Όλες οι #ad_hoc εκπομπές

Featured

pinterest

Mixcloud-large-white-300dpi

YouTube-logo-full_color

Find-us-on-facebook_logo

Αντόν Τσέχωφ: Η ζωή είναι ωραία

Η ζωή είναι ένα πολύ άνοστο αστείο, μα μπορείς πολύ εύκολα να την κάνεις πιο νόστιμη.

Και δεν είναι ανάγκη να κερδίσεις 200.000 ρούβλια, να πάρεις το παράσημο του Λευκού Αετού, να παντρευτείς ωραία γυναίκα, να θεωρείσαι νομιμόφρων πολίτης: όλα τούτα τα αγαθά είναι φθαρτά και υφίστανται τις συνέπειες της συνήθειας.

Για να αισθάνεσαι ευτυχία αδιάκοπη, ακόμα και σε στιγμές μελαγχολίας, πρέπει:

α) Να αρκείσαι στο παρόν, και

β) να χαίρεσαι στη σκέψη πως «θα μπορούσε να ήταν χειρότερα».

Πράγμα καθόλου δύσκολο.

Όταν τα σπίρτα παίρνουν φωτιά στην τσέπη σου, να χαίρεσαι και να ευχαριστείς το Θεό που δεν είχες εκεί μέσα καμιά μπουρουταποθήκη.

Όταν σου μπει αγκάθι στο δάκτυλο, να χαίρεσαι, και να λες: «Πάλι καλά που δε μου μπήκε στο μάτι!»

Αν σε πονάει ένα δόντι, να είσαι ενθουσιασμένος, που δε σου πονάνε όλα σου.

Να χαίρεσαι που έχεις τη δυνατότητα να μη διαβάζεις τον «Πολίτη» και που δεν έχεις παντρευτεί τρεις γυναίκες ταυτόχρονα.

Αν σε μαστιγώνουν με βέργα από σημύδα κούνα ψηλά τα πόδια σου και φώναζε: «Πόσο είμαι ευτυχής που δε με χτυπούν με τσουκνίδες.»

Αν μειώσουνε το μισθό σου στα εξακόσια ρούβλια να χαίρεσαι, γιατί θα μπορούσε να έπαιρνες 400. Και αν το μισθό σου τον κάνουν 400 ρούβλια, πάλι να χαίρεσαι, γιατί θα μπορούσε να έπαιρνες 150. Κι αν σου δίνουν 150 ρούβλια, να χαίρεσαι ξανά, γιατί θα μπορούσε να ήσουν άνεργος. Κι αν είσαι άνεργος, τότε να χαίρεσαι πάλι, γιατί φαντάσου να δούλευες εννιά και δέκα ώρες την ημέρα, έξι μέρες τη βδομάδα, με το αφεντικό να σε βρίζει επειδή δεν αποδίδεις… Και να παίρνεις 150 ρούβλια, που δε σου φτάνουν ούτε για το σαμοβάρι σου.

Αν η γυναίκα σου σε απατά με τον καλύτερο σου φίλο, να χαίρεσαι. Γιατί ξέρει να διαλέγει, όπως κι εσύ. Φαντάσου να σε απατούσε με τον εχθρό σου.

Κι αν σε απατά με το μεγαλύτερο εχθρό σου, πάλι να χαίρεσαι, γιατί τουλάχιστον δε δόθηκε σε όποιον βρέθηκε μπροστά της.

Κι αν σε απατά με κάποιον άγνωστο, να ευχαριστείς το Θεό, γιατί δε θα χαλάσεις τη φιλία σου και δε θα μάθει τα μυστικά σου ο εχθρός σου.

Άμα το κράτος θέλει να σου πάρει το σπίτι, να χαίρεσαι. Καλύτερα είναι από το να σ’ το γκρέμιζε ο σεισμός.

Κι αν ο σεισμός σου γκρεμίσει το σπίτι σου, πάλι να χαίρεσαι. Γιατί δε θα ‘χεις πια να πληρώνεις τις δόσεις του δανείου και τους φόρους.

Να χαίρεσαι που δεν είσαι άλογο του τραμ ούτε τριχίνη ούτε χοίρος ούτε γάιδαρος ούτε αρκούδα που σέρνουν οι ατσίγγανοι ούτε κοριός.

Να χαίρεσαι που αυτή τη στιγμή δεν κάθεσαι στο εδώλιο του κατηγορουμένου, που δε στέκεται μπροστά σου ένας δανειστής, που δε συζητάς τα εκδοτικά σου δικαιώματα με τον Τούρμπα.

Όταν στο εξοχικό σου καταφθάνουν πτωχοί συγγενείς, μην πρασινίζεις από το κακό σου, αλλά αναφώνησε θριαμβευτικά: «Πάλι καλά που δεν ήταν οι χωροφύλακες!»

Κι άμα σου βγει το ένα μάτι, να χαίρεσαι που δε σου βγήκαν και τα δύο.

Κι αν οι συμπολίτες σου συνεχίζουν να ψηφίζουν για δήμαρχο τον πιο αχρείο άνθρωπο της Πετρούπολης να χαίρεσαι. Γιατί εσύ κατάλαβες ότι είναι αχρείος.

Κι αν το παιδί σου σε φωνάζει μαμά, να χαίρεσαι, γιατί θα μπορούσε να σε φώναζε και γιαγιά.

Αν εκεί που ζεις βρέχει συχνά, να χαίρεσαι, γιατί θα μπορούσε να ρίχνει χαλάζι.

Αν η γυναίκα σου είτε η κουνιάδα σου παίζουν γκάμες στο πιάνο όλο το βράδυ, μη σε πιάνει νευρική κρίση, μα να χοροπηδάς από χαρά στη σκέψη ότι ακούς μουσική και όχι ουρλιαχτά λύκου.

Αν ο πατέρας σου πεθάνει ξαφνικά, να χαίρεσαι. Γιατί δεν υπόφερε και πρόλαβε να γίνει πατέρας.

Κι αν ο γιατρός σου πει ότι σου μένουν έξι μήνες ζωής, να χαίρεσαι, γιατί θα μπορούσε να προσθέσει ότι οι εξετάσεις σου βγήκαν πριν έξι μήνες κι αμέλησε να σε ενημερώσει.

Κι αν πράγματι πρόκειται να πεθάνεις την επομένη, πάλι να χαίρεσαι, γιατί φαντάσου να μην είχες ζήσει καθόλου, άσε τους λογαριασμούς και τα δάνεια που θα γλιτώσεις.

Κι αν πεθαίνεις, να χαίρεσαι αν πρόλαβες να ζήσεις καλά. Κι αν έζησες μίζερα και φτωχά, και πεθαίνεις, πάλι να χαίρεσαι, γιατί δε χρειάζεται να βασανίζεσαι πια.

Κι αν είσαι υγιής κι έχεις ρούβλια πολλά, αλλά δε βρίσκεις ευχαρίστηση σε τίποτα πια, να χαίρεσαι, γιατί φαντάσου να ήσουν άρρωστος και φτωχός και να πρέπει να ψάχνεις για δουλειά.

Κι αν είσαι άρρωστος και φτωχός και τα παιδιά σου σε λένε μαμά, και η γυναίκα σου σε απατά, και σου βγήκαν και τα δυο μάτια στο σεισμό που γκρέμισε το σπίτι σου, και σε πονάνε όλα τα δόντια σου, και κάθεσαι στο εδώλιο του κατηγορούμενου για κάτι που δεν έκανες και ο πατέρας σου υποφέρει από αρρώστια μακριά, και σου ‘χουν δέσει μια τριχίνη στα λαιμά, κι ο δήμαρχος εκλέχτηκε ξανά και κανείς Τούρμπας μαζί σου δε συζητά, κι όλα σου πηγαίνουνε στραβά, να χαίρεσαι πάλι και να γελάς γιατί χειρότερα τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι, αυτό μην το ξεχνάς.

