράτους συγκροτείται μέσω της ιδεολογίας ή μέσω της συναίνεσης,
  • η πρωταρχική σημασία του ιστορικού υποκειμένου, δηλαδή η ανάλυση μιας κοινωνίας στο συγκεκριμένο κάθε φορά ιστορικό της πλαίσιο και η κριτική του οικονομικού ντετερμινισμού.

Πρέπει, βέβαια, να τονιστεί ότι η θεωρία του Γκράμσι, που διατυπώθηκε υπό διαφορετικές συνθήκες από τις σημερινές, δεν μπορεί να ερμηνεύσει όλα τα σύγχρονα πολιτικά και κοινωνικά φαινόμενα και τις συλλογικές συμπεριφορές. Επιπλέον, έχει επισημανθεί από ορισμένους ότι ο Γκράμσι ήταν αποκλειστικά, ή τουλάχιστον κυρίως, εθνικός στοχαστής στο συγκεκριμένο πλαίσιο της Ιταλίας.

Σήμερα, βρισκόμαστε μπροστά στο φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, οι οποίες με ανεξάρτητη και αυτόνομη δράση από το εθνικό κράτος. Οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και οι οργανικοί διανοούμενοι δεν είναι αναγκασμένοι να είναι κρατικοί υπάλληλοι ή κομματικά στελέχη. Μπορεί να είναι ανεξάρτητοι ενεργοί πολίτες ανάλογα με το επίπεδο των οργανώσεων της Κοινωνίας των πολιτών και όχι στελέχη μιας ιεραρχικής αντιπροσωπευτικής οργάνωσης, με σκοπό την κρατική εξουσία ή τη διατήρησή της.

Υπάρχει, δηλαδή, ένας σαφής διαχωρισμός της κοινωνίας των πολιτών από το κράτος ως επιλογή. Πρόκειται, λοιπόν, για μια διαφοροποιημένη κοινωνία των πολιτών, από αυτή που ανάλυε ο Γκράμσι στην εποχή του, με κυρίαρχο το εθνικό πλαίσιο και την αντανάκλαση της κοινωνικής κουλτούρας σ’αυτό.

Η νέα καθολικότητα της κοινωνίας των πολιτών ως προϊόν της παγκοσμιοποίησης και της ανοικτής κοινωνίας και δεν έχει να κάνει σε τίποτα με την κατασκευή του ιστορικισμού της κλειστής κοινωνίας, όπως την ανάπτυξε ο Χέγκελ, ο οποίος, με τη σειρά του, ταύτιζε και εκείνος την κοινωνία των πολιτών με το έθνος-κράτος και, άρα, ως εξαρτώμενη από αυτό.

Σήμερα, αφενός η παγκοσμιοποίηση και αφετέρου η Τρίτη βιομηχανική επανάσταση έχουν περιορίσει τον εθνοκεντρισμό της κυρίαρχης πολιτικής τάξης, που είναι αναγκασμένη να λειτουργήσει στο πλαίσιο της Ενωμένης Ευρώπης. Εδώ, η θεώρηση του φιλελευθερισμού του Τοκβίλ είναι χρήσιμη απέναντι στον εθνοκεντρισμό και κρατισμό, όπως και η θεώρηση του Γκράμσι είναι χρήσιμη για να δούμε τη λειτουργία της συναίνεσης και της κουλτούρας, αλλά και πώς λειτουργεί η αμφισβήτηση απέναντι στις καθολικότητες του κράτους και της αγοράς.

Έχοντας ως βάση αυτές τις θεωρητικές αναφορές στο παρελθόν, της πρώτης και δεύτερης βιομηχανικής επανάστασης, και πηγαίνοντας στο σήμερα, μπορούμε να διαπιστώσουμε την αποκαθήλωση της «θεοποίησης» του κράτους και της αγοράς και να δούμε τις δυνατότητες της κοινωνίας από την αρχή.

Στο νέο παγκόσμιο πολιτικό–οικονομικό περιβάλλον, και μετά τις εκρηκτικές διαστάσεις που λαμβάνει η σημερινή παγκόσμια οικονομική κρίση, εκείνο που διαπιστώνουμε με ανάγλυφο τρόπο είναι ότι, η ιστορία δε μένει αμετακίνητη ούτε στις ανάγκες, ούτε στις ιδέες, ούτε στα πολιτικά προτάγματα, όπως αυτά είχαν ορισθεί στο παρελθόν, αλλά μας αναγκάζει σε ένα γενικότερο επαναπροσδιορισμό. Αυτό που παρουσιάστηκε πριν δύο δεκαετίες ως «το τέλος της ιστορίας», αντίθετα με τις νεοφιλελεύθερες προφητείες, δεν ήρθε. Οι ακραίες ολιγαρχικές αντιλήψεις, και μαζί τους ο άκρατος κρατισμός, επίσης καταρρέουν, κάτω από το βάρος της χρεοκοπίας κρατών και αντιλήψεων.

Η κρίση χρέους έφερε την αμφισβήτηση όχι μόνο στο κυρίαρχο οικονομικό σύστημα, αλλά και σε όσους άκριτα το υπηρετούν, οικονομολόγους και πολιτικούς αναλυτές.

Είναι ενδεικτικό ότι φιλελεύθεροι στοχαστές, όπως ο Φουκογιάμα και ο μεγαλοεπενδυτής και θιασώτης της ανοικτής κοινωνίας Σόρος, μετά την πρόσφατη κρίση, παίρνουν σαφείς αποστάσεις από το σύστημα του οικονομικού νεοφιλελευθερισμού και μιλούν για μια απαραίτητη ισορροπία μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού συμφέροντος. Ανησυχούν βέβαια για το μέλλον του καπιταλισμού. Εκ των πραγμάτων έτσι αμφισβητείται τόσο η ηγεμονία της αγοράς, όσο και ο κρατικός καπιταλισμός, και αναζητείται το μείγμα μιας νέας μικτής οικονομίας. Μάλιστα, η αμφισβήτηση αυτή είναι πλέον έμπρακτη και όχι θεωρητική και εστιάζεται στη μοριακή σύσταση του συστήματος, με αποτέλεσμα να αναζητούνται νέες αρχές βιωσιμότητας. Ας μην ξεχνάμε ότι, μέσα από την κρίση, η αγορά είναι εκείνη που καλεί το κράτος σε βοήθεια και μάλιστα, μέσα από τους «καθεδρικούς ναούς» του συστήματος, που είναι οι τράπεζες.

