Post-truth: Oι ψεύτικες ειδήσεις δεν θα σταματήσουν ποτέ

Το Βέλες είναι μια ήσυχη κωμόπολη 50 χιλιάδων κατοίκων, χτισμένη στις όχθες του ποταμού Βαρδάρη (ή Αξιού, αν προτιμάτε). Μέχρι πρότινος ήταν λίγο έως πολύ άγνωστη εκτός των ορίων της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας. Κι όμως, οι ιστορικοί του μέλλοντος ενδέχεται να καταγράψουν ότι η συμβολή της (πρώην) φτωχής πόλης στην εκλογή του Τραμπ ίσως και να ήταν σημαντικότερη απ’ ό,τι ολόκληρης της Καλιφόρνια.

Η τελευταία πρόταση ακούγεται τραβηγμένη, αλλά σίγουρα όχι τόσο εξωφρενικά ψευδής όσο οι ειδήσεις που διακινήθηκαν από μια χούφτα εφήβων από το Βέλες. «Η αστυνομία της Νέας Υόρκης συλλαμβάνει τη Χίλαρι για κατηγορίες παιδοφιλίας», έγραφε ένα άρθρο που διαμοιράστηκε εκατοντάδες χιλιάδες φορές μέσω Facebook. «Ο Πάπας Φραγκίσκος στηρίζει τον Τραμπ», έγραφε ένα άλλο, επίσης δημοφιλέστατο, ενώ τα κοντέρ των μετρήσεων κοκκίνισαν όταν ανέβηκε το «Η Μισέλ Ομπάμα είναι άνδρας».

Οι πρώτες αναφορές για την online δράση των «παιδιών του Βέλες» είχαν γίνει στο σχετικό ρεπορτάζ του Guardian τον Αύγουστο του 2016, ενώ μετά τις αμερικανικές εκλογές ακολούθησε σωρεία δημοσιευμάτων που επιβεβαίωναν ότι στην πόλη αυτή στήθηκε το άτυπο στρατηγείο της διαδικτυακής παραπληροφόρησης της καμπάνιας του Ντόναλντ Τραμπ. Ή, τέλος πάντων, ένα από τα στρατηγεία. Εκατοντάδες ιστοσελίδες (η αρχική αναφορά έκανε λόγο για 140, ενώ στη συνέχεια η εκτίμηση ανέβηκε σε 250-300) με έδρα το Βέλες ασχολήθηκαν με την αμερικανική πολιτική σκηνή, υπερπροβάλλοντας τις θέσεις του Τραμπ και κατηγορώντας ή συκοφαντώντας τη Χίλαρι Κλίντον –πρωτύτερα και τους αντιπάλους του Τραμπ στην κούρσα για το χρίσμα του Ρεπουμπλικανικού κόμματος.

Ιστοσελίδες όπως το  WorldPoliticus.com, USAPoliticsToday.comUSAnewsflash.com, TrumpVision365.com και πολλές ακόμη έδιναν τον τόνο της προεκλογικής στρατηγικής, αναπαράγοντας φήμες και ισχυρισμούς που δεν θα μπορούσε να υιοθετήσει ανοιχτά η επίσημη καμπάνια. Μεταξύ αυτών, οι “αποκαλύψεις” για τις σχέσεις της Κλίντον με το ριζοσπαστικό Ισλάμ, την υπεξαίρεση δημόσιου χρήματος, τη δολοφονία μυστικών πρακτόρων εξαιτίας της καριέρας της στο υπουργείο Εξωτερικών ή των όσων έγραφε στα emails που διέρρευσαν στο Wikileaks, και πολλά ακόμη, σαφώς πιο εξόφθαλμα.

Στην εποχή όμως του post-truth, όσο πιο εξόφθαλμα είναι τα ψεύδη, τόσο πιο εύκολα αναπαράγονται.

Ο γύρος του κόσμου με ένα ψεύδος

Η ομάδα του Channel 4 ταξίδεψε στο Βέλες και συνομίλησε με αρκετούς από όσους συμμετέχουν στη διασπορά ψευδών ειδήσεων, προκειμένου να διερευνήσει τα κίνητρά τους. «Κάποιοι κερδίζουν έως και 200.000 ευρώ το χρόνο», αποκάλυψε στην κάμερα νεαρός κάτοικος της περιοχής. Ο δημοσιογράφος του βρετανικού δικτύου συνάντησε τον 16χρονο Βίκτορ, ο οποίος επιβεβαίωσε ότι είναι ο ιθύνων νους ενός site  με εκατοντάδες χιλιάδες followers στα κοινωνικά δίκτυα. «Γιατί υποστηρίζεις τον Τραμπ;», τον ρώτησε ο ρεπόρτερ. «Δεν ξέρω πώς να το θέσω. Δεν υπάρχουν και πολλά να κάνουν εδώ τα παιδιά της ηλικίας μου. Το κάνω μόνο για τα χρήματα. Και τη διασκέδαση», απάντησε ο Βίκτορ. Όταν όμως ο δημοσιογράφος του έδειξε μια αδιαμφισβήτητα ψευδή είδηση που είχε δημοσιεύσει, παραδέχτηκε ότι «νιώθει άσχημα» και υποσχέθηκε να την κατεβάσει.