Ακολούθησε, ω αναγνώστη, τη συμβουλή μου και η ζωή σου δε θα είναι παρά μια μακριά αλυσίδα ευδαιμονίας και χαράς.

Διήγημα του Αντόν Τσέχωφ με τίτλο: «Η ζωή είναι ωραία» και με αφιέρωση: «Σ’ όσους αυτοκτονούν».

Περιέχεται στη συλλογή διηγημάτων του «Η κυρία με το σκυλάκι και άλλα διηγήματα».

 

Δημόσια σφαίρα και αδιέξοδα

Δημόσια σφαίρα

του Γιώργου Κουτσαντώνη

Μόνη θετική όψη της κρίσης αποτελεί το γεγονός ότι αυτή που ζούμε είναι, στην ουσία, μια εποχή μετάβασης. Μοιάζει σιγά σιγά ένα κόσμος να πεθαίνει κι ένας καινούργιος να γεννιέται μέσα σε κλυδωνισμούς, αίματα, δάκρυα και πόνους. Μαζί με την Ελλάδα, η Ευρώπη αλλά και ολόκληρη η ανθρωπότητα βρίσκεται σε μια τεράστια αναστάτωση. Ό,τι παλαιότερα φάνταζε σταθερό, αδιαμφισβήτητο, καθιερωμένο, φθείρεται, καταρρέει (αργά ή απότομα) και τη θέση του παίρνουν νέα σχήματα, άλλες ρυθμίσεις ίσως ακόμα αβέβαιες, ρευστές και αδοκίμαστες, ωστόσο νέες και ελπιδοφόρες.

Κάποιοι βλέπουν ή και δημιουργούν (όταν έχουν την ισχύ να το κάνουν) μόνο αδιέξοδα και φαντάζονται τη μελλοντική «σωτηρία» των κοινωνιών στη σφυρηλάτηση μιας αλυσίδας (με την μορφή ενός τεράστιου τοίχους ή ακόμη ενός γιγαντιαίου ομογενοποιητικού μίξερ ανθρώπινων συνειδήσεων και ψυχών) που κατά κάποιο τρόπο θα «δέσει σφιχτά» την ανθρωπότητα. Τους κρίκους αυτής της αλυσίδας θα αποτελούν ασφαλώς «ισχυροί άνδρες», ηγέτες κατ’ επίφαση δημοκρατικών καθεστώτων (που στην ουσία θα είναι ολιγαρχικά και ολοκληρωτικά), φύλακες του θεού, του νόμου και της τάξης. Και το λουκέτο αυτής της αλυσίδας θα αποτελεί μια υπερδύναμη-ηγεμόνας (ή μια συμμαχία δυνάμεων) ως κεφαλή και στρατηγείο μιας παγκόσμιας αστυνόμευσης, παραπληροφόρησης και πολιτισμικής ένδειας που θα προσφέρει κι άλλο χρόνο στους ολίγους να συνεχίσουν – με τις μειοψηφίες που τους στηρίζουν πιστά – το παράλογο παγκόσμιο όργιο σπατάλης, εκμετάλλευσης, πλανητικής καταστροφής, απληστίας, παρακμής, υποκρισίας και απανθρωπιάς.

Είναι αλήθεια ότι στην Ελλάδα αλλά και αλλού η γενικευμένη αίσθηση μειονεξίας, οικονομικής εξαθλίωσης αλλά και εξουθένωσης που νοιώθουν όλο και περισσότεροι άνθρωποι από τις επαχθείς συνθήκες που έχουν επιφέρει οι οικονομικές συμφωνίες και τα δάνεια-χρέη κρύβει μια επικίνδυνη συνύπαρξη παθητικότητας αλλά και επιθετικότητας που σε συνδυασμό με μια αδυναμία εντοπισμού θετικών στοιχείων (και επομένως οράματος) δημιουργεί ένα εκρηκτικό μείγμα. Κατάσταση ιδιαίτερα επικίνδυνη γιατί θα μπορούσε να μετατραπεί σε έπαρση και εχθρότητα οδηγώντας σε μια αίσθηση «ανωτερότητας» που θα διογκώσει περαιτέρω την κοινωνική διάλυση. Αυτός είναι στην ουσία και ο μηχανισμός επιτυχίας κάθε είδους φασισμού… η εργαλειοποίηση δηλαδή των ανθρώπων μέσα από την μετατροπή της αίσθησης κατωτερότητας σε μια αίσθηση υποτιθέμενης «ανωτερότητας». Η τεχνητή, αρχικά, δηλαδή δημιουργία της αίσθησης αδιεξόδου και η καθοδήγηση των ανθρώπων, στη συνέχεια, προς την απάνθρωπη φασιστική «διέξοδο». Σε αυτό, σε ευρωπαϊκό και όχι μόνο επίπεδο, συμβάλει καθοριστικά το γεγονός ότι η εξουσία έχει μεταβιβαστεί σε μια μικρή ομάδα ξιπασμένων τεχνοκρατών-λογιστών που φαίνεται να μην γνωρίζουν τίποτα για την ιστορία της Ευρώπης και της αβύσσου όπου έχει συχνά βυθιστεί από τα τραγικά σφάλματα του πρόσφατου παρελθόντος. Όμως, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι τα αδιέξοδα αφορούν μόνο ό,τι έχει ιστορικά ξοφλήσει και επομένως ξεπερνιέται από την ίδια την αναπόδραστη πορεία των πραγμάτων. Προσωπικά πιστεύω ότι η ανθρωπότητα δεν έχει ξοφλήσει, ούτε θα επιτρέψει να αφανιστεί από τους ολίγους, ούτε να επιστρέψει στην άβυσσο της εξαθλίωσης, της φτωχοποίησης, του φασισμού και του ολοκληρωτισμού.

Σε αντίθεση με τους πρώτους (που βλέπουν μόνο αδιέξοδα) όσοι έχουν καταλάβει κάτι από την ιστορία γνωρίζουν ότι κάθε εποχή μεγάλης μετάβασης παίρνει τη μορφή μιας βαθύτατης κρίσης που τελικά δεν αφήνει τίποτα και καμία έκφραση της ζωής άθικτη. Όσοι από εμάς συνεχίζουν να πιστεύουν στον άνθρωπο, στις αξίες που δημιούργησε και τις δυνατότητές του, όσοι συνεχίζουν να οραματίζονται μια καλύτερη κοινωνία – μια ευτοπία που θα αφορά και θα ορίζεται από τους πολλούς – έχουν ταυτόχρονα και παράδοξα μέσα τους μια διττή αίσθηση. Αυτή της ατυχίας (να βρίσκονται μέσα στο χάος) αλλά και του προνομίου (να οραματίζονται ένα άλλο αύριο). Έχουν επίσης την βεβαιότητα ότι όσος πόνος, όση αδικία και όσο αίμα κι αν χύθηκε σε κάθε εποχή μεγάλης μετάβασης, η ανθρωπότητα απέναντι σε κάθε τυραννία (σε όλες τις εκφράσεις και εκφάνσεις της) όλο και κάτι παραπάνω κέρδισε, βήμα το βήμα (κάποιες φορές ίσως με μερικά βήματα προς τα πίσω) αλλά συνολικά κέρδισε. Κάτι περισσότερο κέρδισε και κάτι περισσότερο έμαθε. Πίσω από αυτή την ιστορική πραγματικότητα βρίσκεται ο αγώνας χιλιάδων αφανών ανθρώπων από τα μικρά και καθημερινά – στα μεγάλα και σπουδαία που κάνουν την ζωή πιο άξια να τη ζει κανείς και τις κοινωνίες πιο ανθρώπινες. Ανθρώπων που δεν σκέφτηκαν, δεν πρόλαβαν ή δεν θέλησαν ποτέ να δοξαστούν ούτε ως πρωτοπόροι ούτε ως επιφανείς.

