Όλες οι #ad_hoc εκπομπές

Επιλεγμένα

pinterest

Mixcloud-large-white-300dpi

YouTube-logo-full_color

Find-us-on-facebook_logo

Οι καλλιεργημένοι άνθρωποι, κατά Αντόν Τσέχωφ

Οι καλλιεργημένοι άνθρωποι σέβονται την ανθρώπινη ατομικότητα και γι’ αυτό είναι πάντοτε συγκαταβατικοί, γελαστοί, ευγενικοί, υποχρεωτικοί.

Δεν χαλούν τον κόσμο για το σφυρί ή για τη γομολάστιχα που χάθηκαν. Δεν αγανακτούν για τους θορύβους ή το κρύο. Δέχονται με καλοσύνη τα χωρατά και την παρουσία ξένων ανθρώπων στο σπιτικό τους. Δεν συμπονούν μονάχα τους κατώτερους, τους αδύναμους και τις γάτες. Πονάει η ψυχή τους και για κείνο που δεν φαίνεται με γυμνό μάτι.

Είναι ντόμπροι και φοβούνται το ψέμα σαν τη φωτιά. Δεν λένε ψέματα ακόμα και για τιποτένια πράγματα. Το ψέμα προσβάλλει εκείνους που το ακούνε και ταπεινώνει στα μάτια τους εκείνους που το λένε. Δεν παίρνουν ποτέ πόζα, στο δρόμο είναι όπως και στο σπίτι τους, δεν ρίχνουν στάχτη στα μάτια του κατώτερου τους.

Δεν είναι φλύαροι και δεν αναγκάζουν τον άλλο να ακούει τις εκμυστηρεύσεις τους όταν δεν τους ρωτάει. Δεν ταπεινώνονται για να κεντήσουν τη συμπόνια του διπλανού. Δεν παίζουν με τις ευαίσθητες χορδές της ψυχής των άλλων για να κερδίζουν σαν αντάλλαγμα αναστεναγμούς και χάδια.

Δεν λένε «εμένα κανείς δεν με καταλαβαίνει», ούτε «πουλήθηκα για πέντε δεκάρες», γιατί αυτά δείχνουν πως αποζητάν τις φτηνές εντυπώσεις. Είναι πρόστυχα τερτίπια, ξεθωριασμένα, ψεύτικα. Δεν είναι ματαιόδοξοι. Δεν τους απασχολούν τέτοια ψεύτικα διαμάντια, όπως οι γνωριμίες με εξοχότητες.

Όταν κάνουν δουλειά που δεν αξίζει ένα καπίκι, δεν γυρίζουν με χαρτοφύλακα των εκατό ρουβλιών και δεν καμαρώνουν πως τάχα τους άφησαν να μπουν εκεί που δεν επιτρέπουν στους άλλους. Κι ο Κριλώφ ακόμα λέει πως το άδειο βαρέλι ακούγεται πιο πολύ από το γεμάτο.

Αν έχουν ταλέντο, το σέβονται. Θυσιάζουν γι’ αυτό την ησυχία τους, τις γυναίκες, το κρασί, την κοσμική ματαιότητα. Είναι περήφανοι για την αξία τους και έχουν συνείδηση της αποστολής τους. Αηδιάζουν από την ασχήμια και καλλιεργούν μέσα τους την ομορφιά.

Δεν μπορούν να κοιμηθούν με τα ρούχα, δεν μπορούν να βλέπουν στο τοίχο κοριούς, να πατούν σε φτυσιές. Δαμάζουν όσα μπορούν και εξευγενίζουν το ερωτικό ένστικτο. Δεν κατεβάζουν βότκα όπου βρεθούν. Πίνουν μονάχα όταν είναι ελεύθεροι και τους δίνεται ευκαιρία. Γιατί τους χρειάζεται «γερό μυαλό σε γερό κορμί».

Απόσπασμα από ένα γράμμα του Αντόν Τσέχωφ στον αδερφό του Νικολάι

πηγή

(έργο του Γιώργου Βακιρτζή, χωρίς τίτλο, 1985)

Άρτουρ Σοπενχάουερ: Η τέχνη του να έχεις πάντα δίκιο

12049224_10206229017776821_605915021271036440_nΣτο βιβλίο «Η τέχνη του να έχεις πάντα δίκιο», ο γλαφυρός Σοπενχάουερ αφήνει για λίγο στην άκρη τον παθητικό του μηδενισμό, αποκαλύπτοντας ποια είναι η τέχνη που κερδίζει οποιονδήποτε δεινό συνομιλητή. Διαβάστε το ενδιαφέρον απόσπασμα:

Μπορείτε επίσης να χρησιμοποιήσετε σαν θέσφατο μια κοινή προκατάληψη, διότι οι περισσότεροι άνθρωποι συντάσσονται με τη θέση του Αριστοτέλη ότι μπορούμε να ισχυριστούμε ως σωστό αυτό που πιστεύουν οι πολλοί.

Δεν υπάρχει γνώμη, όσο παράλογη κι αν είναι που οι άνθρωποι να μην είναι έτοιμοι να την ασπαστούν μόλις πειστούν πως είναι κοινώς αποδεκτή. Το παράδειγμα των άλλων επηρεάζει τόσο τη σκέψη τους όσο και τις πράξεις τους. Είναι σαν πρόβατα που ακολουθούν τον αρχηγό του κοπαδιού όπου τους οδηγήσει. Θα προτιμούσαν να τον ακολουθήσουν στο θάνατο παρά να σκεφτούν από μόνοι τους.

Είναι πολύ περίεργο που η γενική απήχηση μιας γνώμης έχει για τους ανθρώπους τόση βαρύτητα. Η ίδια τους η εμπειρία είναι σε θέση να τους διδάξει πως η αποδοχή μια γνώμης γίνεται άκριτα και είναι αποτέλεσμα μίμησης. Παρόλα αυτά οι ίδιοι δεν το αντιλαμβάνονται ποτέ, καθώς δεν κατέχουν αυτογνωσία . μόνο οι εκλεκτοί σύμφωνα με τον Πλάτωνα : «τις πολλοίς πολλά δοκεί», που σημαίνει πως ο κόσμος μπορεί να σκέφτεται αμέτρητες ανοησίες, και δεν είναι δυνατό ν ασχοληθούμε με όλες.

Για να μιλήσουμε με σοβαρότητα η γενική απήχηση μιας γνώμης δεν αποτελεί απόδειξη. Στην πραγματικότητα, δεν καθιστά καν πιθανή την ορθότητά της.