Το παγκόσμιο τραπεζικό σύστημα καλεί το φορομπηκτικό κράτος για να σωθεί από την κατάρρευση. Ζητάει την κρατική προστασία και την αιμοδοσία του από χρηματικούς πόρους που προέρχονται από δυσβάστακτους φόρους προς την κοινωνία. Οι αγορές λοιπόν που σύμφωνα με τον νεοφιλελευθερισμό κατέχουν το «αλάθητο του Πάπα» ζητούν την βοήθεια του κράτους για να διασωθούν, αφού κατήργησαν την παρουσία του κράτους στις κεντρικές επιλογές για την οικονομία, τώρα προσμένουν την σωτηρία από την παρουσία αυτή που έχουν καταργήσει. Βεβαίως κυβερνούν οι δικοί τους άνθρωποι, που προέρχονται από τις τράπεζες και διεθνής οργανισμούς, αλλά τα εργαλεία του κράτους έχουν περιοριστεί.

Παρόλο που η πίστη στο νεοφιλελευθερισμό έχει ανεπανόρθωτα κλονιστεί, αυτό δεν εμποδίζει τις τράπεζες να κρατούν ακόμη ανεξέλεγκτη την ροή του χρήματος. με την υποστήριξη και ηγεμονία των επικοινωνιακών μέσων προς κερδοσκοπικές δραστηριότητες, εις βάρος της πραγματικής οικονομίας. Ακολούθως, αυτή η νέα πραγματικότητα έρχεται σε αντίθεση με τις γνωστές παραδοχές της ωφελιμιστικής αντίληψης, που έχει ως βάση την απεριόριστη οικονομική μεγέθυνση.

Δεν υπάρχει ούτε ένα γνωστό παράδειγμα, λέει ο J. Rifkin, που να τεκμηριώνει ότι, οι άνθρωποι ομαδοποιήθηκαν για πρώτη φορά για να ιδρύσουν αγορές και να εμπορευθούν και στη συνέχεια απέκτησαν πολιτισμική ταυτότητα. Ούτε υπάρχουν παραδείγματα πρωταρχικής ανθρώπινης ομαδοποίησης με σκοπό τη δημιουργία κυβέρνησης και στη συνέχεια κουλτούρας. Πρώτα απ’ όλα οι άνθρωποι δημιούργησαν τη γλώσσα για να επικοινωνούν μεταξύ τους. Μετά έφτιαξαν ένα μύθο για την προέλευσή τους. Καθιέρωσαν τελετουργίες για τις καταβολές τους και οραματίστηκαν το συλλογικό τους πεπρωμένο. Δημιούργησαν κώδικες συμπεριφοράς και δεσμούς εμπιστοσύνης – αυτό που σήμερα αποκαλούμε «κοινωνικό κεφάλαιο» – και ανέπτυξαν κοινωνική συνοχή.

Αυτή η αφήγηση έρχεται σε αντίθεση με την αφήγηση του νεοφιλελευθερισμού και απελευθερώνει τα πεδία της σκέψης.

Έτσι, οι κάθε είδους δογματικοί υπέρμαχοι, άλλοτε της μονοσήμαντης κυριαρχίας του κράτους και άλλοτε της αγοράς, νιώθουν άβολα σε σχέση με τις παγκόσμιες εξελίξεις και προσπαθούν μάταια να εντάξουν το νέο φαινόμενο στα ιδεολογικά τους καλούπια. Από την άλλη πλευρά, η άνοδος της νέας καθολικότητας της κοινωνίας πολιτών, εκφράζοντας ένα νέο κίνημα, δεν υπακούει ούτε στους κανόνες της οικονομίας της αγοράς, ούτε χωράει στο πλαίσιο της οικονομικής ολιγαρχίας, ούτε συνάδει ή συναινεί με την αντιπροσωπευτική δημοκρατία, ούτε συμπορεύεται με το κράτος ή τον κρατισμό.

Έρχεται, ως κίνημα, να αναδείξει τις νέες παγκόσμιες τάσεις της διάχυσης της πληροφορίας και γνώσης, τους κατανεμημένους πόρους της ενέργειας. Οι δογματικοί της αγοράς ασφαλώς, δεν λαμβάνουν υπόψη την δυνατότητα αυτοθέσμισης της κοινωνίας, είτε ως υπαγόρευση νέων αναγκών, είτε ως φαντασιακή θέσμιση συλλογικής δημιουργίας. Δεν λαμβάνουν απλά υπόψη ότι, η υλική βάση και το συλλογικό φαντασιακό της κοινωνίας μετασχηματίζονται και αυτοργανώνονται εντελώς ανεξάρτητα κι ερήμην των παλαιών ιδεολογημάτων. Όσο αλήθεια είναι ότι στη βάση του φιλελευθερισμού και των ατομικών δικαιωμάτων βρήκε έδαφος και αναπτύχθηκε η κοινωνία των πολιτών, άλλο τόσο αλήθεια είναι ότι η ατομιστική ωφελιμιστική αντίληψη της αγοράς δεν είναι ο μόνος χώρος στον οποίο γίνονται οι επιλογές και ζυμώνονται οι προτιμήσεις, όσον αφορά στην οργάνωση του τρόπου ζωής των πολιτών. Η οργανωμένη κοινωνία πολιτών στη βάση της αλληλεγγύης είναι η περίτρανη απόδειξη ότι, οι άνθρωποι μπορούν να οργανωθούν και με άλλα κίνητρα πέραν του οικονομισμού, αρκεί να υφίσταται το κατάλληλο κοινωνικό περιβάλλον.

Παράλληλα, αυτό που παρατηρούμε, μετά τον 20 παγκόσμιο πόλεμο, είναι μια εξελικτική διαδικασία συμμετοχής, η οποία επιδρά στο μετασχηματισμό της δημοκρατίας, έναντι του κρατικού αυταρχισμού. Ένας μετασχηματισμός ο οποίος συντελείται στο πλαίσιο της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και της ανοικτής κοινωνίας, Μια εξέλιξη η οποία σχετίζεται με την παράδοση του φιλελευθερισμού και της σοσιαλδημοκρατίας και έχει σαν αποτέλεσμα την προώθηση των κοινωνικών κατακτήσεων, των ατομικών και των κοινωνικών δικαιωμάτων.