Στην Ελλάδα, όσο τα χρόνια περνούν, η κρίση εμφανίζεται με πολλές ιδιοτυπίες που οφείλονται κυρίως στο γεγονός ότι η ελληνική έγινε κατά βάση μια μετα-βιομηχανική καταναλωτική κοινωνία, πριν περάσει από το πολύχρονο στάδιο της βιομηχανικής ανάπτυξης. Ακριβώς για τον παραπάνω λόγο (και σε συνδυασμό με το ότι η ελληνική κοινωνία ήταν απούσα στις μεγάλες ζυμώσεις τις αναγέννησης και του διαφωτισμού) ο μεγαλύτερος κίνδυνος  – μαζί με αυτόν της φασιστικής παραπλάνησης – είναι αυτός μιας παράλληλης πολιτισμικής καθίζησης, δηλαδή μιας παρακμής που δεν θα είναι μόνον οικονομική, θα είναι συνολική. Αυτό γιατί το βαθύτερο νόημα της εποχής μπορεί να μην γίνει ευρέως και μαζικά αντιληπτό, πράγμα που θα έχει ως αποτέλεσμα να μην αναπτυχθούν οι αναγκαίες δυνάμεις ώστε να ξεπεραστεί συνολικά – ολιστικά η κρίση. Θεωρώ ότι το βαθύτερο νόημα αυτής της εποχής (σε επίπεδο ελληνικής ιδιαιτερότητας), είναι ότι ενώ παραμένουμε σε βαθύτατα απαρχαιωμένες οργανωτικές, διοικητικές, οικονομικές και ασφαλώς πολιτικές δομές έχουμε αναπτύξει (και κάποιοι θέλουν πάση θυσία να διατηρήσουν) έναν υπερμοντέρνο καταναλωτικό τρόπο ζωής που συνδυάζεται με ένα σαθρό και χρεοκοπημένο πολιτικό σύστημα. Έναν τρόπο ζωής που λειτουργεί απομονωτικά και απαγορευτικά σε κάθε προσπάθεια ανοίγματος, δημιουργίας και μετάλλαξης της ελληνικής κοινωνίας. Που οξύνει τις ταξικές ανισότητες και συμπιέζει συνεχώς τους πιο αδύναμους.

Και λειτουργεί με αυτόν τον τρόπο γιατί στην νεοελληνική πραγματικότητα (με εξαίρεση κάποιες μικρές αλλά φωτεινές εξαιρέσεις), απουσιάζει μια ουσιαστική δημόσια σφαίρα διαλόγου, προβληματισμού, λήψης αποφάσεων και τελικά δράσεων και συλλογικών ενεργειών. Μια δημόσια σφαίρα ανοιχτή που θα εκθέτει τα «σωστά» και τα «λάθη», θα δημιουργεί αυθεντική κοινή γνώμη και άποψη… που θα ανοίξει το δρόμο προς τη δημοκρατία. Είμαστε διαχρονικά έρμαια της κατεστημένης πνευματικής ηγεσίας (Πανεπιστήμια, Εκκλησία, Μέση και Κατώτερη εκπαίδευση, Επιστημονικά σωματεία, ΜΜΕ κλπ.). Μιας ηγεσίας η οποία ελέγχεται κεντρικά με περισσή φροντίδα σε τέτοιο τρόπο ώστε η «επίσημη άποψη» να παρεμποδίζει την όποια διαμόρφωση «ανορθόδοξων» εκφράσεων της κοινής γνώμης (ακόμη και όταν αυτές είναι απολύτως λογικές) από οποιονδήποτε άλλο φορέα (μεμονωμένων πολιτών και/ή ομάδων πολιτών). Πολλές αυτονόητες «αλήθειες μας» δυστυχώς πολύ συχνά δεν είναι παρά συστηματικά καλλιεργημένες αυταπάτες, που κληρονομούνται άκριτα από γενιά σε γενιά χωρίς διακοπή, χωρίς αμφισβήτηση και επομένως χωρίς αναθεώρηση. Αυτό είναι ένα ζήτημα που – σε συνδυασμό με την επιρροή πολλών «διανοούμενων» (που ξεπέφτουν τάχα όταν ασχολούνται με τα «μικρά και καθημερινά» διότι είναι αποστασιοποιημένοι-θεωρητικοί άρχοντες των «μεγάλων και τρανών») – είναι ένα ζήτημα που συνιστά ένα πολύ σημαντικό εμπόδιο/παράγοντα αποπροσανατολισμού στην πορεία προς τη δημιουργία μιας δημόσιας σφαίρας. Στην Ελλάδα, ακόμη και σήμερα, παραμένουμε χωρίς ταυτότητα αναγκασμένοι να ζούμε με το ένα πόδι στην ανατολή και το άλλο στη δύση, ακριβώς γιατί δεν έχουμε ανοίξει αυτόν τον δημόσιο διάλογο. Όμως ο διάλογος και η ανάγκη για λήψη αποφάσεων από τους ανθρώπους που τα προβλήματα τους αφορούν (τους πολλούς και όχι τους επαγγελματίες πολιτικούς που στην συντριπτική τους πλειοψηφία έχουν προβλήματα άσχετα με την κοινωνία) οδήγησε τους αρχαίους Έλληνες στην επινόηση της έννοιας του πολίτη και επομένως της δημοκρατίας. Χρόνια τώρα καταναλώνεται τόση προσπάθεια, τόση ενέργεια και τόσα αξιακά αποθέματα ώστε να γίνουμε πιστοί ψηφοφόροι και ελάχιστα ξοδεύονται ώστε να γίνουμε ικανοί πολίτες.

Η δημοκρατία είναι το μοναδικό πολίτευμα που έχει ως προϋπόθεση τη συμμετοχή όλων των ανθρώπων, απαιτεί την άμεση συμμετοχή τους, οφείλεται στη συμμετοχή τους, λειτουργεί και διατηρείται χάρις στη συμμετοχή τους και έχει ως σκοπό, μεταξύ άλλων, την πραγματική συμμετοχή των ανθρώπων.