Αντίστοιχες ήταν οι παραδοχές άλλων νέων της περιοχής, αλλά και του εφήβου Άλεξ από το Βέλες, που είχε μιλήσει στον δημοσιογράφο του Guardian και ισχυρίστηκε ότι ξεκίνησε το πρώτο site γιατί τον ενδιέφερε η πολιτική των ΗΠΑ. Η γιγάντωση της σελίδας του (σύμφωνα με τον ίδιο έχει πάνω από 1 εκατομμύριο μοναδικούς επισκέπτες τον μήνα, και περίπου 500.000 fans στο Facebook) έδωσε την ιδέα και σε πολλούς συνομηλίκους και φίλους του, που δημιούργησαν αντίστοιχα sites. «Όταν είδαν πόσα βγάζω, πολλοί συνομήλικοί μου άρχισαν να αντιγράφουν τη δουλειά μου. Απλά θέλουν να κερδίσουν χρήματα από τα δίκτυα διαφημίσεων». Εντωμεταξύ πολλά από αυτά τα sites είτε έκλεισαν, είτε μεταφέρθηκαν σε άλλα domains –προφανώς οι νεαροί της γειτονικής χώρας αντιλήφθηκαν ότι δεν είναι τόσο καλή ιδέα να καταχωρούν τα domains στο όνομά τους.

Το φαινόμενο βέβαια δεν περιορίζεται στην πΓΔΜ. Οι New York Times αποκάλυψαν προ ημερών ότι ο εμπνευστής μιας δέσμης ιστοσελίδων που κυριάρχησαν στη διασπορά ψευδών ειδήσεων έχει την έδρα του στην Τιφλίδα της Γεωργίας. Ιδιοκτήτης και βασικός διαχειριστής των ιστοσελίδων είναι ένας φοιτητής, ο Μπέκα Λατσαμπίτζε, ο οποίος επίσης ισχυρίστηκε ότι το κάνει μόνο για τα χρήματα. Είχε άλλωστε στήσει sites υπέρ της Κλίντον και του Σάντερς, αλλά όταν ανακάλυψε ότι δεν τράβαγαν επικεντρώθηκε σε ειδήσεις για τον Ντόναλντ Τραμπ. Η –προφανώς ψευδής– είδηση που ανέβασε σχετικά με την πρόθεση της κυβέρνησης του Μεξικού να κλείσει τα σύνορα με τις ΗΠΑ εφόσον εκλεγεί ο Τραμπ, ήταν η τρίτη πλαστή είδηση με τις περισσότερες κοινοποιήσεις το δίμηνο Μαΐου-Ιουνίου, σύμφωνα με τα στοιχεία του Buzzfeed. «Εκείνη την περίοδο έβγαζα ως και $6.000 τον μήνα», δήλωσε ο 22χρονος Γεωργιανός, ο οποίος λίγες ώρες μετά τη δημοσίευση της συνέντευξης “κατέβασε” πολλά από τα sites και τις πολυάριθμες σελίδες που είχε στήσει στο Facebook.

Αλλά εντωμεταξύ η ζημιά είχε γίνει. Για όποιους τέλος πάντων θεωρούν “ζημιά” τη διασπορά ψευδών ειδήσεων.

Με αφορμή τη συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά και μερικές ακόμη αντίστοιχες σε πρώην σοβιετικά εδάφη, πολλοί έσπευσαν να αναφερθούν στον ρωσικό δάκτυλο. Οι υποψίες γρήγορα μεταφράστηκαν σε αποδείξεις –ή τουλάχιστον έτσι ισχυρίζεται η ερευνητική ομάδα PropOrNot, η οποία δημοσίευσε μιαν αναλυτική έκθεση σχετικά με την απόπειρα των Ρώσων να επηρεάσουν την εκλογική διαδικασία στις ΗΠΑ. Όπως λένε, εκτός από το hacking και τις διαρροές εμπιστευτικών εγγράφων, περισσότερα από 200 websites, κανάλια στο YouTube και Facebook groups αξιοποιούνται για τη διασπορά της ρωσικής προπαγάνδας. Ισχυρίζονται μάλιστα ότι τα μηνύματά τους έφτασαν σε τουλάχιστον 15 εκατ. Αμερικανούς (για τη μεθοδολογία που ακολουθεί η PropOrNot έχουν εκφραστεί αμφιβολίες.