Από την άλλη πλευρά έχουμε ως ιστορική εμπειρία πλέον μια αποστροφή στο αποκρουστικό πρόσωπο του ολοκληρωτισμού–Ναζισμού, κι αυτή η απώθηση συνέβαλε στην εμπέδωση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Αργότερα, όμως, τα νέα δεδομένα της οικονομικής παγκοσμιοποίησης και της επικυριαρχίας της αγοράς έρχονται να περιορίσουν την κοινωνική προστασία του έθνους-κράτους και αυτά τα δεδομένα έρχονται να ωθήσουν την κοινωνία πολιτών προς την αυτενέργεια και τις πρωτοβουλίες αυτο-οργάνωσης. Έτσι, ανάμεσα στο κράτος και την αγορά και από μια άλλη αναδύεται η νέα καθολικότητα της κοινωνίας των πολιτών, που αναδεικνύεται όχι μόνο ως υποκινητής στη δημοκρατική διαβούλευση, αλλά και ως δύναμη με καθολική ισχύ στην οικονομία του συνεργατισμού και την κουλτούρα, μια διαδικασία που αναπτύσσεται σε παγκόσμιο επίπεδο και διαμορφώνει νέους θεσμούς.

Σ’όλη αυτή την διαδικασία δεν μπορεί να διαφεύγει η διαπάλη που γίνεται μεταξύ της αντιπροσώπευσης που εξυπηρετεί τα συμφέροντα της διευθύνουσας κάστας και της οριζόντιας οργάνωσης της κοινωνίας που εξυπηρετεί τα συμφέροντα των πολλών.

Τα συμφέροντα των ολίγων και τα συμφέροντα των πολλών γίνονται πλέον πιο φανερά από την δράση της κοινωνίας πολιτών.

Οι κυβερνήσεις πλέον της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας δεν αγνοούν αυτή την δυναμική, αλλά είναι εμφανές ότι θέλουν να την περιορίσουν μέσω του κατακερματισμού των οργανώσεων της κοινωνίας πολιτών. Παρόλα αυτά, η κοινωνία των πολιτών αναγνωρίζεται κατ’ανάγκη ως τρίτος πόλος στην οικονομία και την παγκόσμια διακυβέρνηση. Αναδύεται ως δύναμη συναίνεσης και ευημερίας αλλά και ως δύναμη αμφισβήτησης και ανατροπής, επιβάλλοντας πολιτικές για το περιβάλλον, για την αντιμετώπιση της απασχόλησης και καταπολέμηση της φτώχειας, μέσα από τη συμμετοχική οικολογία και την κοινωνική αλληλέγγυα οικονομία, ως πολυμορφικό κίνημα συμμετοχικής δημοκρατίας.

Αυτός ο τρίτος πόλος, πέραν του κράτους και της αγοράς, συνιστά την παγκοσμιοποίηση από τα κάτω και συνενώνει τα παγκόσμια κινήματα ειρήνης, οικολογίας, το καταναλωτικό κίνημα και το κίνημα κατά της φτώχειας. Πρόκειται για μια ολότητα η οποία ως πραγματιστικό φαινόμενο πλέον έρχεται να συμβάλλει στην ανάδειξη αυτών των δικτύων εθελοντισμού σε κοινωνικό κεφάλαιο τοπικής αλλά και παγκόσμιας σημασίας, για την καλύτερη διαχείριση των πόρων προς όφελος της κοινωνίας.

Αυτό το κοινωνικό κεφάλαιο συγκροτείται από αυτόνομες συλλογικότητες και αυτόνομες κυβερνοσυλλογικότητες, με εργαλείο το διαδίκτυο και τις νέες επικοινωνιακές δυνατότητες, μια διαδικασία που διαπιστώνουμε πρακτικά πως αναπτύσσεται προς όφελος της κοινοτικής μη κερδοσκοπικής παραγωγής και κατ’επέκταση της κοινωνικής οικονομίας, χωρίς τις παρενέργειες μίας δογματικής ιδεολογίας.

Επομένως, εδώ μπορούμε να ισχυριστούμε ότι δημιουργείται ένας κοινός τόπος από συγκλίνουσες αξίες, με διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες, του φιλελευθερισμού, του σοσιαλισμού και της οικολογίας, οι όποιες εντέλει συνθέτουν τις πιο ανθρώπινες και βιώσιμες αξίες της εποχής μας.

Αυτές οι αξίες μπολιάζονται τώρα σ’ένα νέο θεσμικό περιβάλλον που ευνοείται από τις νέες τεχνολογίες την διάχυση της πληροφορίας την κοινωνικοποίηση της γνώσης και της κατανεμημένης ενέργειας. Ένα «περιβάλλον» που δεν ευνοεί πλέον τις οικονομικές και πολιτικές ελίτ στο συγκεντρωτικό τους παιχνίδι. Σ’αυτό το πλαίσιο που εννοείται η κοινωνικοποίηση της πνευματικής ιδιοκτησίας, του λεγόμενου άυλου προϊόντος της γνώσης της ατομικής και συλλογικής δημιουργίας, η κοινωνία πολιτών αποκτά με πλεονέκτημα της ότι προσφέρει σχεδόν ανέξοδα την μεταφορά γνώσης μέσω του διαδικτύου, το οποίο ανασυνθέτει θεμελιακά νέες αξίες στην ανταλλαγή της γνώσης και των πνευματικών αγαθών.

Η Δύση είναι τελειωμένη, αλλά γιατί;

Του Andre Vltchek.

Παρά κάποιες οικονομικές και κοινωνικές καθυστερήσεις και προβλήματα, η δυτική αυτοκρατορία τα πάει αρκετά καλά, αν μετρήσουμε, δηλαδή, την επιτυχία με την ικανότητα ελέγχου του κόσμου, επηρεασμού της σκέψης των ανθρώπων σε όλες τις ηπείρους και συντριβής  σχεδόν όλων των ουσιωδών διαφωνιών, εντός και εκτός των χωρών της.