Παράλληλα, ειδικά σήμερα, η σύνδεση και η ταύτιση – που κάνουν πολλοί – της δημοκρατίας με την αριστερά και την λεγόμενη αριστεροσύνη είναι παραπλανητική και αποτελεί μια προσπάθεια ιδεολογικοποίησης της δημοκρατίας που όχι μόνο δεν προάγει τον εκδημοκρατισμό αλλά θολώνει και το τοπίο των κινημάτων-ρευμάτων και των ανθρώπων που επιζητούν αυτή τη ανοιχτή δημόσια σφαίρα. Σε ό,τι αφορά στη δημοκρατία το απαραίτητο στοιχείο είναι η άμεση συμμετοχή των πολιτών, δεν είναι η αντιπροσώπευση αλλά η βιωματική σύνδεση του κοινωνικού με το πολιτικό. Άλλωστε όταν ένα ιδεολόγημα εισχωρήσει βαθιά μέσα στο συνειδητό και στο υποσυνείδητο, ο άνθρωπος που φυλακίζει το μυαλό του μέσα του είναι ικανός για όλα… από την «χρήσιμη» απάτη και το «ωφέλιμο» μίσος μέχρι την «απαραίτητη» βία και τον «αναπότρεπτο» φόνο. Αυτά πιστεύω ότι ισχύουν για όλες τις ιδεολογίες ακόμη και εκείνες που παρουσιάζονται ως «ανθρωπινότερες» είναι ικανές να δημιουργήσουν τέτοιους «ικανούς» ανθρώπους. Έτσι όμως ο άνθρωπος, όταν βρεθεί σε αδιέξοδο, μπορεί να οδηγηθεί σε ψυχικό μαρασμό που αποτελεί την ύστατη και μέγιστη παρακμή που γεννάει άκαρπες και σκοτεινές σκέψεις. Με αυτό τον τρόπο δημιουργείται εκείνη η γνωστή – άγνωστη «κινητήρια» δύναμη που τον εξωθεί σε παρατάσεις και έπειτα σε παράλογες εκρήξεις. Τελικά παθητικά και άσκοπα παγιώνεται μέσα του μια οδυνηρή εσωστρέφεια. Τα παραπάνω δεν αποτελούν μια στείρα καταγγελία (άλλωστε η πλήρης αποϊδεολογικοποίηση δεν είναι ούτε εφικτή, ούτε κατ’ ανάγκη ωφέλιμη, μάλιστα μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα επικίνδυνη) αλλά εστιάζουν στην τεράστια ανάγκη για αποδογματισμό και παράλληλο επαναπροσδιορισμό των αξιών και των ηθικών στοιχείων που τόσο συμπιέστηκαν υπό το τεράστιο βάρος των μεγάλων ιδεολογιών.

Νομίζω επομένως ότι οφείλουμε να δώσουμε στις αποφάσεις μας μια νέα ευκαιρία αναζητώντας ένα νέο συλλογικό και απελευθερωμένο τρόπο στοχασμού που θα είναι ευρέως αποδεκτός και θα βασίζεται σε αξίες που στο κέντρο τους έχουν τον άνθρωπο (από όπου κι αν αυτός προέρχεται και όποια όψη και άποψη κι αν έχει) ως πολίτη μιας ηθικής και αξιακής κοινωνίας/κοινότητας. Μιας κοινωνίας που θα αποφασίζει ανοιχτά τί θα κρατήσει και τί θα απορρίψει, τί θα μεταβάλλει και τί θα επινοήσει. Ο λόγος, κατά τη γνώμη μου, που αποτυγχάνουμε σχεδόν πάντα είναι ο ίδιος… ξεκινούμε με το λάθος ερώτημα. Αναζητούμε – κάθε φορά και σε κάθε ιστορική στιγμή – τί πρέπει να κάνουμε και όχι τί μπορούμε να κάνουμε. Στα αδιέξοδά μας πέφτουμε σχεδόν πάντα στο ίδιο σφάλμα. Χανόμαστε δηλαδή μέσα σε διαμετρικά αντίθετες λύσεις. Αντί να συνειδητοποιήσουμε το πρόβλημα σε όλο το βάθος και την έκτασή του κάνουμε άλματα ιδεαλισμού, ελιτισμού, έτσι χανόμαστε, διαχωριζόμαστε και τελικά καταλήγουμε σε μικρά γκρουπούσκουλα να ελπίζουμε σε απίθανες λύσεις ή να αφομοιωνόμαστε στις λογικές της κοινοβουλευτικής-κρατικής διαχείρισης.

Εάν δεν αναλογιστούμε ξανά την αξία στην αναζήτηση του μέτρου (ως φορέα των μεγάλων πανανθρώπινων αξιών) που θα γεφυρώσει τα χάσματα, θα παραμείνουμε κατακερματισμένοι και θα αναγκαστούμε να υποστούμε παθητικά τη ροπή των γεγονότων. Η ιστορία δεν τελειώνει έτσι απλά, όπως δεν τελειώνει και η ανθρωπότητα. Αν θέλουμε – και όσοι από εμάς θέλουμε – να ζήσουμε το «προνόμιο» της κρίσης ως δυνατότητα (ξεπερνώντας από κοινού τα προβλήματά μας) θα χρειαστεί να ασχοληθούμε συστηματικά τόσο με τον εκδημοκρατισμό της κοινωνίας μας όσο και με τα μικρά και τα καθημερινά προβλήματα (οικονομικά και μη) και να το κάνουμε συλλογικά, ανοιχτά και δημόσια. Τοπικά σε μικρή ή μεγαλύτερη κλίμακα ωστόσο με επιμονή, συνέπεια και συνολικό στόχο τη συνένωσή μας. Έτσι τα μεγάλα και τα τρανά, αν έρθουν, θα έρθουν με τρόπο ουσιαστικό και γνήσιο και αν δεν εμφανιστούν μπορεί να αποδειχθεί ότι ήταν περιττά ή μικρά για την κοινωνία. Όσα ωστόσο εμφανιστούν θα είναι γνήσιο γέννημα πολλών ελεύθερων ανθρώπων που δεν θέλουν να ζουν ανωνυμοποιημένοι, δίχως χαρακτήρα, δίχως ευθύνη, δίχως γνώμη και λόγο. Άνθρωποι του «είναι» και όχι του «έχειν»… πολίτες μιας δημοκρατικής κοινωνίας η οποία, ανοίγοντας νέους εναλλακτικούς δρόμους, αντιστέκεται με ρεαλισμό στην εξαθλίωση και στην παρακμή. Μια κοινωνία που ενώνεται, δημιουργεί, απαιτεί και κερδίζει. Για να πετύχουμε σε αυτό το εγχείρημα χρειαζόμαστε συγκεκριμένες προτάσεις, συνοχή, πολιτική οργάνωση και μια δυνατή-κατανοητή φωνή που θα ενεργοποιήσει εκείνα τα τμήματα της κοινωνίας που συνεχίζουν, ή να εμπιστεύονται αυτούς που τους προδίδουν, ή να παραμένουν στην λογική του «λιγότερο κακού», ή να βυθίζονται στην απάθεια και τον ατομικισμό.

Φυσικά δεν υπάρχει καμία τελεολογική βεβαιότητα ότι αυτός ο νέος κόσμος όντως θα δημιουργηθεί. Κανένα μοντέλο δε μπορεί να προβλέψει τί μπορεί να δημιουργηθεί όταν μιλάμε για κοινωνίες ανθρώπων. Θεωρώ όμως πως για έναν τέτοιο κόσμο – που δεν θα είμαστε αναγκασμένοι να «επιλέξουμε» ανάμεσα στις «μη εναλλακτικές», που δεν θα πρέπει με το ζόρι να διαλέξουμε ή έναν νέο εθνικισμό ή την πλήρη υποταγή στον νεοφιλελευθερισμό – αξίζει να αγωνιστούμε και νομίζω πως θα έχουμε τις πιθανότητες με το μέρος μας αν καταφέρουμε να γίνουμε πολλοί και να παραμείνουμε ενωμένοι.

Ο Γιώργος Κουτσαντώνης γεννήθηκε το 1973 στην Αθήνα. Μετά από επτά χρόνια σπουδών σε μια σχολή ιατρικής της Ιταλίας, εγκαταλείπει την ιατρική και ακολουθεί τη σπουδή της μετάφρασης. Σήμερα ασκεί, ως ελεύθερος επαγγελματίας, το επάγγελμα του μεταφραστή και διερμηνέα. Η ζωγραφική και η συγγραφή παραμένουν δύο μεγάλα πάθη του μαζί με τη συστηματική μελέτη της πολιτικής φιλοσοφίας και κοινωνιολογίας.