Όσοι ισχυρίζονται το αντίθετο πρέπει να λάβουν υπόψη τους τα παρακάτω:

Σε βάθος χρόνου μια κοινώς αποδεκτή γνώμη χάνει την ισχύ της, διαφορετικά θα έπρεπε να αποκαταστήσουμε όλες τις παλαιότερες λανθασμένες απόψεις που κάποτε θεωρούνταν ως κοινά αποδεκτές αλήθειες. Για παράδειγμα θα έπρεπε να επαναφέρουμε το σύστημα του Πτολεμαίου ή να καθιερωθεί ξανά ο καθολικισμός στις προτεσταντικές χώρες.

Το ίδιο αποτέλεσμα έχει και η φυσική απόσταση, αλλιώς μια συναφής κοινώς αποδεκτή γνώμη των υποστηρικτών του βουδισμού, του χριστιανισμού και του Ισλάμ, θα τους έφερνε σε δύσκολη θέση

Αν εξετάσουμε το θέμα διεξοδικά, θα δούμε πως αυτό που αποκαλούμε κοινώς αποδεκτή γνώμη δεν είναι παρά η γνώμη 2 ή 3 ατόμων. Αν μπορούσαμε να παρακολουθήσουμε την πραγματική διαδικασία γέννησης μιας γνώμης, δεν θα είχαμε γι αυτό την παραμικρή αμφιβολία.

Θα ανακαλύπταμε ότι δεν είναι παρά 2 ή 3 άνθρωποι που δέχτηκαν, προώθησαν και υποστήριξαν την άποψη την 1η φορά, κι ότι οι υπόλοιποι πίστεψαν αφελώς πως οι 2-3 αυτοί άνθρωποι την είχαν εξετάσει εξονυχιστικά προτού τη διαδώσουν. Ύστερα αποδέχτηκαν τη γνώμη αυτοί μερικοί επιπλέον, οι οποίοι ήταν πεπεισμένοι εξαρχής πως οι άνθρωποι που την διέδωσαν είχαν την απαραίτητη κατάρτιση. Στη συνέχεια σ αυτούς βασίστηκαν πολλοί άλλοι , που από οκνηρία προτίμησαν να πιστέψουν κάτι χωρίς δεύτερη σκέψη παρά να κοπιάσουν εξετάζοντας οι ίδιοι το ζήτημα. Έτσι ο αριθμός των νωθρών και εύπιστων υποστηρικτών μεγάλωσε μέρα με τη μέρα. Μόλις η συγκεκριμένη άποψη κέρδισε ευρεία υποστήριξη, οι υπόλοιποι που αποφάσισαν να την ενστερνιστούν απέδωσαν τη μεγάλη της απήχηση στην ορθότητά της. Τότε όσοι είχαν απομείνει αναγκάστηκαν να αποδεχτούν ότι ήταν πλέον κοινώς αποδεκτό, προκειμένου να μην θεωρηθούν ταραξίες που απαρνιούνται τις γενικώς παραδεδεγμένες απόψεις, ή θρασείς, που θεωρούν ότι είναι πιο έξυπνοι απ όλους τους άλλους.

Όταν μια γνώμη φτάνει σε αυτό το βαθμό αποδοχής η συγκατάνευση αποτελεί πλέον καθήκον. Από το σημείο αυτό και στο εξής οι λίγοι που είναι ικανοί να κρίνουν θα σιωπήσουν. Μιλούν μόνο όσοι είναι παντελώς ανίκανοι να σχηματίσουν οποιαδήποτε γνώμη ή κρίση, αφού παπαγαλίζουν απλώς τις απόψεις των άλλων. Ωστόσο υπερασπίζονται τις συγκεκριμένες απόψεις με υπερβάλλοντα ζήλο και μισαλλοδοξία, καθώς αυτό που απεχθάνονται στους ανθρώπους με διαφορετικό τρόπο από το δικό τους δεν είναι τόσο οι διαφορετικές τους κρίσεις, όσο η τόλμη να θέλουν να σχηματίσουν τη δική τους άποψη. Εν ολίγοις, ελάχιστοι είναι ικανοί να σκεφτούν, όλοι όμως θέλουν να έχουν άποψη. Συνεπώς δεν απομένει παρά να ενστερνιστούν έτοιμες απόψεις άλλων αντί να σχηματίσουν τις δικές τους.

Εφόσον αυτό συμβαίνει, τι αξία έχει μια γνώμη, ακόμη κι αν έχει εκατοντάδες χιλιάδες υποστηρικτές;

Δεν είναι περισσότερο τεκμηριωμένη από ένα ιστορικό γεγονός καταγεγραμμένο από 100 ιστορικούς, οι οποίοι αποδεικνύεται πως έχουν αντιγράψει ο ένας από τον άλλο, η άποψη στο τέλος μπορεί ν αποδοθεί σ ένα και μόνο άτομο. Άλλα θα πω εγώ, άλλα εσύ κι άλλα κάποιος άλλος. Δεν πρόκειται για τίποτα περισσότερο από μια σειρά ισχυρισμών.