Η ρωσική απάντηση πάντως ήρθε με μια ειδική εκπομπή του Cross Talk στο Russia Today, σε αρκετά επιθετικό τόνο. Το ρεζουμέ ήταν ότι τα mainstream μέσα διαδίδουν περισσότερα και μεγαλύτερα ψεύδη σε σύγκριση με αυτά που κατηγορούνται σήμερα.

Τα πάντα είναι αλήθεια και τίποτα δεν είναι αλήθεια

Στο πρόσφατο ταξίδι του στο Βερολίνο ο Μπαράκ Ομπάμα, προφανώς απογοητευμένος από το αποτέλεσμα των εκλογών, δήλωσε: «Αν δεν είμαστε σοβαροί με τις πληροφορίες, με το τι είναι αληθές και τι δεν είναι, τότε έχουμε πρόβλημα». Η Άνγκελα Μέρκελ δίπλα του ένευσε με νόημα. Λίγες μέρες αργότεραη Γερμανίδα καγκελάριος έλεγε στη Μπούντενσταγκ: «Κάτι έχει αλλάξει. Με την έλευση της παγκοσμιοποίησης, η πολιτική συζήτηση λαμβάνει χώρα σε εντελώς διαφορετικό μιντιακό περιβάλλον. Οι απόψεις δεν σχηματίζονται, ούτε εκφράζονται όπως 25 χρόνια πριν. Σήμερα έχουμε ψεύτικα sites, bots, trolls, πράγματα που αναπαράγονται ενισχύοντας απόψεις μέσω αλγόριθμων, και σίγουρα θα πρέπει να μάθουμε να τα αντιμετωπίζουμε». Η Μέρκελ ζήτησε μάλιστα την προετοιμασία ενός σχετικού νομοθετικού πλαισίου, χωρίς να κρύβει την ανησυχία της για το online περιβάλλον και στη Γερμανία, εν όψει και των εκλογών του 2017.

Σχεδόν ταυτόχρονα με την ομιλία της Μέρκελ ανακοινώθηκαν τα σχέδια για την επέκταση του Breitbart στη Γερμανία και τη Γαλλία. Το Breitbart.com είναι ένα ειδησεογραφικό site υπερσυντηρητικής κατεύθυνσης που υποστήριξε έντονα τον Τραμπ, ενώ ενεπλάκη και στο υπό συζήτηση σκάνδαλο των fake news.

Στη συνέντευξή του στον Ντέιβιντ Ρέμνικ του New Yorker, ο Ομπάμα μπορεί να μην αναφέρθηκε ονομαστικά στο Breitbart όπως έχει κάνει κατ’ επανάληψη στο παρελθόν, αλλά στάθηκε ιδιαίτερα στον τρόπο διάδοσης των ψευδών ειδήσεων. «Στο νέο οικοσύστημα των μέσων ενημέρωσης τα πάντα είναι αλήθεια και τίποτα δεν είναι αλήθεια», είπε στον δημοσιογράφο ο απερχόμενος πρόεδρος. «Μια ερμηνεία της κλιματικής αλλαγής από έναν νομπελίστα φυσικό δείχνει ακριβώς ίδια στη ροή των ειδήσεων του Facebook, με την άποψη ενός αρνητή της που μισθοδοτείται από τους αδελφούς Κοχ» (μεγιστάνες του πετρελαίου και χρηματοδότες του Ρεπουμπλικανικού κόμματος). «Τους δίνουν επίσης τη δυνατότητα να παραπληροφορούν, να διαδίδουν εξωφρενικές θεωρίες συνωμοσίας χωρίς καμία διάψευση».

Ο ίδιος ο απερχόμενος πρόεδρος των ΗΠΑ έχει κατ’ επανάληψη πέσει θύμα ανάλογων ψευδών διαδόσεων. Ειδήσεις που κραυγάζουν από απόσταση ότι είναι ψεύτικες, αναπαράγονταν πριν και μετά την ανάληψη της προεδρίας: «Ο Ομπάμα είναι μουσουλμάνος», «Ο Ομπάμα είναι ο Αντίχριστος», «Ο Ομπάμα και Οσάμα είναι το ίδιο πρόσωπο» και μια σωρεία αντίστοιχων –λιγότερο ή περισσότερο πιστευτών– θεωριών συνωμοσίας συνεχίζουν να διαδίδονται online, παρά τις επίμονες προσπάθειες να “ξεσκεπαστούν”.