πηγή

Οι σωτήρες από το Facebook

Κάθε φορά που ανοίγω το Facebook, εκπλήσσομαι. Πώς είναι δυνατόν όλο αυτό το ανθρώπινο κεφάλαιο να υπάρχει σε μια φτωχιά, προβληματική, μικρή χώρα με ναζί στο Κοινοβούλιο; Πώς είναι δυνατόν από μια χώρα, της οποίας κάποια πανεπιστήμια μερικές φορές (όχι πάντα) μετά βίας μπαίνουν στις λίστες με τα «Τοπ-1.000» του κόσμου και με τα σκορ των μαθητών της στον πάτο της PISA, να έχουν βγει τόσοι εξπέρ, τόσοι ιδιοφυείς ειδήμονες; Κι όχι εξειδικευμένοι ειδήμονες – πανειδήμονες. Συνάνθρωποί μας, επαγγελματίες, του μόχθου, με οικογένειες, ευθύνες, υποχρεώσεις, αφιερώνουν τον πολύτιμο χρόνο τους για να γράψουν τρεις, πέντε ή και δώδεκα μακροσκελείς αναρτήσεις την ημέρα αναλύοντας όλα τα καυτά θέματα της επικαιρότητας για το καλό μας. Η παραγωγικότητά τους είναι αξιοζήλευτη. Η επιδεξιότητα και η ευελιξία τους αξιοθαύμαστες. Και η πολυπραγμοσύνη τους κάνει τον Λεονάρντο ντα Βίντσι να μοιάζει Καρανίκας. Τι Καταλωνίες, τις επιθέσεις στο Λας Βέγκας, τι πετρελαιοκηλίδες στον Σαρωνικό, τι Taxibeat, τι F-16, τα ξέρουν, τα έχουν διαβάσει και τα έχουν επεξεργαστεί όλα.

Δεν αναφέρομαι στους επαγγελματίες αρθρογράφους ή σε κάποιους συγκεκριμένους, σχεδόν δακτυλοδεικτούμενους ιδιώτες που γνωρίζουν συγκεκριμένα θέματα σε βάθος και χρησιμοποιούν τα social media για να διακινήσουν ψύχραιμες, καλά τεκμηριωμένες και προσεκτικά διατυπωμένες απόψεις. Υπάρχουν τέτοιοι, μα είναι μειοψηφία. Κάθε που σκρολάρω στο Facebook, μου ’ρχεται στο μυαλό η εικόνα μιας εξέδρας. Η εξέδρα έχει κανόνες, έχει κώδικες. Για να επιβληθείς και να φανείς, για να τοποθετηθείς πάνω σε όσα συμβαίνουν στο γήπεδο και να σε ακούσουν, να σεβαστούν τη γνώμη σου και κατ’ επέκταση κι εσένα τον ίδιο –με άλλα λόγια, να σου «κάνουν λάικ»– πρέπει να ακολουθήσεις τους κανόνες, να υιοθετήσεις τις φόρμες, τη γλώσσα, την κινησιολογία, το ύφος της εξέδρας. Το Facebook είναι το ίδιο, μόνο που εκεί δεν παίζει ρόλο η κινησιολογία και στο γήπεδό του το άθλημα αλλάζει δύο φορές τη μέρα, από τις δηλώσεις του Τραμπ για τη Βόρεια Κορέα στην επιτροπή Αλιβιζάτου κι από τις περιπέτειες του ηλεκτρονικού εισιτηρίου στο ποιος θα είναι νέος υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας. Κι αυτό το ύφος! Από πού βγήκε αυτό το ύφος; Αυτή η αυτοπεποίθηση, η οίηση; Από την εξάσκηση στο σκληρό, εξελικτικό πεδίο των λάικ της εξέδρας; Από τον σφιχτό εναγκαλισμό της Eλληνίδας μάνας; Από πού; Ξέρετε ποιο εννοώ, το ύφος του παντογνώστη το αδιασάλευτο, αυτό το γεμάτο (όχι τόσο λεπτή) ειρωνεία, ο meta σχολιασμός που θεωρεί το δίκιο δεδομένο και έχει ως αντικείμενο την ίδια τη νίκη στη (φανταστική) μονομαχία με την απέναντι εξέδρα, ποτέ το αντικείμενο της μονομαχίας, στο οποίο το δίκιο είναι αυτονόητο.

Αυτή η πανσπερμία απόψεων επί παντός επιστητού είναι καταπληκτική. Δεν ξέρω τι σημαίνει για την παραγωγικότητα του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα (δεν μπορώ να καταλάβω πότε και αν δουλεύουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι), αλλά σημαίνει ότι στο πεδίο των ιδεών υπάρχουν εργάτες ακάματοι που ρίχνουν δουλειά κάθε μέρα, ρίχνουν λέξεις, τροφοδοτούν τον κόσμο μας με ιδέες ή μάλλον με τετελεσμένα δίκια. Είναι κρίμα που οι Καταλανοί δεν μπορούν να διαβάσουν ελληνικά, ας πούμε, πραγματικά θα γλίτωναν πολύ κόπο και νταβαντούρι αν διάβαζαν το τι πρέπει να κάνουν αναλυμένο με λεπτομέρειες στο ελληνικό Facebook. Το ερώτημα όμως είναι άλλο. Αφού υπάρχουν εδώ πέρα τόσα φωτισμένα μυαλά που ξέρουν όλα τα θέματα και έχουν όλες τις λύσεις και είναι πανέτοιμα να διαφωτίσουν και τους υπόλοιπους με χειμαρρώδεις ποταμούς ιδεών και λύσεων, εμείς, ρε παιδιά, πώς χρεοκοπήσαμε;

του Θοδωρή Γεωργακόπουλου

πηγή

 

Generation K: Αναλύοντας το πρόβλημα της γενιάς που κατάφερε να υποδουλωθεί από τα likes της

kimgeneration

Στην πρώτη σεζόν του Girls, αρχή αρχή ακόμα, η Shoshanna, μαγεμένη από το coolness της Jessa, την προσεγγίζει και μαθαίνει ότι δεν έχει facebook. Αδυνατώντας να το πιστέψει και κοιτώντας τη με θαυμασμό, της λέει το μνημειώδες “you ’re so fuckin’ classy”. Όταν πρωτοείδα εκείνη τη σκηνή, γέλασα, αλλά θυμάμαι ότι η όλη φάση μού φάνηκε εκτός από αστεία και τρομερά δήθεν. Ήταν μια έμμεση στοχοποίησή του mainstream, μια διακριτική πλην εύγλωττη δήλωση πως η συσχέτιση με το δημοφιλές σε κάνει λίγο trash – ενώ η αποστασιοποίησή σου απ’ ό,τι απολαμβάνει η πλειοψηφία σε καταξιώνει. Κάπως απλουστευτική ματιά πάνω στα πράγματα. Δεν είναι το μέσο που σε καθορίζει, ο τρόπος που το χρησιμοποιείς μετράει, σκεφτόμουν.