Αυτό που έχει σχεδόν εξαφανιστεί από τη ζωή σε μέρη όπως η Νέα Υόρκη, το Λονδίνο ή το Παρίσι είναι η απλή ανθρώπινη χαρά, που είναι τόσο οφθαλμοφανής όταν υπάρχει. Παραδόξως, στα ίδια τα κέντρα εξουσίας, οι άνθρωποι φαίνεται να έχουν αγωνιώδη, άδεια σχεδόν τρομακτική ζωή.Όλο αυτό κάπως δεν ταιριάζει. Δεν θα έπρεπε οι πολίτες των κατακτητικών χωρών του κόσμου, του νικηφόρου καθεστώτος, να είναι τουλάχιστον βέβαιοι για τον εαυτό τους και αισιόδοξοι;

Βεβαίως, υπάρχουν πολλοί λόγοι που δεν είναι και κάποιοι φίλοι μου ήδη έχουν περιγράψει με λεπτομερή και παραστατική γλώσσα τις βασικές, τουλάχιστον, αιτίες για την κατάθλιψη και την έλλειψη ικανοποίησης από τη ζωή που στην κυριολεξία καταβροχθίζουν ζωντανούς εκατοντάδες εκατομμύρια πολίτες της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής.

Η κατάσταση αναλύεται κυρίως από κοινωνικο-οικονομική σκοπιά.  Ωστόσο, πιστεύω ότι οι πιο σημαντικές αιτίες της παρούσας κατάστασης πραγμάτων είναι πολύ πιο απλές: η Δύση και οι αποικίες της κατέστρεψαν σχεδόν ολοκληρωτικά τα πιο ουσιαστικά ανθρώπινα ένστικτα: την ικανότητα των ανθρώπων να ονειρεύονται, να είναι παθιασμένοι, να εξεγείρονται και να «ανακατεύονται» – να συμμετέχουν.

Η προσήλωση, η αποφασιστικότητα, η αισιοδοξία, η αθωότητα έχουν σχεδόν εξαφανιστεί.  Όμως αυτά ακριβώς είναι τα ποιοτικά χαρακτηριστικά που πάντα κινούσαν προς τα εμπρός τους ανθρώπους.

***

Παρά αυτά που σήμερα πιστεύουν συνήθως στη Δύση, δεν είναι η «γνώση» ούτε απόλυτα η «επιστήμη» που βρίσκονταν πίσω από τα μεγαλύτερα άλματα του ανθρώπινου πολιτισμού.

Πάντα υπήρχε ένας βαθύς και ενστικτώδης ανθρωπισμός, συνοδευόμενος από πίστη (δεν μιλώ για κάποια θρησκευτική πίστη)  και τεράστια αφοσίωση και  αφιέρωση στο σκοπό. Χωρίς αθωότητα, χωρίς απλοϊκότητα, δεν θα μπορούσε ποτέ να  επιτευχθεί  τίποτε μεγάλο.

Η επιστήμη πάντα υπήρχε και ήταν σημαντική για τη βελτίωση πολλών πρακτικών πλευρών της ανθρώπινης ζωής, αλλά δεν ήταν ποτέ η βασική κινητήρια δύναμη  μιας χώρας προς μια δίκαιη, εξισορροπημένη και «αξιοβίωτη» κοινωνία.  Όταν χρησιμοποιήθηκε από κάποιο φωτισμένο σύστημα, η επιστήμη έπαιξε σημαντικό ρόλο στο χτίσιμο ενός καλύτερου κόσμου, αλλά ποτέ αντίστροφα.

Η πρόοδος  πάντα τροφοδοτούνταν και προκαλούνταν από τα ανθρώπινα συναισθήματα, από φαινομενικά παράλογα και μη επιτεύξιμα όνειρα, από ουτοπίες, από την ποίηση και από μια ευρεία κλίμακα παθών που φλόγιζαν τις καρδιές.  Οι πιο ωραίες ιδέες για τη βελτίωση του πολιτισμού συχνά δεν φαίνονταν καν λογικές, γεννήθηκαν απλά από κάποια ευγενικά ανθρώπινα ένστικτα, εμπνεύσεις και επιθυμίες (η λογική εφαρμόστηκε αργότερα, όταν έπρεπε να προχωρήσουν στις πρακτικές λεπτομέρειες).

Τώρα, η «γνώση», η ορθολογικότητα και η «λογική» , τουλάχιστον στη Δύση, σπρώχνουν τις ανθρώπινες υπάρξεις στη γωνία.  Η «λογική» παίρνει τη θέση των παραδοσιακών θρησκειών – γίνεται κάτι σαν θρησκεία. Η εμμονή με τα «γεγονότα», με την «κατανόηση» των πάντων, γίνεται παράλογα ακραία, δογματική, ακόμη και φονταμενταλιστική.

Όλη αυτή η φανατική συλλογή γεγονότων συχνά μοιάζει εξωπραγματική, «μεταλλική», ψυχρή και εντελώς αφύσικη για πολλούς από εκείνους που έρχονται «απέξω» (γεωγραφικά ή πνευματικά).

Ας μην ξεχνούμε ότι τα «γεγονότα» που καταναλώνουν οι μάζες, ακόμη και οι σχετικά μορφωμένοι Δυτικοί, προέρχονται κατά κανόνα από τις ίδιες πηγές. Χρησιμοποιείται ο ίδιος τύπος λογικής και εφαρμόζονται αρκετά κοινά εργαλεία ανάλυσης. Η κατανάλωση υπερβολικής ποσότητας ειδήσεων, «γεγονότων» και «αναλύσεων» συνήθως δεν οδηγεί στην σε βάθος κατανόηση ή σε αληθινά κριτικές σκέψεις, το αντίθετο – στην πραγματικότητα σκοτώνει την ικανότητα να εξετάσουμε ολοκληρωτικά νέες έννοιες και ειδικά να εξεγερθούμε ενάντια στα διανοητικά κλισέ και στερεότυπα. Έτσι δεν εκπλήσσει το ότι η μεσαία τάξη των Ευρωπαίων και των Βορειοαμερικανών περιλαμβάνει τους πιο κομφορμιστές ανθρώπους στη Γη.