Ακόμα και ο ίδιος ο Τραμπ έχει συμβάλλει στη διάδοσή τους. Μεταξύ άλλων, είχε «ακούσει τη γιαγιά του να λέει ότι ο Ομπάμα γεννήθηκε στην Κένυα», ενώ τον Αύγουστο ισχυρίστηκε ότι ο Ομπάμα «είναι ο ιδρυτής του ISIS». «Ήταν σαρκαστικό το σχόλιο», δήλωσε λίγες μέρες αργότερα, αλλά οι υποστηρικτές του είχαν ήδη διαδώσει χιλιάδες φορές τις σχετικές ειδήσεις, και συνέχισαν να το πράττουν μέχρι τις εκλογές.

Οι επανορθώσεις γενικά δεν εντάσσονται στις πρώτες επιλογές των διακινητών ψευδών ειδήσεων. Κάτι που επιβεβαιώνεται και στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού. Εν όψει του δημοψηφίσματος για το Brexit, πολλά μέσα της χώρας που υποστήριζαν την έξοδο, αλλά και χιλιάδες χρήστες των social media αναφέρονταν διαρκώς στο “γεγονός” ότι μεταξύ των υποχρεώσεων του Ην. Βασιλείου ως μέλους της ΕΕ ήταν η καταβολή 450 εκατομμυρίων ευρώ την εβδομάδα. Όχι μόνο δεν αποδείκνυαν τον έωλο ισχυρισμό, αλλά προχωρούσαν ένα βήμα παρακάτω: «Αν βγούμε από την Ευρωπαϊκή Ένωση, θα διοχετεύσουμε αυτά τα χρήματα στο Εθνικό Σύστημα Υγείας», επαναλάμβαναν οι υποστηρικτές του Leave. «Ήταν ένα λάθος της καμπάνιας», δήλωσε ο Νάιτζελ Φάρατζ λίγες ώρες μετά την ανακοίνωση του αποτελέσματος. «Δεν μπορώ να εγγυηθώ ότι τα χρήματα αυτά θα κατευθυνθούν στο NHS».

Παρά τις έντονες αντιδράσεις για αυτή τη δήλωση, τα sites που στήριξαν το Brexit και όσοι τη μοιράστηκαν στο Facebook και το Twitter την διατηρούν αναλλοίωτη μέχρι σήμερα. Ίσως ως αντικατοπτρισμό της μεταμοντέρνας αντίληψης για την αλήθεια και το ψέμα.

Πρακτικές Γκέμπελς με το smartphone στο χέρι

«Το φταίξιμο ανήκει στα social media», δήλωσε ο συγγραφέας Τζόναθαν Φράνζεν στον δημοσιογράφο Νικόλα Ζώη στα Νέα. «Χωρίς το Twitter, δεν θα υπήρχε Τραμπ. Το βαθύτερο όμως ζήτημα είναι ότι το Twitter αποτελεί το ακριβώς αντίθετο ενός πολιτικού λόγου με αποχρώσεις και ότι το Facebook αποδείχτηκε ένα θαυμάσιο μέσο για την ενίσχυση και διασπορά ακραίων ιδεολογιών (π.χ. ISIS), για τη διάδοση κακόβουλων ψεμάτων και για τη μόνωση των χρηστών του από τον κόσμο των πραγματικών γεγονότων».

Φταίνε λοιπόν αποκλειστικά τα social media; Ή μήπως βρήκαμε έναν αποδιοπομπαίο τράγο που περιμένει να τον πετροβολήσουμε, γιατί η κατάσταση είναι πολύ πιο περίπλοκη και δυσεξήγητη;

Άλλωστε το φαινόμενο μόνο καινούριο δεν είναι. Η διάδοση ανυπόστατων φημών και ψευδών ειδήσεων είναι συνυφασμένη με τη λειτουργία των μέσων ενημέρωσης. Από την εμφάνιση των πρώτων εφημερίδων παρατηρούνται φαινόμενα προπαγάνδας. Το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, ο βρετανικός Τύπος δημοσίευε συχνά “ρεπορτάζ” για βιασμούς ανήλικων κοριτσιών από Ινδούς προκειμένου να δικαιολογηθούν οι αποικιοκρατικές πρακτικές της χώρας. Η πρακτική αυτή αποκαλύφθηκε μάλιστα από τον νεαρό τότε Καρλ Μαρξ.