Τα χρόνια πέρασαν και δεν άλλαξα γνώμη για τα social media, παρ’ όλη τη φρίκη που βλέπουμε κατά καιρούς να παρελαύνει εντός τους. Είναι ό,τι τα κάνεις. Ό,τι τους επιτρέψεις εσύ να γίνουν. Με εξαίρεση κάποια ζητήματα στησίματος, δεν περιέχουν κάτι εγγενώς κακό. Ακόμα και για την παρακμή τους, δηλαδή, δεν φταίνε αυτά. Οι χρήστες είναι υπεύθυνοι για την ομορφιά ή την ασχήμια τους. Εκείνα, απλώς σε καθρεφτίζουν όπως σε καθρεφτίζει ο τρόπος που διαχειρίζεσαι οτιδήποτε δυνητικά επικίνδυνο, από ένα όπλο μέχρι έναν αναπτήρα.

Μόνο που το όπλο και ο αναπτήρας στα χέρια ενός δολοφόνου κι ενός πυρομανούς αντίστοιχα, δεν αποτελούν δυνητικούς, αλλά επιβεβαιωμένους κινδύνους. Υπαρκτό πρόβλημα. Αντίστοιχα (και τηρουμένων των αναλογιών) στα social media, το δημόσιο βήμα και η έκθεση δεν είναι το ίδιο άκακα για όλους. Γιατί ανάμεσα σ’ αυτούς που μπορούν να τα διαχειριστούν σοφά κι επ’ αγαθώ, υπάρχουν κι εκείνοι που αδυνατούν. Και τα ξεφτιλίζουν. Είναι αυτοί που πλέον αποκαλώ εντελώς αυθαίρετα, Generation K. Η γενιά Kardashian.

Η Generation K αποτελείται από άτομα που μεγάλωσαν στον αυτοαναφορικό ωκεανό του web, κι έμαθαν να αντιμετωπίζουν τον εαυτό τους περίπου σαν μονοπρόσωπη εταιρεία (χωρίς βέβαια να είναι), προορισμένη να γράψει ιστορία (χωρίς βέβαια να γράφει). Στην εποχή του ίντερνετ, η ύπαρξη είναι αυτοσκοπός, ένα γεγονός που εκπληρώνει από μόνο του κάποιον στόχο. Τον στόχο του μη στόχου. Το μέσον (ποστάρισμα) ταυτίζεται ολοένα και περισσότερο με τον προορισμό, σε βαθμό που τον καταπίνει και τον αντικαθιστά. Ένας αέναος κύκλος ανώφελων ακκισμών κι ομφαλοσκόπησης. Υπάρχουμε για να φαινόμαστε. Συγχαρητήρια!

Το βασικό πρόβλημα με τα άτομα της γενιάς αυτής, με λίγα λόγια, είναι η ένδεια, η έλλειψη αντικειμένου. Δεν πράττουν, δεν παράγουν κάτι, απλώς υπάρχουν αδρανή κάτω από ένα αυτοσχέδιο brand. Δεν τα πειράζει η αταλαντοσύνη, το κενό περιεχόμενο, -ίσα ίσα αυτό ακριβώς είναι το πόιντ όλης αυτής της υπαρξιακής κατάστασης. Αυτό ακριβώς είναι που εισήγαγαν και δίδαξαν οι Kardashians, και που τις ανέδειξε σε απόλυτες celebrities της δεκαετίας: Το θράσος του να αποζητάς αναγνώριση, επιβεβαίωση και λεφτά -και να τα κερδίζεις!- περιφέροντας τεμπέλικα τη ματαιόδοξη αδειοσύνη σου. Αυτό είναι το νέο κουλ: Να είσαι τίποτα και να εισπράττεις εύσημα γι’ αυτό.

Τα παραπάνω δεν είναι φιλοσοφικές αοριστίες ούτε μια κατάσταση “που υπήρχε πάντα απλώς τώρα διογκώθηκε”. H οκνηρία και η ματαιοδοξία μπορεί να μην είναι νέα φαινόμενα, όμως η μετουσίωσή τους σε κουλτούρα και το στήσιμο ολόκληρης βιομηχανίας γύρω από αυτήν, είναι μια ολοκαίνουργια κατάσταση – ένα modus vivendi που χαρακτηρίζει μια νέα γενιά κι αγορά. Αγορασμένα likes, αγορασμένοι followers, ένας επίπλαστος ψηφιακός ιστός που τάχα μου αντικατοπτρίζει κοινωνικές σχέσεις αλλά ψεύδεται ασυστόλως -και άφθονο χρήμα από εταιρείες που το παρέχουν αφειδώς, για να χώσουν τα προϊόντα τους σε μια νέα αγορά κατά 90% πλασματική. Άραγε ξέρουν σε τι μαύρη τρύπα ρίχνουν τα λεφτά τους;

Η δημοφιλία ως μπίζνα και τα likes ως μέτρο αξιών αποτελούν μια νεωτερική συνθήκη (τρομακτικά αμεσοδημοκρατική στην πραγματικότητα) που μπορεί και να αποβεί χρήσιμη σε ορισμένους κλάδους και κοινότητες. Ψυχολογικά, ηθικά, εμπορικά. Κανένα πρόβλημα ως προς αυτό. Για να ’χουν όμως νόημα το like και η εξαργύρωσή του, πρέπει να βασίζονται σε μια κάποια ουσία. Κάτι πρέπει να γίνεται καλά, κάτι πρέπει να αξίζει τον έπαινο, ό,τι κι αν είναι αυτό· ένας καλλιτέχνης που ζωγραφίζει ωραία; Ένας φωτογράφος με ρηξικέλευθη ματιά; Ένας ταλαντούχος χορευτής; Κάποιο αντικειμενικό ατού πρέπει να πυροδοτεί την αρέσκεια και τα σύγχρονα τεχνολογικά της παρελκόμενα, διαφορετικά δεν μιλάμε για δικτύωση αλλά για έναν αυτοματικό αλληλοαυνανισμό διαρκείας. Ας αγοράζει followers ο Σάκης Ρουβάς, δηλαδή, που το κάνει ήδη μια χαρά. Προσθέτει το λιθαράκι του στο διαδικτυακό ψέμα, αλλά τουλάχιστον αυτός δημιουργεί κάτι, το δουλεύει και το προσφέρει. Είναι τραγουδιστής. Δεν είναι influencer γενικώς κι αορίστως.

Στο τελευταίο album τους, οι Arcade Fire καταπιάστηκαν με αυτήν την “Everything Now” νοοτροπία των καιρών, κι έφαγαν κάμποσο κράξιμο. Θέλησαν οι καημένοι να περιγράψουν με στακάτη ειρωνεία τον εμπορευματοποιημένο καταιγισμό άδειας πληροφορίας που μαστίζει την ψηφιακή εποχή, αλλά το κοινό τούς βρήκε βαρετούς και άτεχνους. Χαστούκι. Κατά έναν τρόπο, όμως, το όλο εγχείρημα πέτυχε φιλοσοφικά τον στόχο του, σαν αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Έθιξε την αστειότητα του σύγχρονου mindset κι έτσι προβόκαρε την καλλιτεχνική απόρριψη απ’ τους εύθικτους και μοντέρνους (οι μονοπρόσωπες εταιρείες που λέγαμε πιο πάνω). Επιβεβαιώθηκε ως σύλληψη, λοιπόν.