Ο Τρωικός ο Πόλεμος

Κάτ’ απ’ το κάστρο το βαρύ με τα πλατειά τα τείχη
στέκοντ’ οι έλληνες βουβοί και βλαστημούν την τύχη.
Μοίρα κακή τους έριξε και πάνε δέκα χρόνια·
οι ζέστες τους αφάνισαν, τους έλιωσαν τα χιόνια·
και ο πανούργος Oδυσσέας έχει κι αυτός σαστίσει
και τους θεούς παρακαλεί για νάβρουν κάποια λύση.
– Άχ, Οδυσσέα (έλεγε) είσαι μεγάλος βλάκας,
ποιος τούπε του Μενέλαου να γεννηθεί μαλάκας;
κι έτσι τον Πάρη άφησε να τόνε κερατώσει
και στης Ελένης το μουνί τον πούτσο του να χώσει·
κι εγώ τι φταίω σ’ όλ’ αυτά ν’ αφήσω την καλή μου
και δέκα χρόνια να τραβώ στην Τροία το πουλί μου;
Αυτά κι άλλα σκεφτότανε, μάτι χωρίς να κλείσει,
μα ‘τανε δύσκολο πολύ, δεν έβλεπε τη λύση.
Μέσα στην τρύπια του σκηνή μια μέρα ξαπλωμένος
εχάιδευε τον πούτσο του πούτανε σηκωμένος.
Τα δυό μεγάλ’ άρχίδια του κρεμόντουσαν με χάρη
και να! μπροστά του η Αθηνά εστάθη με το κοντάρι.
Σηκώνει τη χλαμύδα της και δείχνει το μουνί της­
σκύβει και λέει στο αφτί με καύλα στη φωνή της:
– Ω, πολυμήχανε Οδυσσέα, απ’ τού Ολύμπου τα ύψη
στο πατρικό το σπίτι σου σε κοίταγα με θλίψη
της Πηνελόπης το μουνί να το γαμάς με λύσσα
κι αόρατη κατέβαινα και μάζευα τα χύσια·
σα λυσσασμένη κοίταγα την όμορφη ψωλή σου,
τ’ άρχίδια σου τα τριχωτά και το χοντρό καυλί σου
κι είμ’ από τότε ανήσυχη και δε θα ησυχάσω
τον πούτσο σου, που λαχταρώ, αν δεν τον δοκιμάσω.
Εγώ κρατάω τα κλειδιά, την Τροία για να πάρεις,
μα πρέπει για αντάλλαγμα να μου τον φερμάρεις.
Ο Οδυσσέας σταμάτησε, σκέφτηκε ώρα λίγη,
είδε πως ήταν δύσκολο πολύ να τ’ άποφύγει.
Της βάζει μια τρικλοποδιά, την ξάπλωσε στο χώμα,
κι από την καύλα την πολλή θα την γαμούσε ακόμα,
μα πήγ’ ο νους του στη δουλειά, σηκώνεται ξανά,
σκουπίζει την ψωλάρα του και λέει στην Αθηνά:
– Μωρή πουτάνα, στόκανα και τούτο το χατίρι,
πες μου τώρα το κόλπο γρήγορα, πες μου το κι ά-σιχτίρι!
Τα ξέρεις άπ’ τον Όμηρο· τι να στα λέω ξανά;
Τι κόλπο του ξεφούρνισε η πρόστυχη Αθηνά:
έφτιαξε ένα άλογο ψηλό τριάντα μέτρα,
που ήταν όμως ξύλινο και όχι από πέτρα.
Μέσα στην κούφια του κοιλιά κρυφτήκανε μ’ ελπίδα
και κόβανε την κίνηση απ’ την κωλοτρυπίδα.
Κι οι τρώες, όπως ξέρετε, μαλάκες ήταν όλοι,
εγκρέμισαν τα τείχη τους και τόφεραν στην πόλη
κι όταν η νύχτα έπεσε οι τρώες κουρασμένοι
στα μαλακά κρεβάτια τους πέσαν ευτυχισμένοι.
Μα ξάφνου, μέσα στο βαθύ της νύχτας το σκοτάδι,
ξεχύνονται από παντού, σα νάταν απ’ τον Άδη,
εκατοντάδες άχαιών δαυλιά κρατώντας όλοι
κι απ’ του αλόγου την κοιλιά πηδάνε μες στην πόλη.
Και να, ο Οδυσσέας κινδύνευε, καθώς αλλού σας είπα,
και κάθε μέρα κοίταζε του κώλου του την τρύπα.
Στα μακρινά παλάτια του, στην όμορφη πατρίδα,
στο σπιτικό του δηλαδή, ξαπλώναν την αρίδα
μάτσο τα αρχοντόπουλα από γονείς βαρβάτους
και κάθε μέρα τρώγονταν χειρότερ’ απ’ τους γάτους.
Την Πηνελόπη ήθελε καθένας τους για ταίρι,
για να της γλείφει τα βυζιά και να της βάζει χέρι.
Αυτή όμως δεν πείθεται πως έχει πια χηρέψει,
και μ’ όλο που στον ύπνο της συχνά παθαίνει ρεύση,
κρατά την τρύπα της κλειστή για τα καυλιά τα ξένα,
καυλιά π’ αν τάβαζε μαζί για να τα κάνει ένα
κι αυτό το ένα το καυλί στην τρύπα της να χώσει
πάλι δε θα της έφτανε για να την ξεκαυλώσει.
Παρ’ όλη όμως την καύλα της – και είναι προς έπαινόν της­ –
ψωλή δεν άγγιξε ποτέ τον πισινόν της.
Όρκο τούς βάζει φοβερό: πώς την καρδιά θα δώσει
σ’ όποιον μπορέσει με κλειστά μάτια να της τον χώσει.
Ήτανε δύσκολο πολύ σε τούτη τη φατρία
(της τόχε μάθει ο Οδυσσέας πριν φύγει για την Τροία)
την Πηνελόπη έγδυνε, ασφάλιζε τα μάτια,
έπαιρνε φόρα, όρμαγε σαν τα βαρβάτα άτια,
κι έτσι τρέχοντας πήγαινε στην τρύπα συστημένα,
παρ’ όλο πού τα μάτια του ήτανε σφαλισμένα.
Και με το κόλπο τώρ’ αυτό τους έχει πια στο χέρι
και όρκο παίρνει πως κανείς δε θα τα καταφέρει.
Ήρθε η ώρα η κρίσιμη, πλησίασε η ώρα,
που βασιλιά θ’ απόχταγε του Oδυσσέα η χώρα.
Σε χαμηλό ανάκλιντρο, στα κόκκινα στρωμένο,
η Πηνελόπη στάθηκε με κώλο τουρλωμένο.
Λίγο πιο πέρα οι γαμπροί στέκονται στη γωνία
και τη σειρά του ο καθείς προσμένει μ’ αγωνία.
Πρώτος είν’ ό Ψωλάριχος – τα μάτια τούχουν δέσει,
μα το πανί είναι μακρύ και κρέμεται σαν φέσι.
Κινά σε λίγο βιαστικός για την κωλοτρυπίδα,
περνάει δίπλα της ξυστά και χάνει καθ’ ελπίδα.
Δεύτερος ο Μουνίχιος – κρατάει την Τροιζήνα,
μα παίρνει λάθος διεύθυνση και μπαίνει στην κουζίνα·
κι ο κώλος πάντ’ ανέγγιχτος τουρλώνεται με νάζι
και την ψωλή του τυχερού στα βάθη του φωνάζει.
Τρίτος είν’ ο Αρχίδημος, με τα μεγάλ’ αρχίδια,
αλλά σκοντάφτει στα μισά και πάει στα τσακίδια.
Τέταρτος, πέμπτος… έβδομος… κανείς δεν έχει τύχη,
και την πληρώνουν πάντοτε οι πόρτες και οι τοίχοι.
Και ξάφνου, κάποιος πρόβαλε (κανένας δεν τον ξέρει
κι ούτε να είναι φαίνεται απ’ τα δικά τους μέρη),
στον κώλο ρίχνει μια ματιά, π’ ασπρίζει κει στο βάθος,
γυρνάει και λέει στους γαμπρούς όλο καημό και πάθος:
– Είμαι κι εγώ ‘νας άρχοντας, έχω γαλάζιο αίμα
(να μαραθεί ο πούτσος μου, εάν σας λέω ψέμα!),
τον κώλον αυτόν τον αναιδή θάθελα να δαμάσω·
παρακαλώ αφήστε με κι εγώ να δοκιμάσω.
Τον άφησαν· τού δέσανε τα μάτια και τον γδύσαν
κι ο πούτσος του σαν φάνηκε τον είδαν κι απορήσαν.
Μ’ αυτός κινάει αγέρωχος, με γρήγορο το βήμα,
κι ο πούτσος στην κωλάρα της σφηνώνεται σαν βλήμα!
Ακούστηκε ένα τρίξιμο, σαν πόρτα όταν κλείνει-
είχε ξεχάσει, η δύστυχη, να βάλει βαζελίνη…
Όλ’ οι μνηστήρες τάχασαν, τους ζώσανε τα φίδια·
έξ’ απ’ τον κώλο μοναχά κρεμόντουσαν τ’ αρχίδια.
Της Πηνελόπης η φωνή τους βγάζει απ’ την πλάνη
(τον έχει ακόμα μέσα της κι από τις πάντες κλάνει):
– Είν’ ο Οδυσσέας, κι αν μπορεί κανείς ας με διαψεύσει,
λάθος δεν κάνω εγώ ποτέ, τον γνώρισ’ απ’ την γεύση!
Τότε (τί θαύμα φοβερό!) εκείν’ οι ψωλαράδες
κατάχαμα ξαπλώσανε σαν νάτανε κυράδες­
ανοίγουνε τα πόδια τους, τουρλώνουνε τον κώλο
και περιμένουν να δεχθούν τον τρομερό τον ψώλο.
Μ’ αυτός δηλώνει άσπλαχνα πώς είναι κουρασμένος,
πως είν’ τ’ αρχίδια του κενά κι ο πούτσος του πεσμένος.
Έδωσε όμως το λόγο του στους τουρλωμένους κώλους
πως κάποια μέρα και αυτούς θα τους γαμούσε όλους.