Η συλλογή βουνών από «δεδομένα» και «πληροφορίες» δεν οδηγεί πουθενά, στις περισσότερες περιπτώσεις. Για εκατομμύρια ανθρώπους είναι απλώς ένα χόμπι, όπως κάθε άλλο, όπως τα βιντεοπαιχνίδια και το PlayStation. Κρατά ένα άτομο «στην αιχμή των γεγονότων», έτσι ώστε να μπορεί να εντυπωσιάζει τους γνωστούς ή απλά να ικανοποιεί μια νευρωτική ανάγκη συνεχούς κατανάλωσης ειδήσεων.

Και το χειρότερο είναι ότι  οι περισσότεροι Δυτικοί (και σχεδόν όλοι οι εκδυτικισμένοι ξένοι) είναι μονίμως κλειδωμένοι  σε έναν περίπλοκο ιστό «πληροφοριών» και προσλήψεων, με τα μέλη της οικογένειάς τους, τους φίλους και τους συνεργάτες. Υπάρχει συνεχής πίεσης προσαρμογής σε ένα χώρο πολύ μικρό και σχεδόν καμιά ανταμοιβή για το αληθινό πνευματικό θάρρος ή αυθεντικότητα.

***

Τα καθεστώτα έχουν ήδη καταφέρει σε μεγάλο βαθμό να τυποποιήσουν τη «γνώση» αξιοποιώντας κυρίως την ποπ κουλτούρα και κατηχώντας τους ανθρώπους μέσα από τους «εκπαιδευτικούς» θεσμούς.

Οι άνθρωποι κλείνονται εκούσια επί χρόνια στα σχολεία και στα πανεπιστήμια, χάνοντας το χρόνο τους, πληρώνοντας τα χρήματά τους, φορτώνονται ακόμη και με χρέη, προκειμένου να διευκολύνουν το σύστημα να τους κατηχεί και να τους μετατρέπει σε καλούς και υπάκουους  υποτελείς της αυτοκρατορίας.

Ήδη, εδώ και δεκαετίες, το σύστημα παράγει επιτυχώς ολόκληρες γενιές συναισθηματικά νεκρών και τελούντων εν συγχύσει ατόμων.

Αυτοί οι άνθρωποι είναι τόσο κατεστραμμένοι που δεν μπορούν να παλέψουν για τίποτε πια (εκτός, μερικές φορές, για τα δικά τους προσωπικά και ιδιοτελή συμφέροντα). Δεν μπορούν να πάρουν θέση και δεν μπορούν ούτε να αναγνωρίσουν τους δικούς τους σκοπούς και επιθυμίες. Προσπαθούν μονίμως (και αποτυγχάνουν) «να βρουν κάτι που να έχει νόημα» και να «εκπληρώσουν» αυτό που θα μπορούσαν να κάνουν στη ζωή τους. Πάντα ψάχνουν να βρουν κάτι, όχι να ενωθούν σε αγώνες που έχουν νόημα ή να επινοήσουν κάτι τελείως νέο για χάρη της ανθρωπότητας. Συνεχίζουν να «επιστρέφουν στο σχολείο», να φωνάζουν για «χαμένες ευκαιρίες», επειδή «δεν σπούδασαν αυτό που νόμιζαν ότι έπρεπε να σπουδάσουν πραγματικά» (ανεξάρτητα από το τι  πραγματικά σπουδάζουν ή κάνουν στο σχολείο της ζωής, αισθάνονται ανικανοποίητοι, ούτως ή άλλως).

Πάντα φοβούνται ότι θα τους απορρίψουν, τρομοκρατούνται με τη σκέψη ότι η άγνοια και η ανικανότητά τους να κάνουν κάτι με αληθινό νόημα θα μπορούσε να αποκαλυφθεί και να γελοιοποιηθεί (πολλοί αντιλαμβάνονται πόσο άδεια είναι η ζωή τους).

Είναι δυστυχισμένοι, κάποιοι σε άθλια κατάσταση, ακόμη και αυτοκτονικοί. Όμως η απελπισία τους δεν τους ωθεί στη δράση. Οι περισσότεροι δεν εξεγείρονται ποτέ, δεν αντιμετωπίζουν στα ίσα το καθεστώς, δεν αμφισβητούν το άμεσο περιβάλλον τους.

Αυτές οι εκατοντάδες εκατομμύρια τσακισμένοι και αδρανείς άνθρωποι (εκ των οποίων αρκετοί είναι ευφυείς) αποτελούν μια τρομακτική απώλεια για τον κόσμο. Αντί να σηκώνουν οδοφράγματα, να γράφουν οργισμένα διηγήματα και να γελοιοποιούν ανοικτά αυτή τη δυτική φαρσοκωμωδία, υποφέρουν σιωπηλά, υποκύπτουν στην κακοποίηση ή σκέφτονται την αυτοκτονία.

Εάν φανεί η ευκαιρία να αλλάξουν πραγματικά τη ζωή τους δεν μπορούν να την αναγνωρίσουν πια. Δεν μπορούν να την αρπάξουν. Γιατί δεν μπορούν να αγωνιστούν. Έχουν «εξημερωθεί» από την πολύ νεαρή ηλικία, από το σχολείο.

Έτσι ακριβώς θέλει το σύστημα τους πολίτες του. Είναι όπου τους πήγε.

Είναι σοκαριστικό το ότι κανείς δεν λέει αυτό τον εφιάλτη με το πραγματικό όνομά του – τερατώδες έγκλημα!

***

Οι άνθρωποι αγοράζουν βιβλία για να βγάλουν κάποιο νόημα για το τι συμβαίνει, αλλά δεν καταφέρνουν να τα διαβάσουν μέχρι το τέλος. Είναι πολύ απασχολημένοι, τους λείπει η συγκέντρωση και η αποφασιστικότητα. Ούτως ή άλλως, τα περισσότερα βιβλία που βρίσκονται στα ράφια δεν δίνουν ουσιαστικές απαντήσεις.

Κι όμως, πολλοί προσπαθούν: αναλύουν και αναλύουν και αναλύουν, άσκοπα. «Δεν καταλαβαίνουν και θέλουν να μάθουν». Δεν συνειδητοποιούν ότι αυτό το μονοπάτι της συνεχούς σκέψης, εφαρμόζοντας τα προκαθορισμένα εργαλεία ανάλυσης, είναι μια τεράστια παγίδα.

Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει τίποτε για να κατανοηθεί.  Από τους ανθρώπους έχουν κλέψει τη ζωή, τα φυσικά ανθρώπινα αισθήματα, τη ζεστασιά, το πάθος ακόμη και την αγάπη (αυτό που αποκαλούν «έρωτα» συχνά είναι ένα υποκατάστατο και τίποτε άλλο).

Όλα αυτά δεν αναφέρονται ούτε καν στα βιβλία φαντασίας, εκτός αν διαβάζει κανείς στα ισπανικά ή τα ρωσικά. Η επιτυχία της αυτοκρατορίας στην παραγωγή υπάκουων, φοβισμένων και στερημένων φαντασίας υπάρξεων είναι τώρα πλήρης.

Οι μεγάλες εταιρείες προκόβουν, οι ελίτ μαζεύουν τεράστια λεία, ενώ η μεγάλη πλειονότητα των ανθρώπων στη Δύση χάνει σταδιακά την ικανότητά της να ονειρεύεται και να αισθάνεται. Χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις, δεν είναι δυνατή η εξέγερση. Η έλλειψη φαντασίας, μαζί με τη συναισθηματική αναισθητοποίηση αποτελεί  τον πιο αποτελεσματικό τρόπο στασιμότητας, ακόμη και οπισθοδρόμησης.

Γι’ αυτό η Δύση είναι τελειωμένη.

***

Η γκροτέσκα εμμονή με την επιστήμη, με τις ιατρικές πρακτικές και με τα «γεγονότα» συντελούν στο να αποσπάται η προσοχή από τα πραγματικά και τρομακτικά θέματα.

Οι συνεχείς συζητήσεις, αναλύσεις και το να «δούμε τα πράγματα από διαφορετικές οπτικές γωνίες» δεν οδηγούν παρά μόνο στην παθητικότητα. Το να δρα κανείς είναι πολύ τρομακτικό και οι άνθρωποι δεν είναι συνηθισμένοι να παίρνουν μεγάλες αποφάσεις πια ή ακόμη και  να κάνουν δραματικές χειρονομίες.

Η κατάσταση αυτή  οδηγεί επίσης στο  ότι, στη Δύση, κανείς σχεδόν δεν είναι πλέον έτοιμος να στρατευθεί κάτω από μια ιδεολογική σημαία ή να ενστερνιστεί με όλη του την καρδιά αυτά που αποκαλούνται υποτιμητικά «ταμπέλες».

Επί χιλιετίες, οι άνθρωποι συμμετείχαν αυθόρμητα σε διάφορα κινήματα, πολιτικά κόμματα και ομάδες. Καμιά σημαντική αλλαγή δεν έγινε ποτέ από μεμονωμένα άτομα  (αν και κάποιος ισχυρός ηγέτης επικεφαλής ενός κινήματος, κόμματος ή ακόμη και κυβέρνησης θα μπορούσε να πετύχει πολλά πράγματα).

Το να είναι κανείς μέρος κάποιου σημαντικού ή επαναστατικού κινήματος συμβόλιζε συχνά το αληθινό νόημα της ζωής. Οι άνθρωποι ήταν (και σε πολλά μέρη του κόσμου είναι ακόμη) αφοσιωμένοι, δεσμευμένοι  σε σημαντικούς και ηρωικούς αγώνες. Προσπαθώντας να χτίσουν έναν καλύτερο κόσμο, να αγωνιστούν για έναν καλύτερο κόσμο, ακόμη και να πεθάνουν γι’ αυτό το σκοπό: αυτό συχνά θεωρούνταν το πιο τιμητικό που θα μπορούσε να πράξει ένας άνθρωπος στη διάρκεια της ζωής του.

Στη Δύση, αυτή η αντίληψη είναι νεκρή, βαθιά κατεστραμμένη. Εκεί βασιλεύει ο κυνισμός. Πρέπει να αμφισβητείς τα πάντα, να μην εμπιστεύεσαι τίποτα και να μην αφοσιώνεσαι σε τίποτα.

Το αναμενόμενο είναι να μην εμπιστεύεσαι καμιά κυβέρνηση. Να πρέπει να γελοιοποιείς όποιον πιστεύει σε κάποιο σκοπό, ιδίως αν κάτι είναι αγνό και ευγενικό. Πρέπει να διασύρεις και να λασπώνεις κάθε μεγάλη προσπάθεια να βελτιωθεί ο κόσμος, είτε αυτή γίνεται στο Εκουαδόρ, στις Φιλιππίνες, στην Κίνα, στη Ρωσία ή στη Νότια Αφρική.

Η επίδειξη συμπάθειας προς κάποιον ηγέτη, πολιτικό κόμμα ή κυβέρνηση χώρας που ακόμη έχει αγωνιστικό πάθος αντιμετωπίζεται με λοιδορία και σαρκασμό σε μέρη όπως το Λονδίνο ή η Νέα Υόρκη: «Είμαστε όλοι κλέφτες και άρα όλες οι κυβερνήσεις είναι ίδιες», αυτή είναι η θανάσιμα τοξική «σοφία».

Βεβαίως: όταν ξοδεύονται ώρες επί ωρών για να αναλύεται κάποιος φλογερός ηγέτης ή κίνημα για παράδειγμα στη Λατινική Αμερική, κάποια «βρομιά» θα βγει στο τέλος, καθώς κανένας άνθρωπος και καμιά ομάδα δεν είναι τέλεια. Αυτό δίνει στους Δυτικούς το θαυμάσιο άλλοθι να μη συμμετέχουν σε τίποτα.  Ιδού πώς είναι το σχέδιο: «Χάνοντας την ελπίδα για έναν τέλειο κόσμο σημαίνει απλά ότι δεν μπορείς να πιστέψεις σε τίποτα πλέον και άρα πήγαινε να λικνιστείς σε κανένα κλαμπ στο Λονδίνο ή στη Νέα Υόρκη». Μετά, γύρνα στο σχολείο ή κάνε την  ανούσια δουλειά σου. Ή μαστούρωσε.

Αυτό είναι πολύ πιο εύκολο από το να προσπαθείς σκληρά να σώσεις τον κόσμο ή τη χώρα σου. Είναι πολύ πιο εύκολο από το να διακινδυνεύεις τη ζωή σου και να αγωνίζεσαι για τη δικαιοσύνη. Είναι πολύ πιο εύκολο από το να προσπαθείς να σκεφτείς πραγματικά, να επινοήσεις κάτι νέο για τον φοβισμένο κόσμο μας.