Σ’ ένα απ’ τα πιο σαρκαστικά τραγούδια του δίσκου τους, συγκεφαλαιώνεται όλο το ζουμί του προβλήματος: Infinite Content. Η φράση επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά, δεν υπάρχουν παρά ένας-δύο άλλοι στίχοι, μετά πάλι infinite content, ξανά infinite content, δώσ’του infinite content, και κάπως έτσι η άβολη αλήθεια αποτυπώνεται κρυπτικά, επαναληπτικά, αλλά ξεκάθαρα: Η Generation K δεν σταματάει να καταναλώνει και να καταναλώνεται, δεν σταματάει να διαιωνίζει περιεχόμενο άνευ περιεχομένου. Γι’ αυτό και το content της είναι άπειρο· επειδή είναι κούφιο κι απλοϊκό σαν ρέψιμο μετά από μπίρα. Ομοιομορφία, αναπαραγωγή κι ανουσιότητα. Selfies, contouring, αποφθέγματα, κρέμες κι ωραιοπάθεια σε λούπα 24/7. Πετυχαίνει επειδή είναι πανεύκολο.

Το ότι οι Kardashians καλά κρατούν δέκα χρόνια τώρα είναι μια πειστική ένδειξη πως δεν αποτελούν παροδικό trend. Και να χαθούν όμως, έχουν κληροδοτήσει στον πολιτισμό ό,τι αντιπροσωπεύουν οντολογικά. Κάτι σαν ανεξίτηλο κοινωνικό τατουάζ. Προσοχή όμως, το “τατουάζ” τους δεν είναι αισχρό για αισθητικούς λόγους. Αδιάφοροι οι ψεύτικοι κώλοι, τα βυζιά, οι αγνώριστες φάτσες, τα ενέσιμα και οι ρηχές ζωές τους. Όποιος θέλει ας τα υιοθετήσει, μαζί του 100% αν τον κάνουν ευτυχισμένο. Το θέμα είναι ότι δεν τον κάνουν. Γιατί το ιδίωμα της Generation K είναι ότι τίποτα δεν την ικανοποιείτίποτα δεν αποσκοπεί σε κάτι. Όλα γίνονται για να γίνουν. Το μέσο είναι ο προορισμός.

Πάνω από την Jessa και τη Shoshanna, λοιπόν, και λαμβανομένου ή μη υπ’ όψιν του τελευταίου album των Arcade Fire, το ζήτημα πια για τη Generation K (και για κάθε άλλη εδώ που τα λέμε) είναι ένα και κρίσιμο: Δεν είναι τι πράττεις. Δεν είναι τι δεν πράττεις. Είναι να βρίσκεις έναν λόγο γι’ αυτό, διάολε. Έχει και η παρακμή τη γονιμότητά της, αρκεί να πηγαίνει ευθεία και όχι κυκλικά.

του Άρη Αλεξανδρή

πηγή

Η ευφυΐα είναι «χειροποίητη»

H νοημοσύνη είναι η ιδιότητα εκείνη του εγκεφάλου που βοηθάει το άτομο να προσαρμοστεί στο περιβάλλον εξοπλίζοντάς το με γνωστικές λειτουργίες και την ευκαιρία χειρισμών ώστε να εξασφαλιστεί η επιβιώσή του.

936020-001Ο Ρώσος φυσιολόγος Ιβάν Παβλόφ μελέτησε τον έλεγχο της θεωρητικής γνώσης βασιζόμενος στον τρόπο με τον οποίο αντιδρούσαν οι περίφημοι σκύλοι του σε ηχητικά ερεθίσματα

Μικρός, διαφωνούσα με τη μητέρα μου καθημερινά. Εκείνη ήθελε να διαβάζω…

Η συμβουλή της μητέρας μου ήταν τόσο απαραίτητη, όσο ολότελα αντιπαιδαγωγική ήταν η μέθοδος που χρησιμοποιούσε. Αγνοούσε την ύπαρξη εγκεφαλικών κέντρων, ομάδων νευρικών κυττάρων, που «εντέλλουν» τον άνθρωπο να λειτουργεί ή να απεργεί: Συγγραφείς μοίρας ατόμων και σκηνοθέτες πεπρωμένου λαών. Κέντρα ηδονών και παθών, που πλειστάκις αναποδογυρίζουν τύχες εθνών και ατόμων μεταξύ «τραπέζης και κλίνης». Ο άνθρωπος γεννιέται ηδονοθήρας και ενεργοποιείται σωματικά ή πνευματικά όταν προκαταβολικά, αυθαίρετα και παρορμητικά πιστέψει ότι η πληροφορία-γνώση είναι δελεαστική, χρήσιμη και ευχάριστη σ’ αυτόν. Όλοι διαθέτουμε ικανότητες επεξεργασίας και απομνημόνευσης πληροφοριών, αρκεί η πνευματική τροφή να διεγείρει ευχάριστα τις πιο μύχιες επιθυμίες μας. Πρακτικά, καταλαβαίνουμε, κινούμαστε και σκεφτόμαστε με γνώμονα το απόλυτα προσωπικό και άμεσο συμφέρον. Η μητέρα μου δεν θα νοιαζόταν να διαβάσω, επειδή θα διάβαζα πρόθυμα και εθελοντικά αν είχε ανακαλύψει τα μύχια ενδιαφέροντά μου.

Είναι παγκόσμιο λάθος κάθε μάνας. Αγωνιούν να βρει το παιδί τους ένα καλό ταίρι. Να έχει μια καλή τύχη. Ο μόνος χώρος όπου το άτομο μπορεί να νιώσει ανεξάρτητος, ελεύθερος και άνθρωπος-ευτυχισμένος είναι η επαγγελματική του αρένα όταν είναι κατάλληλα εξοπλισμένος. Λεύτερος άνθρωπος είναι μόνον ο δουλευτής που γνωρίζει και εκτελεί την εργασία του σωστά. Η μόρφωση είναι προσωπική μας ευθύνη. Εμείς αποφασίζουμε να την αποκτήσουμε και να γυμνάσουμε με «όπλα» το μυαλό μας. Ο εκπαιδευμένος εγκέφαλος είναι το μοναδικό αήττητο μηχάνημα στη γη. Η παιδεία δεν είναι ελεημοσύνη της πολιτείας που παράγει «αγράμματους» πτυχιούχους.

Η ζωή είναι ροή. Και η τέχνη της επιβίωσης «επιστήμη» ρέουσα. Επιβιώνει πάντα ο προσαρμοστικότερος, δηλ. αυτός που αποκτά την ικανότητα να μεταλλάσσεται. Μόνον οι ανδριάντες μένουν ακίνητοι, γι’ αυτό ο λαός που κάποτε περνούσε από κάτω και τους χαιρετούσε ανεβαίνει επάνω και τους θρυμματίζει. Ο σύγχρονος άνθρωπος πρέπει να μαθαίνει, να μαθαίνει, να μαθαίνει… H νοημοσύνη καλλιεργείται με την εκπαίδευση πάνω στη φυσική πνευματικότητα. Η καινοτομία δεν είναι παιδί ενός, είναι γέννημα ώριμων εκπαιδευμένων κοινωνιών. Η πρόοδος είναι προσωπική και ακολούθως κοινωνική υπόθεση. Η ευφυΐα είναι «χειροποίητη».

Η μακρόχρονη μνήμη, δηλ. η μάθηση, αντιστοιχεί βιολογικά στη «συναπτογένεση», στη μόνιμη μεταβολή των συνδέσεων νευρωνικών κυκλωμάτων, τη δημιουργία νέων ισχυρών επαφών όπου οι συνάψεις ενισχύονται μόνιμα. Η λειτουργία αυτή των συνάψεων γίνεται με τη βοήθεια αμινοξέων της τροφής, διεγερτικών ή ανασταλτικών. Όλα αυτά έγιναν γνωστά με τη βοήθεια της λειτουργικής μαγνητικής τομογραφίας. Και μια απλή παρατήρηση: Όσα αμινοξέα και αν παίρνουμε με την τροφή μας, αυτά θα περάσουν από τις συνάψεις και θα φύγουν ως άχρηστα σκουπίδια αν το χέρι της ψυχής δεν τα πάρει και τα χτίσει επιμελώς στη θέση τους.