Από τη Νεοελληνική Αθυροστομία 1 της Μαίρη Κουκουλέ, εκδόσεις Νεφέλη, 1984

Ο Τρωικός ο Πόλεμος είναι ειπωμένος στην ανθολόγο από τον θείο της Γιώργο, απόστρατο αξιωματικό, και τον γιό του Κωνσταντίνο, φοιτητή. Γνωστό τουλάχιστον από το 1955, κυκλοφόρησε, παράνομα, σε μαγνητοταινία το 1978. Ο λογοτέχνης ‘Ηλίας Παπαδημητρακόπουλος, τέως στρατηγός, κατέγραψε μια παραλλαγή του ποιήματος (το 1979), πού κυκλοφορούσε προφορικώς μεταξύ των φαντάρων. Την εποχή εκείνη ο Τρωικός ο Πόλεμος, καθώς και παραλλαγές του, ήσαν γνωστά σε φοιτητές, καλλιτέχνες και κυρίως στους ομοφυλόφιλους.

%ce%bd%ce%b5%ce%bf%ce%b5%ce%bb%ce%bb%ce%b7%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%ce%b1%ce%b8%cf%85%cf%81%ce%bf%cf%83%cf%84%ce%bf%ce%bc%ce%af%ce%b1

Μάνος Χατζιδάκις: Η δημογεροντία του μέλλοντος

Βίντεο

Κυριακή, 15 Ιουλίου 1979

Τη μέρα που υπογράφονταν στο Ζάππειο η ένταξή μας μου πήραν μια συνέντευξη τα μέσα ενημερώσεως, τα ευρωπαϊκά. Όμως δεν βρήκανε τις απαντήσεις μου ευχάριστες και διασκεδαστικές για το κοινό τους που βλέπει τηλεόραση το βράδυ στις εννιά, και φυσικά δεν μετέδωσαν την συνέντευξή μου. (Εκεί, όπως θα διαπιστώσατε, «σέβονται» το κοινό. Αφού τ’ αποβλάκωσαν πρώτα, τώρα εννοούν να το υπηρετούν πιστά και να το διασκεδάζουν).

Μέσα στ’ άλλα γι’ αυτή την εκπομπή, πού τελικά δεν μεταδόθηκε, μου ζήτησαν να σπάσω μερικά πιάτα. Λατρεύουν καθώς ξέρετε σε όλη την Ευρώπη, τον ήχο των ελληνικών πιάτων. Και βέβαια δεν τους άρεσε όταν τους απαγόρεψα ν’ ακούγονται μπουζούκια στην εκπομπή.

Μου’ παν μ’ ένα περίεργο ύφος: Δηλαδή η θρυλική εκείνη εικόνα των Αθηνών του Ποτέ την Κυριακή, της ταινίας πού γράψατε μουσική, δεν ήταν αληθινή; Μας είπατε τότε ψέματα όταν σπάγατε πιάτα και τραγουδούσατε με συνοδεία μπουζουκιών;

Και πρωτ’ απ’ όλα, τους απάντησα πού μ’ είδατε εμένα προσωπικά να σπάω πιάτα και να τραγουδώ με μπουζούκια; Ήταν η Μελίνα Μερκούρη κι όχι εγώ. Αν σας την θυμίζω, τόσο το καλλίτερο. Πάει να πει ότι της μοιάζω. Όμως ας έρθουμε στην παρεξή­γησή σας γύρω από την Αθήνα. Η τότε Αθήνα της ευημερίας, των πρώτων τουριστικών ρευμάτων και της ανεμελιάς, υπήρξε ένα θεατρικό σκηνικό μες στο όποιο όλοι μας λίγο πολύ, υπεύθυνοι και ανεύθυνοι παίζαμε με παρρησία τους νεοέλληνες. Αυτή η Αθήνα είναι γεγονός πώς δεν υπάρχει πια. Χάθηκε μάλλον οριστικά.

Και συνέχισα: Μη μου ζητάτε ένα μνημόσυνο που σήμερα το πραγματο­ποιούν μόνο οι ανώνυμοι βιομηχανίσκοι, με τις λαϊκές στάρλετ και τις φαβορίτες στα καταστήματα μπουζουκιών που ξενυχτάνε και που ευτυχώς κλείσανε, ελπίζω δια παντός.