Η κατά Γκέμπελς προσέγγιση για το “τερατώδες ψεύδος” συνεχίζει να αποτελεί τη γραμμή πάνω στην οποία χαράσσουν τη στρατηγική τους πολλά μέσα ενημέρωσης ανά τον κόσμο.

Από την εποχή της ναζιστικής προπαγάνδας μέχρι το Facebook και το Twitter έχουν περάσει δεκαετίες που σημαδεύτηκαν από πλαστές ειδήσεις. Η εποχή του ψυχρού πολέμου χαρακτηρίστηκε από κολοσσιαίους μηχανισμούς προπαγάνδας και ισχυρότατα ψεύδη ένθεν κακείθεν. Η 11η Σεπτεμβρίου ακολουθήθηκε από ένα ντεμαράζ πλαστών και κατασκευασμένων δημοσιεύσεων και αποτέλεσε πηγή αναρίθμητων θεωριών συνωμοσίας που διακινήθηκαν ευρέως online. Ο πόλεμος στο Ιράκ εν πολλοίς αποφασίστηκε υπό την πίεση των media –και συνακόλουθα από αυτήν της διεθνούς κοινότητας. Οι ψεύτικες εικόνες των κορμοράνων, οι υποτιθέμενες αναφορές των παρατηρητών του ΟΗΕ για όπλα μαζικής καταστροφής και μια σειρά καλά σχεδιασμένων ψεμμάτων αναπαράχθηκαν από το σύνολο σχεδόν των ΜΜΕ, συμβάλλοντας στην εμπέδωση της άποψης ότι ο Σαντάμ ήταν επικίνδυνος. Όταν αργότερα μάθαμε ότι οι κατηγορίες για πυρηνικά και βιολογικά όπλα δεν ευσταθούσαν, ήταν πια πολύ αργά τόσο για το Ιράκ, όσο και για την ευρύτερη περιοχή. Κάτι αντίστοιχο συνέβη και με τον Καντάφι. Οι εκατοντάδες αναφορές για την προετοιμασία μιας νέας σφαγής αλά Σρεμπρένιτσα στη Βεγγάζη προετοίμασαν το έδαφος για τη διεθνή επέμβαση, με τα γνωστά πλέον αποτελέσματα. Πριν λίγες ημέρες, μια ειδική επιτροπή του βρετανικού κοινοβουλίου απεφάνθη ότι «ο σχετικός ισχυρισμός περί σφαγής δεν υποστηριζόταν από τα διαθέσιμα στοιχεία».

Μαντέψτε πόσα από τα παραδοσιακά ΜΜΕ ή τα new media που είχαν γράψει σχετικά στο χαρτί ή στο διαδίκτυο, έσπευσαν να διαψεύσουν τους ισχυρισμούς τους.

Μπορούν το Facebook και η Google να εμποδίσουν τη διάδοση των ψευδών ειδήσεων;

Στις ΗΠΑ περίπου 6 στους 10 χρήστες καταναλώνουν ειδήσεις που αναπαράγονται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Οι μισοί σχεδόν από τους ενεργούς χρήστες ενημερώνονται αποκλειστικά από το Facebook, ενώ το 64% των ενηλίκων δηλώνουν ότι διαβάζουν ειδήσεις σε ένα μόνο site.

Η σύγκριση με τα αντίστοιχα στατιστικά του 2013 αποδεικνύει αλματώδη αύξηση της ενημέρωσης από τα social media και όλα δείχνουν ότι η αυξητική τάση θα συνεχιστεί και στο μέλλον. Σε λίγα χρόνια είναι πολύ πιθανό η ενημέρωση να ελέγχεται από 4-5 εταιρείες τεχνολογίας (ίσως να λέμε και πολλές). Ο ρόλος των παραδοσιακών media θα περιοριστεί περαιτέρω και ο περιβόητος εκδημοκρατισμός των νέων μέσων ίσως περιορίσει τη δημοκρατική φύση τους. Είναι λοιπόν λογικό τα βέλη για την έντονη διασπορά των ψευδών ειδήσεων, να στραφούν εναντίον τους.

Παρά την προσωπική του στήριξη προς τη Χίλαρι Κλίντον, ο Μαρκ Ζάκερμπεργκ δέχθηκε έντονη κριτική για την αδυναμία της πλατφόρμας του να φιλτράρει τα fake news, και εν τέλει ενοχοποιήθηκε για την επικράτηση του Τραμπ. Ο CEO του Facebook δεν άργησε να δημοσιοποιήσει τις σκέψεις του σχετικά με τις κατηγορίες.