Σήμερα, ο εγκέφαλος δεν πάσχει από υλικά. Υπάρχει, όμως ένδεια εμψυχωμένων «εργατών» να εμφυτεύσουν τα αμινοξέα στις συνάψεις. Ενα οπτικό σήμα, π.χ., παραλαμβάνεται από τον αμφιβληστροειδή και διαχέεται μέσα στον εγκέφαλο. Εκεί, μεταφράζεται στη γλώσσα των κυττάρων του. Αυτόματα αξιολογείται, βαθμολογείται στον «οπτικό φλοιό» και λαμβάνονται αντανακλαστικές (μη πλήρως συνειδητοποιημένες) αποφάσεις και αντιδράσεις. Ολα τα μηνύματα περνάνε από τα κέντρα αυτά· αν έχουν συναισθηματική φόρτιση, αξιοποιούνται ακολούθως ανάλογα και στα άλλα κέντρα.

Στη λειτουργία της αμυγδαλής υπάρχει μια σημαντική παρατήρηση: Ο αρχικός ερεθισμός ανάλογα με το «χαρακτηρισμό» –π.χ. αν θεωρείται σήμα κινδύνου– ενδέχεται να προκαλέσει μια αιφνίδια έκρηξη αντανακλαστικών. Αυτά είναι ταχύτατα, αλλά λιγότερο εύστοχα. Πρακτικά, η αμοιβή μπορεί να προκαλεί μια αντίδραση, συναισθηματική ή κινητική, πριν τα κέντρα του φλοιού κατανοήσουν πλήρως το συμβάν. Όπως όταν ο οδηγός αιφνιδιάζεται και αντανακλαστικά στρίβει δεξιά προτού σκεφτεί αν αυτή ήταν η ορθή απόφαση. Άρα, πριν πλησιάσει μια πληροφορία το φλοιό του εγκεφάλου του μαθητή, για να είναι αποτελεσματική πρέπει να έχει πάρει την κατ’ αρχήν έγκριση των κέντρων που εξουσιάζουν απόλυτα (ίσως λανθασμένα) τις νοητικές λειτουργίες του.

Ο Τσόρτσιλ έλεγε ότι τα χειρότερα χρόνια του ήταν στο σχολείο· ο πετυχημένος πολιτικός ήταν κουμπούρας. Τον Ρούσβελτ, στα 55 του μια πάθηση που τον άφησε παράλυτο από τη μέση και κάτω τον έβαλε στο αναπηρικό καροτσάκι και του είπε να «τρέξει» την αμερικανική οικονομία. Ο Αϊνστάιν δεν μπορούσε να τακτοποιήσει ποτέ τα οικονομικά του. Το χρήμα δεν διέγειρε τα δικά του κέντρα ηδονών και παθών. Κάποτε, έχασε ένα βιβλίο και όταν το βρήκε, λένε, χάρηκε πολύ, αν και έλειπε ένα χαρτί που του χρησίμευε ως σελιδοδείκτης. Ηταν μια τραπεζική επιταγή, ο μηνιαίος μισθός του.

Ο εγκέφαλος «ρουφάει» ό,τι επιθυμεί, ενώ με πολύ κόπο μαθαίνει θέματα που θεωρεί κατά τη δική του κρίση ανεπιθύμητα. Η μάθηση είναι ψυχή. Το ίδιο και η μνήμη που την υπηρετεί. Η δύναμη αυτών των λειτουργιών είναι μαγική, διαφεύγει όμως της προσοχής μας επειδή είναι υποσυνείδητη. Η Ψυχιατρική υποστηρίζει ότι κανένας άντρας δεν λησμονεί το όνομα μιας ωραίας νέας κοπέλας. Ο ιππόκαμπος είναι ένα από τα όργανα που αποφασίζουν την ποιότητα και την ποσότητα του μορφωτικού φορτίου που θα απομνημονεύσει ο εγκέφαλος. Δίπλα του σχεδόν και σε απόλυτη σύνδεση βρίσκεται η αμυγδαλή, το ίδιο και ο υποθάλαμος. Τα κέντρα αυτά συστρατεύονται και κινητοποιούν όλο το νευρικό σύστημα. Μερικές φορές, κατά τρόπο αυθαίρετο και αδικαιολόγητο συγκριτικά με το μέγεθος του αρχικού ερεθίσματος, προκαλούν έναν αδικαιολόγητο συναγερμό που εκδηλώνεται ως κρίση πανικού. Η αμυγδαλή, ως συναισθηματικός φρουρός, χρωματίζει τη λειτουργική απόδοση του εγκεφάλου δημιουργώντας συναισθήματα και αγάπες ανάλογων αποκλίσεων. Το συναίσθημα υπερισχύει της λογικής και το άτομο παίρνει ατελέσφορες και ασύμφορες αποφάσεις. Αγοράζει πανάκριβα δώρα σε μια ωραία κυρία. Οι άνθρωποι σκέπτονται λογικά, αλλά δρουν συναισθηματικά.

Το συναίσθημα έχει τη δική του λογική. Ό,τι είναι αρεστό ενδέχεται να μην είναι ωφέλιμο και τούμπαλιν. Κάποιες θολές συναισθηματικές μνήμες, μάλιστα, σκηνοθετούν παράλογες πράξεις. Ο εγκέφαλος αδυνατεί να έχει καθαρή κρίση. Πάντα κάνει συγκρίσεις και ανάλογα αξιολογεί. Στη νηπιακή ηλικία, ακατέργαστες και αμοντάριστες εικόνες αποθηκεύονται, και επί αυτών των βουβών πανίσχυρων προσχεδίων συναισθηματικής ζωής χτίζεται ο ψυχικός κόσμος του μικρού ανθρωπάκου. Αυτά τα αμοντάριστα βουβά πλάνα συνεχίζουν χρόνια αργότερα να αναγνωρίζουν ότι μόνον το στιφάδο της μαμάς είχε το μοναδικό άρωμα ή ότι η Ανάσταση στο χωριό προσέφερε ανείπωτη ευφορία. Το συναίσθημα καρφώνει τον άνθρωπο πάνω στη γη του, όχι η βαρύτητα.

Σύμφωνα με την Ιατρική, στους μηχανισμούς ενδυνάμωσης της δημιουργικής νοημοσύνης τρεις προκρίνονται: Ο βαθύς ύπνος, το ευτυχισμένο σεξ και η συχνή γυμναστική (3-5 φορές την εβδομάδα, 30´-50´). Έρευνες με μαγνητική λειτουργική τομογραφία (FMRI) έδειξαν ότι με συστηματική εξάμηνη άσκηση οι γυμναζόμενοι παρουσίασαν σημαντική αύξηση της λειτουργικότητας του ιππόκαμπου και της αμυγδαλής. Το γεγονός αποδόθηκε στην ενδυνάμωση των οργάνων με τη γυμναστική. Η ανάγκη της λειτουργικότητας του εγκεφάλου στους αστροναύτες επέβαλε τα μηχανήματα γυμναστικής στο διαστημόπλοιο. Αν και οι πάντες συμφωνούν ότι το συναίσθημα είναι απαραίτητο για να κινητοποιηθούν τα πάντα.

Κείμενο στο περιοδικό HOMME του Στέφανου Καραγιαννόπουλου, Καθηγητή Παθολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.