Ποια είναι η σημερινή Αθήνα, με ρωτούν, η Αθήνα του εβδομήντα εννιά. Μπορείτε να την περιγράψετε;

Τους απαντώ: Μια Αθήνα σκεφτική. Με προβλήματα που της χαράζουν το πρόσωπο. Με μια εξαίσια και γοητευτική μόλυνση περιβάλλοντος. Με παγωμένες σχέσεις και πληγωμένη συμπεριφορά. Με τη σφραγίδα του χυδαίου σ’ ό,τι καινούργιο χτίζει. Δεν γνωρίζω αν σας είναι η εικόνα αυτή ελκυστική, όμως ξέρω καλά πώς είναι πιο πραγματική απ’ την παράδοσή της. Απ’ τα τρισήμισυ εκατομμύρια πού την κατοικούν, τα δυόμισι είναι εσωτερικοί μετανάστες – τυχοδιώκτες της επαρχιακής Ελλά­δας. Προσφέρουν στην πρωτεύουσα βία, αθλιότητα, ανασφάλεια και θλιβερό γούστο. Και οι πόλεις της επαρχίας, απαλλαγμένες απ’ τα δεύτερα στοιχεία τους, παίρνουν αναπνοή και γίνονται λίαν κατάλληλες για ιδιωτική ζωή κι ανθρώπινη συμπεριφορά. Αλλά κι αυτό, ίσαμε να το μυριστούν οι άθλιοι των Αθηνών και ξαναπάνε πίσω στα πάτρια εδάφη για να καθαρίσει κι άλλη μια φορά ή Αθήνα. Η περιπέτεια αυτή γνήσια ελληνική, θυμίζει την «Ελλαδογραφία» του Γκάτσου, χωρίς όμως το επικό στοιχείο του ποιητή.

Μετά απ’ την απάντησή μου αυτή μπλέξαμε σε λεπτομέ­ρειες άπειρες, θέλοντας να εξηγήσω, τί είναι η «Ελλαδο­γραφία». Δύσκολος ο κώδικας για μια ευρωπαϊκή ερμη­νεία του τίτλου, του ποιήματος και του περιεχομένου του. Περιορίσθηκα λοιπόν στα απαραίτητα, και συνεχίσαμε.

Ερώτηση: Τι συνθέτει την Ελλάδα του σήμερα και ποια στοιχεία την εκπροσωπούν;

Απάντηση: Μια αδυναμία της χώρας να τοποθετηθεί πια τα προβλήματα της πάνω στα λεγόμενα πατριωτικά βάθρα, οπού οι κρίσεις της να ενοποιούν τον διχασμένο από χιλιάδες μικροσυμφέροντα ανώριμο πληθυσμό. Στο παρελθόν μια τέτοια τοποθέτηση μ’ όλες τις συγκεχυμένες καταστάσεις πού δημιουργούσε, μας οδηγούσε επί του ασφαλούς σε εθνικές εξάρσεις, πολύ εποικοδομητικές για μια εγχώρια κατανάλωση, τουλάχιστον. Σήμερα όλα αυτά φαντάζουν σαν παλιά ιστορική ταινία του Αλεξάντερ Κόρντα, ή για να είμαστε συνεπέστεροι στα καθ’ ημάς, σαν μια ταινία του Μαδρά ή του Λάσκου με τους Χλόηδες, τους αγαπητικούς και τις αθώες βοσκο­πούλες.

Ύστερα, να κι άλλο κάτι πού μας εκπροσωπεί. Η καλοζωία. Χωρίς περιεχόμενο και ευτελούς αισθητικής. Μια καλοζωία πού βασίζεται περισσότερο στη νευρωτική εκτόνωση παρά στην απόλαυση, στην ηδονή θάλεγα, «για καλώς προπαρασκευασμένες επιθυμίες». Καλοζωία που ικανοποιεί συμπλέγματα και προκαταλήψεις καλύπτοντας θεατρικά, ευτέλεια κι αθλιότητα.

Ακόμη: Ένας χείμαρρος αυτοσχεδιαστικών αντιδράσεων, σ’ όλες τις περιοχές του δημοσίου βίου μας. Μια επιπόλαιη χάραξη προοπτικών και πολιτικής. Έλλειψη κοινού νου, και μια καταπιε­στική παρουσία του εγώ μας, πού τις περισσότερες φορές μας εμποδίζει να συνεννοηθούμε και να συνεργαστούμε πάνω στα τοπικά, αλλά και στα ευρωπαϊκά που άρχισαν ήδη να μας θίγουν και να μας απασχολούν.

Τέλος: Ένας ηθικοπλαστικός εθνικισμός, που έχει τις ρίζες του στην ανελεύθερη καταγωγή μας και πού η εκμετάλλευση του απ’ όλους μας για ευτελείς σκοπούς, τον έχει ήδη καταστήσει ανυπόληπτο.

Ερώτηση: Και κάτι ωραίο;

Απάντηση: Η αβεβαιότητα μας για το μέλλον και τα νεοκλασικό μας πάθος.

Ερώτηση; Γιατί δεν οργανώνεσθε για ν’ αποκτήσετε ασφάλεια;

Απάντηση: Αντιπαθούμε την οργάνωση εκ βαθέων. Άλλωστε η ανασφάλειά μας προσδίδει νεότητα και ή όποια νεότητα μας, σας ελκύει. Δεν είναι έτσι; Μη μου πείτε ότι σας ελκύει το νεοελληνικό μας πνεύμα ή τα γραφτά των νεοελλήνων θεατρικών συγγραφέων! Όχι για τον θεό- έκανε η Γαλλίς παραγωγός της Γαλλικής τηλεοράσεως.

Ερώτηση (από τον συνεργάτη του Ραδιοφωνικού σταθμού του Λουξεμβούργου): Τι νομίζετε κατά την γνώμη σας ότι θα βρείτε στην Ευρώπη όταν στο μέλλον τελείως ενωθεί;

Επιτρέψτε μου νάμαι προσωπικός σ’ αυτή μου την απάντηση, τους είπα. Και πρώτ’ απ’ όλα, το τρομαχτικό, σε υπερμεγέθη παρουσία με εκπροσώπους τον H. P. Lovecraft, τον Edgar Allan Poe και τον Charles Baudelaire. Μετά, μια ευρωπαϊκή ταυτότητα για απογευματι­νούς περιπάτους, ιδίως τις Κυριακές, πότε στο Κιρινάλε, ή στην Πλατεία Βαντόμ και πότε στη Σεβίλλη. Τέλος, ένα ευρωπαϊκό κοιμητήριο για μια εφησυχασμένη δημοκρατική μας αποχώρηση, σαν έρθει ή ώρα μας πού λένε.