Η συλλογιστική του βέβαια επικεντρώθηκε στη σημασία της ελεύθερης έκφρασης και στο γεγονός ότι το Facebook προσφέρει ελεύθερο βήμα σε όλους. «Μερικές φορές όμως, οι άνθρωποι χρησιμοποιούν το βήμα για να λένε πράγματα που φαίνονται λανθασμένα ή να υποστηρίζουν ανθρώπους με τους οποίους άλλοι διαφωνούν». Τόνισε πάντως ότι λιγότερο από 1% των ειδήσεων που βλέπουν οι χρήστες στο feed τους είναι ψεύτικες ή κατατάσσονται στα hoaxes. Παρά τα απειροελάχιστα ποσοστά βέβαια, υποσχέθηκε ότι θα βοηθήσει περαιτέρω στον περιορισμό των ψευδών ειδήσεων. Όπως και ο ίδιος παραδέχτηκε, ο διαχωρισμός μιας αληθούς από μια ψευδή είδηση δεν είναι εύκολος. Όπως είπε, συχνά μια είδηση είναι πραγματική, αλλά κάποιες ουσιώδεις λεπτομέρειες είναι ψευδείς ή τεχνηέντως παραλείπονται.

Ο καθηγητής και ερευνητής Τζόναθαν Ολμπράιτ παρουσίασε πριν λίγες ημέρες τα ευρήματα αναλυτικής έρευνάς του με αντικείμενο τα μέσα διασποράς των fake news. Στον χάρτη του «μηχανισμού μικρο-προπαγάνδας» απεικονίζονται οι πηγές και οι ροές των fake news κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου.

Ανακάλυψε λοιπόν ότι περίπου το 60% της εισερχόμενης κίνησης προς τα προπαγανδιστικά ή άκρως μεροληπτικά sites προερχόταν από το Facebook και το Twitter. Το υπόλοιπο 40% ήταν “οργανική” επισκεψιμότητα  –απευθείας επισκέψεις, μηνύματα, newsletters, RSS και μηχανές αναζήτησης. Και μόλις 0,1% της συνολικής κίνησης προερχόταν από πληρωμένες διαφημίσεις.

Ο CEO της Google, Σουντάρ Πιτσάι, παραδέχτηκε σε συνέντευξη στο BBC ότι «οι ψεύτικες ειδήσεις αποτελούν σοβαρό πρόβλημα», χωρίς όμως να εστιάσει στην ευθύνη της εταιρείας του. Έσπευσε πάντως να ανακοινώσει ότι θα διακόψει την πρόσβαση στις υπηρεσίες Google Ads και κατά συνέπεια στη διαφημιστική πίτα σε όλα τα sites που παραπληροφορούν, αλλά και εκείνα που δεν παρέχουν ακριβή στοιχεία για την ταυτότητα του εκδότη. Αντίστοιχη ανακοίνωση για διακοπή των διαφημίσεων έκανε το Facebook, ενώ ο Zuck επανήλθε με νέο διευκρινιστικό post: «Τα προβλήματα αυτά είναι περίπλοκα, τόσο από τεχνική όσο και από φιλοσοφική άποψη. Πρέπει να είμαστε προσεκτικοί ώστε να μην αποθαρρύνουμε την ανταλλαγή απόψεων ή να περιορίσουμε κατά λάθος περιεχόμενο που δεν είναι ψευδές». Ανέπτυξε συγκεκριμένα μέτρα και δράσεις που προτείνει για να περιοριστεί το πρόβλημα, και δεσμεύτηκε ότι θα κάνει «τα πάντα» για το περιορίσει.

Θέλουμε όμως το Facebook να κάνει τα πάντα; Είμαστε διατεθειμένοι να του παραχωρήσουμε τα κλειδιά της παγκόσμιας ενημέρωσης και να το χρίσουμε πυλωρό της ειδησεογραφίας και της αρθρογραφίας; Σκοπεύουμε να ισχυροποιήσουμε ακόμη περισσότερο τα δύο κραταιά μέσα ενημέρωσης (FB και Google), τα οποία όμως δεν παράγουν περιεχόμενο;

Για να απαντήσει στην αυτονόητη ανησυχία πολλών χρηστών, ο Ζάκερμπεργκ πρόσθεσε: «Δεν σκοπεύουμε να γίνουμε κριτές της αλήθειας, αλλά αντιθέτως θέλουμε να βασιστούμε στην κοινότητά μας και τους έμπιστους συνεργάτες». Αντί όμως να λύσει απορίες προσέθεσε και άλλες: Μπορεί η κοινότητα των χρηστών να ελέγξει αδιαμεσολάβητα τη ροή των ψευδών ειδήσεων; (Αδιαμεσολάβητα που λέει ο λόγος, καθώς παντού επεμβαίνουν οι αλγόριθμοι και τα λογισμικά των εταιρειών τεχνολογίας).