***

Μια παλιά ρωσική μπαλάντα λέει «Είναι τόσο δύσκολο να αγαπάς … και τόσο εύκολο να φεύγεις…»

Η επανάσταση, τα κινήματα, οι αγώνες, ακόμη και οι κυβερνήσεις που υποστηρίζεις μοιάζουν πολύ με την αγάπη. Την αγάπη ποτέ δεν την εξετάζεις λεπτομερώς, δεν την αναλύεις πλήρως, αλλιώς δεν είναι αγάπη. Δεν υπάρχει τίποτε και δεν πρέπει να υπάρχει τίποτα ορθολογικό και μόνο όταν πεθαίνει αρχίζεις να την αναλύεις, ψάχνοντας δικαιολογίες για να κλείσεις πίσω σου την πόρτα.

Όταν όμως υπάρχει, είναι ζωντανή, θερμή και παλλόμενη, το να εφαρμόζουμε την «αντικειμενικότητα» στο άλλο πρόσωπο θα ήταν βάρβαρο και ασεβές, θα ήταν κατά κάποιο τρόπο προδοσία.

Μόνοι οι «νέοι Δυτικοί» μπορούν να κάνουν τέτοιες καρικατούρες, αναλύοντας τον έρωτα, γράφοντας «οδηγούς» για το πώς να αντιμετωπίζει κανείς τα ανθρώπινα αισθήματα, πώς να μεγιστοποιεί τα κέρδη από τις συγκινησιακές του επενδύσεις.

Πώς θα μπορούσε ένας άνδρας που αγαπά μια γυναίκα να κάτσει σ’ ένα καναπέ και να αναλύει: «Την αγαπώ, αλλά θα πρέπει να το σκεφτώ δυο φορές, διότι η μύτη της είναι πολύ μεγάλη και τα οπίσθιά της πολύ φαρδιά». Αυτό είναι μια απόλυτη ανοησία. Η γυναίκα που αγαπά κανείς  αληθινά είναι η ομορφότερη στον κόσμο.

Το ίδιο και ο αγώνας.

Αλλιώς, χωρίς αφοσίωση τίποτε δεν πρόκειται να αλλάξει ποτέ ούτε να βελτιωθεί.

Ας μην ξεχνάμε όμως – η αυτοκρατορία δεν θέλει να αλλάξει ο κόσμος της ούτε κατά κεραία. Γι’ αυτό διασπείρει τον απεριόριστο κυνισμό και μηδενισμό. Γι’ αυτό σπιλώνει κάθε αγνό και φυσικό, εμφυτεύοντας αλλόκοτα «μοντέλα τελειότητας», έτσι ώστε ο κόσμος πάντα να συγκρίνει με βάση αυτά, να κρίνει με βάση αυτά, να έχει αμφιβολίες και να απέχει από τη σοβαρή δράση.

Η αυτοκρατορία θέλει να σκέφτονται οι άνθρωποι, αλλά με τον τρόπο που τους προγραμματίζει. Θέλει να αναλύουν, αλλά μόνο χρησιμοποιώντας τις δικές της μεθόδους. Και θέλει να περιφρονούν, ακόμη και να απορρίπτουν τα φυσικά ένστικτα και τα συναισθήματά τους.

Το αποτέλεσμα είναι σαφές: ατομισμός, ιδιοτέλεια, σύγχυση, διαλυμένες κοινωνίες, κατάρρευση σχέσεων και  γενική απέχθεια για τις  υψηλές προσδοκίες.

Και αυτό δεν αφορά μόνο τα μαρξιστικά ή επαναστατικά πολιτικά κόμματα, τις εξεγέρσεις ή τους διεθνιστικούς, αντιιμπεριαλιστικούς αγώνες.

Έχετε παρατηρήσει πόσο ρηχές, πόσο ασταθείς έχουν γίνει οι μεταξύ των ανθρώπων σχέσεις στη Δύση; Κανείς δεν θέλει να «εμπλέκεται» πραγματικά. Οι άνθρωποι δοκιμάζουν ο ένας τον άλλο. Συνεχώς σκέφτονται, δύσκολα αισθάνονται. Τα μεγάλα πάθη καταλαγιάζουν (τα συναισθηματικά ξεσπάσματα θεωρούνται «μη αξιοπρεπή» ακόμη και ντροπιαστικά): τώρα αίφνης όλα περιστρέφονται γύρω από το «αισθάνομαι καλά», πάντα «ήρεμα», αλλά παραδόξως κανείς δεν αισθάνεται καλά ούτε είναι ήρεμος πια σ’ αυτή τη «νέα Δύση».

Όλα μεταλλάσσονται στο ακριβώς αντίθετο από αυτό που κάποτε ήταν είτε η αγάπη είτε το αληθινά επαναστατικό έργο (πολιτικό ή καλλιτεχνικό) και απλώς να θυμίσω ότι αυτό ήταν το πιο όμορφο, η πιο τρελή αναταραχή , η απόλυτη απομάκρυνση από τη ζοφερή κανονικότητα.

Στη Δύση, δεν γράφεται πλέον μεγάλη ποίηση, ούτε μελωδίες που στοιχειώνουν, ούτε στίχοι.

Ξαφνικά, η ζωή έγινε ρηχή, προβλέψιμη και προγραμματισμένη.

Αν κανείς δεν μπορεί να αγαπήσει με πάθος, να έχει δοτικότητα, να κάνει θυσίες χωρίς όρους, δεν μπορεί να γίνει μεγάλος επαναστάτης.

Βεβαίως, στην απαθή Δύση με την εμμονή σ’ εκείνον τον τύπο της γνώσης που δεν φωτίζει, με τις εφαρμοσμένες επιστήμες και τον βαθιά ριζωμένο εγωκεντρισμό, δεν υπάρχει γόνιμο έδαφος για μεγάλα πάθη και άρα πιθανότητα για αληθινή επανάσταση.

“Εξεγείρομαι, άρα υπάρχω», έλεγε πολύ σωστά ο Αλμπέρ Καμί.

Η συλλογική εξέγερση κορυφώνεται στην επανάσταση. Χωρίς την επανάσταση ή τη μόνιμη προσδοκία γι’ αυτήν, δεν υπάρχει ζωή.