Μένει το ερώτημα. Άραγε θα μας απαλλάξει η ένταξη μας από την παραδοσιακή γεροντολατρεία κι από την πρόσφατα ανθισμένη παραδημοσιογραφία;

Τί είν’ αυτό; Ρωτάει ο Γάλλος, ο βοηθός του οπερατέρ.

Να σας εξηγήσω προθυμοποιήθηκα. Η Παραδημοσιο­γραφία είναι κάτι σαν παρακρατική οργάνωση, αλλά δεν έχει σχέση με το κράτος. Αντίθετα πολλές φορές το πολεμάει. Ανθεί σε περιόδους παρακμής και με την επιπόλαια ανοχή της επισήμου Δημοσιογραφίας. Κύριος σκοπός της είναι ο εκφοβισμός, υπηρετώντας σκοτεινά ή ευτελή συμφέροντα. Οι σοβαροί δημοσιογράφοι γνωρίζουνε την ύπαρξή της, την περιφρονούν, την συνηθίζουνε αλλά και δεν πιστεύουν στην κάποια οποία σημασία της παρουσίας της. Η παραδημοσιογράφια όμως υπάρχει, λειτουργεί και επιβάλλεται. Ανεύθυνη και αντιπαθητική.

Και τούτο δεν τους άρεσε πολύ και δεν το βρήκαν δια­σκεδαστικό για τηλεθεατές κι ακροατές του ραδιοφώνου σε ώρα νυχτερινή.

Μα συνέχισαν και με ρώτησαν. Πώς αντιμετωπίζετε την ενοποιημένη κουλτούρα της Ευρώπης σήμερα;

Άνευ φόβου και άνευ πάθους, τους απαντώ. Δεν μας τρομάζει απ’ τη στιγμή πού μας περιέχει. Κι όσο για τα επί μέρους γραφικά στοιχεία μας, έτσι κι αλλιώς μας ήταν άχρηστα, κι ήμασταν αποφασισμένοι να τα πετάξουμε και να τ’ αποκηρύξουμε μετά πάσης βδελυγμίας όταν με τον καιρό θα ωριμάζαμε. Η ένταξη μας, μας ωριμάζει αυτομάτως και μας παρουσιάζει πιο αληθινούς. Κι έτσι τα γραφικά και τα ιδιότυπα, τα βάζουμε για πάντα στο συρτάρι. Με κοίταξε περίεργα η Γαλλίδα, όμως δεν είπε τίποτα. Κατάλαβα. Αυτή πού τόσο της αρέσουνε τα γραφικά μας τα φολκλορικά, και τι την νοιάζει ποιό είναι το αληθινό μας πρόσωπο.

Αυτός απ’ τη Γερμανική τηλεόραση μου λέει ξαφνικά: Νιώθετε Έλληνας, για Ευρωπαίος;

Τί ερώτημα, σκέφτομαι. Καν βέβαια του απαντώ, Έλληνας αν αυτό σημαίνει Ευρωπαίος. Κι Ευρωπαίος, αν αυτό συμπεριλαμβάνει την Ελ­ληνικότητα μου.

Σας ενδιαφέρει η ελληνική σας ιθαγένεια; Μου κάνει αυτός από το Λουξεμβούργο.

Του απαντώ: Αν με εξουθενώσετε, όχι. Η τουλάχιστον θα μ’ ενδιαφέρει όσο ενδιαφέρει ένα φυλακισμένο στο Άουσβιτς, αν είναι απόγονος του Μεγαλέξαντρου ή του μεγάλου Τσέγκις Χάν. Αν πάλι μείνω ελεύθερος η ελλη­νική μου ιθαγένεια θάναι μια πραγματικότητα πού δεν θάμαι σε θέση να την αρνηθώ, έτσι καθώς θάναι συνυφασμένη με τη γλώσσα και με την προσωπική μου Ιστορία. Το μόνο πού μπορώ να ελπίζω είναι να γίνει μια αλήθεια και για σας.

Ερώτηση: Ποιοι θα μας κυβερνήσουνε μελλοντικά, στην Ενωμένη Ευρώπη;

Κι απάντησα: Ελπίζω για τους επερχόμενους, μια δημογεροντία του πνεύματος κι όχι η Άγια κι Αποστολική οικογένεια του πρίγκηπος Φρανκενστάϊν.

Εδώ τελειώνω. Και το νομίζω περιττό να διευκρινίσω πώς ύστερ’ απ’ τη δεύτερη απάντηση μου, το συνεργείο της Ευρωπαϊκής τηλεόρασης, με κάποια βιαστική πρό­φαση είχε κιόλας φύγει, μη βρίσκοντας διασκεδαστικές τις απαντήσεις μου.

Η συνέχεια και το παιχνίδι των ερωτήσεων κι απαντήσεων, έγινε εντός μου, καθώς επέστρεφα στο σπίτι μου.

[πηγή: Μάνος Χατζιδάκις, Τα σχόλια του Τρίτου. Μια νεοελληνική μυθολογία, Εξάντας, Αθήνα 1980, σ. 171, 175, 176]

Μάνος Χατζιδάκις - Τα σχόλια του τρίτουΣαν άρχισα τα «Σχόλια» στο Τρίτο το ’78, δεν είχα αποσαφηνίσει μέσα μου ούτε το ύφος της γραφής τους, ούτε καλά-καλά τους στόχους μου. Γνώριζα βέβαια πως θα’ πρεπε να ξεκινήσω απ’ την πραγματικότητα του τόπου μας, αλλά όχι με τον τρόπο της «βραδυνής» και «μεσημβρινής» παραδημοσιογραφίας – τρόπος και είδος γραφής που απεχθάνομαι από νέος και περιφρονώ.
Σχόλιο με σχόλιο λοιπόν σχημάτιζα τον τρόπο, τη γραφή και το επίπεδο μέσα απ’ το οποίο έβλεπα τον νεοελλαδικό κόσμο μας και επικοινωνούσα ολοένα με ένα πλατύτερο κοινό ή καλλίτερα με ένα μεγαλύτερο κοινό, γιατί ποτέ είναι αλήθεια δεν υπήρξα κατάλληλος για το πλατύ κοινό. Φυσικά επικοινωνούσα με όλους, εκτός από τους παραδημοσιογράφους και τον αρμόδιο υφυπουργό – ανίκανους, για μια οποιαδήποτε επικοινωνία. Αυτοί όμως ενοχλήθηκαν πολύ σαν συνειδητοποίησαν το γεγονός ότι επιτυγχάνετο επικοινωνία χωρίς τη συμμετοχή τους, χωρίς τα δημοσιογραφικά ή τα πολιτικά οφέλη, έτσι κι η αντίδρασή τους ήταν άμεση – ενορχηστρωμένη λασπολογία, «αγανακτισμένοι ακροατές», μηνύσεις και ένας υφυπουργός πιεζόμενος από την Κοινή, κοινότατη Γνώμη. Το Τρίτο σταμάτησε τη λειτουργία του, σταμάτησαν και τα «Σχόλια». Για μιαν ακόμη φορά η ποιητική συνείδηση και η έκφρασή της καταδιώχθηκε και εξαναγκάστηκε στη σιωπή. Η έκδοση λοιπόν αυτών των «Σχολίων» ήταν επιβεβλημένη για να μην ξεχνάμε την αθλιότητα και τις οδυνηρές αλήθειες του καιρού μας και του τόπου μας.
(Αθήνα, 27 Νοεμβρίου 1980, Μάνος Χατζιδάκις)