Το αναντίρρητο πλεονέκτημα που προσφέρουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και το διαδίκτυο εν γένει, είναι ότι προσφέρουν βήμα στην κοινότητα να σχολιάσει, να αναδείξει τα ψεύδη, να αναφέρει τις αναλήθειες και να εκθέσει τους συστηματικούς ψεύτες και συκοφάντες. Και αυτή είναι μια δυνατότητα που σίγουρα δεν υπήρχε στην εποχή προ social media. Πριν εμφανιστεί το snopes.com ή το ellinikahoaxes.gr στα καθ’ ημάς, τα ψεύδη διαδίδονταν χωρίς δυνατότητα (άμεσης τουλάχιστον) διάψευσης. Το γεγονός όμως ότι θα αφεθούμε στην κοινότητα για το φιλτράρισμα των ψεύτικων ειδήσεων, αντί να περιορίσει, ενδέχεται να διευρύνει τον πυρήνα του προβλήματος. Η ίδια η κοινότητα είναι που τις αναπαράγει, επομένως το ποσοτικό κριτήριο δύσκολα μπορεί να λειτουργήσει. Και οι αλγόριθμοι της Google και του Facebook δεν μετρούν προθέσεις, αλλά ποσότητα και ένταση διάδρασης. Αυτός είναι και ο λόγος που η διάδοση των ψευδών ειδήσεων όχι μόνο δεν θα περιοριστεί, αλλά θα διευρυνθεί, παράλληλα με τη μεγέθυνση του διαδικτύου.

Πρόβλημα στον πομπό ή τον δέκτη;

Τα ευρήματα έρευνας του πανεπιστημίου Stanford σχετικά με την αξιολόγηση των ειδήσεων που δημοσιεύονται online είναι αρκετά πιο ανησυχητικά απ’ ό,τι φανταζόμασταν.

Το 80% των μαθητών και φοιτητών που συμμετείχαν δεν κατάφεραν να ξεχωρίσουν ένα πραγματικό δημοσιογραφικό άρθρο από ένα διαφημιστικό. Επίσης, η συντριπτική πλειοψηφία δυσκολεύτηκε να διαπιστώσει την εγκυρότητα μιας είδησης που διάβασαν στα social media.

Οι 7.800 συμμετέχοντες κλήθηκαν να διαβάσουν δύο διαφορετικά άρθρα από το Facebook, σχετικά με την υποψηφιότητα του Τραμπ. Το ένα ήταν από την επίσημη σελίδα του Fox News με την ένδειξη του «πιστοποιημένου», ενώ το άλλο προερχόταν από μια παραποιημένη σελίδα, που παρέπεμπε στο Fox News. Μόνο το 25% γνώριζε τη διαφορά του «επίσημου λογαριασμού», ενώ ένας στους τρεις αξιολόγησε το δεύτερο ως «πιο αξιόπιστο». Μία από τις ερμηνείες που έδωσαν ήταν ότι η πλαστή δημοσίευση συνοδευόταν από μεγαλύτερη φωτογραφία. Εξάλλου, αρκετοί θεώρησαν την ιστοσελίδα έγκυρη μόνο λόγω του σχεδιασμού, της παρουσίασης της σελίδας «Σχετικά με Εμάς» ή ενός καλού βιογραφικού του συντάκτη.

Γελοιογραφία του Joe Dator για το New Yorker

Οι ερευνητές του Στάνφορντ δήλωσαν «σοκαρισμένοι» με τα αποτελέσματα της έρευνας, η οποία διήρκεσε έναν ολόκληρο χρόνο και απλώθηκε σε μέλη της δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Χαρακτήρισαν μάλιστα το φαινόμενο ως «απειλή για τη δημοκρατία» και καλούσαν τους εκπαιδευτικούς και τους πολιτικούς να δράσουν άμεσα. «Η λύση», όπως σημειώνουν, «είναι να διδάξουν στους μαθητές και εν συνεχεία σε όλους τους χρήστες του Διαδικτύου να διαβάζουν σαν να είναι ελεγκτές των γεγονότων. Να μη διαβάζουν “κάθετα”, σε μία μόνο σελίδα ή να εμπιστεύονται μόνο μια πηγή, αλλά να αναζητούν δευτερογενείς πηγές και να μην εμπιστεύονται τα βιογραφικά και τα “Σχετικά με μας” ως απόδειξη ουδετερότητας. Επίσης να μη θεωρούν ότι η Google κατατάσσει τα αποτελέσματα βάσει αξιοπιστίας».