Η Δύση έχασε την ικανότητα να αγαπά και να εξεγείρεται.

Και γι΄αυτό είναι τελειωμένη.

***

Υπάρχει μια εύστοχη ρήση: «Δεν μπορείς να καταλάβεις τη Ρωσία με το νου. Μπορείς μόνο να πιστεύεις σ’ αυτήν». Το ίδιο ισχύει για την Κίνα, την Ιαπωνία και για πολλά άλλα μέρη.

Είναι πραγματικά τρελό να πάει κανείς στην Ασία ή τη Ρωσία και ν’ αρχίσει να τις περιηγείται προσπαθώντας να τις «καταλάβει».  Δεν υπάρχει λόγος να το κάνει ούτε η πιθανότητα να το πετύχει σε λίγους μήνες, ακόμη και σε χρόνια.

Η νευρωτική και βαθιά δυτική αντίληψη περί συνεχούς προσπάθειας «κατανόησης» των πάντων με το νου μπορεί να τα καταστρέψει όλα και  δια παντός απ’ την αρχή. Ο καλύτερος τρόπος για να αρχίσεις να κατανοείς την Ασία είναι με την απορρόφηση, αφήνοντας να σε οδηγούν ευγενικά άλλοι, βλέποντας, αισθανόμενος, αγνοώντας όλες τις προκαταλήψεις και τα κλισέ. Η κατανόηση δεν έρχεται απαραιτήτως μέσω της λογικής. Στην πραγματικότητα, δεν έρχεται καν μέσω αυτής. Έχει να κάνει με τις αισθήσεις και τις συγκινήσεις και συνήθως έρχεται ξαφνικά, απροσδόκητα.

Η επανάσταση, και όλοι οι έντιμοι αγώνες επίσης προετοιμάζονται επί πολύ καιρό και επίσης έρχονται απροσδόκητα, ξεπηδώντας κατευθείαν από την καρδιά

Όταν έρχομαι στη Νέα Υόρκη, αλλά ιδίως στο Λονδίνο ή το Παρίσι και όταν συναντώ εκείνους τους γνωστούς «θεωρητικούς αριστερούς», χαμογελάω με πικρία ακούγοντας τις άνευ ουσίας, μακροσκελείς συζητήσεις τους για κάποια θεωρία που είναι πλήρως διαχωρισμένη από την πραγματικότητα. Και αφορά αποκλειστικά τους ίδιους: είναι τροτσκιστές, και γιατί. Ή πιθανώς είναι αναρχοσυνδικαλιστές, και γιατί. Ή μαοϊκοί … Ό,τι και να είναι, πάντα αρχίζουν σ’ έναν καναπέ ή στα σκαμνιά του μπαρ και εκεί τελειώνουν, αργά το βράδυ.

Στην περίπτωση που μόλις έχεις έλθει από τη Βενεζουέλα ή τη Βολιβία, όπου οι άνθρωποι δίνουν πραγματικές μάχες επιβίωσης των επαναστάσεών τους, αυτή είναι μια εμπειρία που σοκάρει. Οι περισσότεροι άνθρωποι στο Altiplano δεν έχουν ακούσει ποτέ για τον  Τρότσκι ή τον αναρχοσυνδικαλισμό. Το μόνο που ξέρουν είναι ότι βρίσκονται σε πόλεμο, αγωνίζονται για όλους μας, για έναν πολύ καλύτερο κόσμο και χρειάζονται άμεση και συγκεκριμένη υποστήριξη: οικονομική βοήθεια, διαδηλώσεις, στελέχη. Και το μόνο που παίρνουν είναι λόγια. Δεν παίρνουν σχεδόν τίποτε από τη Δύση και δεν θα πάρουν ποτέ.

Διότι δεν είναι αρκετά καλοί για τους Βρετανούς και τους Γάλλους. Είναι πολύ «πραγματικοί», όχι «αρκετά αγνοί». Κάνουν λάθη. Είναι πολύ ανθρώπινοι, δεν είναι αποστειρωμένοι και «δεν συμπεριφέρονται καλά». «Παραβιάζουν πού και πού κάποια δικαιώματα». Είναι πολύ συναισθηματικοί. Είναι αυτό ή εκείνο, και τελικά «δεν μπορεί κανείς να ρίξει όλο του το βάρος  για να τους υποστηρίξει».

Κάνουν λάθη από «επιστημονικής απόψεως». Αν κάποιος κάθεται δέκα ώρες στην παμπ ή στο σαλόνι συζητώντας γι’ αυτούς, τελικά θα υπάρξουν αρκετά επιχειρήματα γι να μην τους δοθεί καμιά στήριξη. Το ίδιο ισχύει για τους επαναστάτες και για τις επαναστατικές αλλαγές στις Φιλιππίνες και σε τόσους άλλους τόπους.

Μ’ αυτό τον τρόπο σκέψης, η Δύση δεν μπορεί να συνδεθεί. Δεν βλέπει τον παραλογισμό στη δική της συμπεριφορά και τη στάση. Έχει χάσει το πνεύμα της, την καρδιά της, τα αισθήματα, από τη δεξιά μέχρι και την αριστερά.  Αντί γι’ αυτά το μυαλό; Υπάρχει άραγε κάτι πολύ σημαντικό που να έρχεται μόνο απ’ αυτό;

Και γι’ αυτό είναι τελειωμένη.

Οι άνθρωποι της Δύσης δεν είναι πρόθυμοι να στρατευθούν σε κάτι πραγματικό. Να στρατευθούν σε κάποια αληθινή επανάσταση, κίνημα, κυβέρνηση, εκτός αν αυτά είναι όμοια με εκείνες τις πλαστικές τοξικές γυναίκες από τα φανταχτερά μαγαζιά μόδας: τέλειες για τους άνδρες που έχουν χάσει όλη τη φαντασία και την ατομικότητά τους, αλλά εντελώς βαρετά προϊόντα μαζικής παραγωγής για όλους τους υπόλοιπους.

* Ο Andre Vltchek είναι φιλόσοφος, διηγηματογράφος,
γυρίζει ταινίες και υπηρετεί την ερευνητική δημοσιογραφία.
Έχει καλύψει πολέμους και συγκρούσεις σε δεκάδες χώρες.

πηγή

Μετάφραση: Αριάδνη Αλαβάνου