Commentariolum Petitionis: το πρώτο εγχειρίδιο προεκλογικής εκστρατείας στην παγκόσμια ιστορία

Το ημερολόγιο έγραφε 64 π.Χ, όταν ο ταλαντούχος ρήτορας και δικηγόρος Μάρκος Τύλλιος Κικέρων αποφάσισε να δοκιμάσει την τύχη του στην πολιτική αρένα, διεκδικώντας τη ψήφο των Ρωμαίων για το αξίωμα του ύπατου. Οι περισσότεροι ιστορικοί υποστηρίζουν σήμερα ότι, ίσως να μην είχε καταφέρει τίποτα, εάν ο αδερφός του Κόιντος δεν είχε ετοιμάσει γι’ αυτόν το πρώτο εγχειρίδιο προεκλογικής εκστρατείας στην παγκόσμια ιστορία.

Πολύ πριν ο Μακιαβέλι παρουσιάσει τις συμβουλές του στον Ηγεμόνα, ο Κόιντος Τύλλιος Κικέρων παρουσίασε το Commentariolum Petitionis, ένα πλήρες εγχειρίδιο πολιτικής συμπεριφοράς, που κάνει ακόμη και τους σημερινούς υπευθύνους επικοινωνίας των κομμάτων να θυμίζουν ερασιτέχνες συμβουλάτορες.

Σε αντίθεση με τον Ηγεμόνα, στον οποίο ο Μακιαβέλι παρουσιάζει τους κανόνες επιβίωσης ενός μη εκλεγμένου ηγέτη, ο Κόιντος περιγράφει την απαιτούμενη συμπεριφορά ενός υποψηφίου σε ένα δημοκρατικό σύστημα. Αν εξαιρέσει κανείς την ανυπαρξία των μέσων ενημέρωσης, οι συμβουλές του Κόιντος προς τον αδερφό του μπορούν σήμερα να χρησιμοποιηθούν (και πιθανότατα χρησιμοποιούνται καθημερινά) από τους υποψηφίους των λεγόμενων κομμάτων εξουσίας, σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Ακόμη και σε αυτό το επίπεδο, όμως, ο λόγος του νεαρού Κικέρωνα φαίνεται να διαπερνά τη λογική που έχει επικρατήσει σήμερα και στα τηλεοπτικά debate.

Προσοχή στους εργολάβους

Ξεκινώντας την παράθεση των συμβουλών του ο Κόιντος επισημαίνει στον αδερφό του ότι, πρέπει να τιμήσει τις συμμαχίες που έχει δημιουργήσει με τους ανθρώπους ισχύος της εποχής. «Όσοι έχουν συμβόλαια (εργολαβίες) με το δημόσιο πρέπει να είναι στο πλευρό σου και το ίδιο ισχύει και για την επιχειρηματική κοινότητα» γράφει στο εγχειρίδιο και συνεχίζει: «Μην ξεχνάς ποτέ τους ανθρώπους που υπερασπίστηκες με επιτυχία σε κάποιο δικαστήριο, αλλά και τις ομάδες ειδικών συμφερόντων που σε στηρίζουν… Τώρα έχει έρθει η στιγμή να ξεπληρώσουν τις χάρες που τους έχεις κάνει. Να υπενθυμίζεις σε όλους το χρέος τους και την ανάγκη να σε στηρίξουν, σε αυτή την κρίσιμη στιγμή. Όσο γι’ αυτούς που δεν σου χρωστάνε τίποτα, εξήγησέ τους ότι, παρέχοντάς σου στήριξη, θα είσαι εσύ αυτός που θα οφείλεις χάρες και προνόμια».

Ο Κόιντος επανέρχεται συνέχεια στους ανθρώπους με ειδικά προνόμια, αλλά και σε «ομάδες», τις οποίες περιγράφει λίγο πολύ σαν τα σημερινά λόμπι. «Πρέπει» λέει στον αδερφό του «με υπομονή να καλλιεργείς τις σχέσεις σου με τους ανθρώπους που διαθέτουν ειδικά προνόμια. Να τους θυμίζεις ότι είσαι οπαδός της παράδοσης και όχι λαϊκιστής. Εξήγησέ τους ότι ο μόνος λόγος για τον οποίο δείχνεις να τάσσεσαι στο πλευρό των απλών ανθρώπων είναι ότι θέλεις την εύνοια δημοφιλών ανθρώπων σε κρίσιμα πόστα, ώστε να μπορείς να χρησιμοποιείς την επιρροή τους ή τουλάχιστον να γνωρίζεις ότι δεν θα στραφούν εναντίον σου».

Οι κανόνες του προεκλογικού μάρκετινγκ φαίνεται να μην έχουν αλλάξει καθόλου με το πέρασμα δυο χιλιετιών, αφού ο Κόιντος προβλέπει ακόμη και τη διασπορά φημών εναντίον ενός υποψηφίου, που όπως λέει, ξεκινά πάντα από το κοντινό περιβάλλον του πολιτικού. «Η διεκδίκηση του ανώτατου αξιώματος στη Ρώμη», εξηγεί στο Commentariolum Petitionis, «έχει δυο προϋποθέσεις: να εξασφαλίσεις τη στήριξη των φίλων σου και να κερδίσεις την κοινή γνώμη… Ποτέ μην υποτιμάς την οικογένειά σου και τους ανθρώπους του στενού περιβάλλοντός σου. Μόνο αν βρίσκονται όλοι στο πλευρό σου μπορείς να κερδίσεις… Να ξέρεις ότι, όλες οι φήμες που μπορούν να σε καταστρέψουν ξεκινούν από την οικογένεια και τους φίλους».

Αναζητώντας τους… Policy Leaders

«Σε κάθε γειτονιά» λέει στον αδερφό του ο Κόιντος «υπάρχουν συγκεκριμένοι άνθρωποι-κλειδιά οι οποίοι ασκούν εξουσία. Μάθε να τους ξεχωρίζεις από αυτούς που δείχνουν σημαντικοί, αλλά στην πραγματικότητα δεν έχουν εξουσία και συνήθως δεν είναι αρεστοί στην περιοχή τους. Αν δεν καταφέρεις να κάνεις αυτή τη διάκριση ανάμεσα στους χρήσιμους και τους άχρηστους, θα χάσεις πολύτιμο χρόνο και χρήματα σε ανθρώπους που δεν έχουν να σου προσφέρουν τίποτα».

Πάντα όμως ο μεγαλύτερος σύμβουλος επικοινωνίας της αρχαίας Ρώμης επιστρέφει στους λίγους και σημαντικούς ανθρώπους του χρήματος. «Πρέπει» λέει «να δίνεις ιδιαίτερη σημασία στους επιχειρηματίες και τους εύπορους πολίτες. Έλα σε επαφή με τις ηγετικές προσωπικότητες αυτής της ομάδας – δεν είναι δύσκολο γιατί είναι πολύ λίγοι».

Έχοντας εξασφαλίσει τη στήριξη του «κεφαλαίου» της Αρχαίας Ρώμης ο Κόιντος επιστρέφει στις «μάζες» – τις οποίες φαίνεται να αντιμετωπίζει σαν ενοχλητικό βαρίδι στην εποχή της δημοκρατίας. Και εδώ όμως υπάρχουν μυριάδες συμβουλές για να κερδίσεις το… πόπολο.

«Για να εντυπωσιάσεις τους ψηφοφόρους πρέπει να γνωρίζεις πως σκέφτονται οι άνθρωποι. Να είσαι πάντα προσβάσιμος και γενναιόδωρος απέναντί τους. Τίποτα δεν εντυπωσιάζει περισσότερο έναν ψηφοφόρο από έναν υποψήφιο που τον θυμάται, για αυτό το λόγο κάθε μέρα να προσπαθείς να αποστηθίζεις πρόσωπα και ονόματα.

Πρέπει με κάθε τρόπο να μάθεις την τέχνη της κολακείας, η οποία μπορεί να είναι καταδικαστέα στην καθημερινή μας ζωή, αλλά είναι απαραίτητη όταν κατεβαίνεις στον πολιτικό στίβο». Ο λόγος του Κόιντου γίνεται σχεδόν τηλεοπτικός, όταν φτάνει η στιγμή να εντυπωσιάσει τους ψηφοφόρους του αδερφού του. «Σε ό,τι αφορά τις ρωμαϊκές μάζες να θυμάσαι ότι πρέπει να τις εντυπωσιάζεις με θεάματα. Να μην είναι πρόστυχα, αλλά να είναι γεμάτα χρώματα, από αυτά που αρέσουν στον όχλο. Με κάθε ευκαιρία πρέπει να υπενθυμίζεις στις μάζες πόσο καθάρματα είναι οι αντίπαλοί σου και να δίνεις συγκεκριμένα παραδείγματα από τα εγκλήματα, τα σεξουαλικά σκάνδαλα και τη διαφθορά τους».

Σε αντίθεση πάντως με αρκετούς κομματάρχες του σήμερα ο Κικέρων δεν ξεχνούσε ποτέ ότι, εν τέλει, η εκλογική μάχη δεν κρίνεται από τη λάσπη που ρίχνεις στους αντιπάλους σου αλλά από την ελπίδα (αληθινή ή όχι) που δημιουργείς στο ακροατήριό σου.

«Το βασικότερο τμήμα της εκστρατείας σου» γράφει στον αδερφό του «είναι να φέρνεις την ελπίδα στους ψηφοφόρους σου και να περικλείεις τον εαυτό σου με ένα αίσθημα καλής θέλησης. Σε καμία περίπτωση, όμως, δεν πρέπει να δίνεις συγκεκριμένες υποσχέσεις στους πολίτες ή τη Σύγκλητο. Μείνε στις γενικότητες. Στη σύγκλητο να λες ότι θα διατηρήσεις την ισχύ και τα προνόμιά της. Στους επιχειρηματίες και τους εύπορους να λες ότι μάχεσαι για τη σταθερότητα. Και στους απλούς ανθρώπους λέγε ότι πάντα υποστήριζες τα συμφέροντά τους».

Προφανώς ο Κικέρων αναγνώριζε ότι, μια προεκλογική εκστρατεία δεν στήνεται σε δοκιμαστικό σωλήνα. Αρκετοί ακόμη δρώντες θα επιχειρήσουν να επηρεάσουν το αποτέλεσμα με εξίσου στοχευμένες επιθέσεις στον υποψήφιό σου. Και τότ,ε σύμφωνα με τον Κικέρωνα, έρχεται η στιγμή να εξαπολύσεις τον φόβο… «Τους αντιπάλους σου να τους εκφοβίζεις πάντα λέγοντας ότι θα τους οδηγήσει στα δικαστήρια, εάν προσπαθήσουν να δωροδοκήσουν την ψήφο, και να τους θυμίζεις τους δεσμούς σου με την επιχειρηματική κοινότητα. Δεν χρειάζεται όμως να το κάνεις. Ο φόβος λειτουργεί πιο αποτελεσματικά από τη δικαστική αντιπαράθεση… Αυτά είχα να σου πω αδερφέ μου»…

Και ο αδερφός του ακολούθησε πιστά τις συμβουλές του. Ο Μάρκους κέρδισε τις δυο επόμενες εκλογικές μάχες, συγκεντρώνοντας περισσότερες ψήφους από κάθε άλλο υποψήφιο. Μόνο, που μαζί με τους αντιπάλους του, ηττήθηκε εκείνη την εποχή και η Δημοκρατία. Οι συμβουλές ήταν εξαιρετικά αποτελεσματικές, αλλά εξέφραζαν ένα σάπιο πολιτικό σύστημα, που μόνο κατ’ όνομα τοποθετούσες τους πολίτες στο επίκεντρο. Τα δυο αδέρφια σκοτώθηκαν στον εμφύλιο πόλεμο που ακολούθησε και ο οποίος σήμανε το τέλος της Δημοκρατίας και την απαρχή της Αυτοκρατορίας.

πηγή