Όπως είπε επικεφαλής της ερευνητικής ομάδας, «το καθήκον που κάποτε είχαν οι αρχισυντάκτες των μέσων και παλιότερα οι βιβλιοθηκονόμοι πλέον πέφτει τώρα στους ώμους οποιουδήποτε χρησιμοποιεί μια οθόνη για να ενημερωθεί για τον κόσμο. Η λύση λοιπόν δεν είναι να αφαιρέσουμε δικαιώματα από τους απλούς πολίτες, αλλά να τους διδάξουμε πώς να συμμετάσχουν με περίσκεψη στην αναζήτηση πληροφοριών και την αξιολόγηση της αξιοπιστίας τους σε μια κακόφωνη δημοκρατία».

Fact-checking: ένας νέος δημοκρατικός θεσμός

Η διαπίστωση της έντασης του προβλήματος στους πιο ενεργούς χρήστες του internet, στις τάξεις αυτών που ουσιαστικά μεγάλωσαν μέσα στα sites κοινωνικής δικτύωσης, το καθιστά ακόμη πιο δισεπίλυτο. Πριν όμως βιαστούμε να αναθέσουμε τον ρόλο του «αρχισυντάκτη» στον απλό χρήστη, ίσως θα έπρεπε να αφήσουμε τους επαγγελματίες να κάνουν τη δουλειά. Όχι μόνο στους δημοσιογράφους που καλούνται να προσαρμοστούν στη νέα ψηφιακή πραγματικότητα, αλλά και στους επαγγελματίες fact-checkers. Εκατοντάδες sites σε όλο τον κόσμο αναλαμβάνουν την επίπονη και χρονοβόρα διαδικασία της επαλήθευσης και του ελέγχου των ειδησεογραφικών άρθρων που δημοσιεύονται, σε μια προσπάθεια ενίσχυσης της ελεύθερης διακίνησης της έγκυρης πληροφορίας, καταπολέμησης των πλαστών ειδήσεων και εν τέλει ενδυνάμωσης της ίδιας της δημοκρατίας.

To inside story συζήτησε για το φαινόμενο με τον Αλέξιο Μαντζαρλή, διευθυντή και αρχισυντάκτη του διεθνούς δικτύου Fact-Checking στο Poynter Institute.

inside story: Πόσο σημαντική είναι η διαδικασία του fact-checking στη ψηφιακή σφαίρα; Μπορεί πραγματικά να εμποδίσει τη διάδοση των ψεύτικων ειδήσεων;

A.M.: Το fact-checking είναι θεμελιώδους σημασίας προκειμένου να μειωθεί σε κάποιο βαθμό η εξάπλωση των πλαστών ειδήσεων. Αλλά ας είμαστε σαφείς: η πιστοποίηση της αλήθειας πρέπει να γίνεται από τους αναγνώστες, τους δημοσιογράφους και τα κοινωνικά δίκτυα, παράλληλα με τους fact-checkers πλήρους απασχόλησης, προκειμένου να έχει αποφασιστικό αντίκτυπο.

is: Από τη στιγμή που ο καθένας μπορεί να δημιουργήσει ένα site ελέγχου της εγκυρότητας και της ακρίβειας των ειδήσεων, ποιος θα ελέγχει τους ελεγκτές;

A.M.: Αυτή είναι μια καλή ερώτηση. Στο IFCN, προωθούμε έναν κώδικα αρχών ο οποίος επιτρέπει στους αναγνώστες να ελέγχουν τους ελεγκτές. Αν μη τι άλλο, όλα εκκινούν και καταλήγουν στη διαφάνεια και την αυστηρότητα της μεθόδου ελέγχου.

is: Μπορεί το Facebook, το Twitter και η Google να αναλάβουν τον ρόλο του fact-checking σε μαζική κλίμακα; Ποιες θα είναι οι συνέπειες της δράσης τους για τον περιορισμό των πλαστών ειδήσεων;

A.M.: Δεν χρειάζεται να πάνε τόσο μακριά και να εξελιχθούν σε fact-checkers, καθώς το Facebook και η Google έχουν ήδη τεράστιο ρόλο να παίξουν. Η Google μπορεί να αφαιρέσει τα οικονομικά κίνητρα και να απαγορεύσει στους δικτυακούς τόπους που διακινούν fake news τη χρήση του Ad Sense, κάτι που έχει ήδη αρχίσει να κάνει. Το Facebook μπορεί σίγουρα να περιορίσει την εμβέλειά τους. Φυσικά, πρόκειται για μια ευαίσθητη διαδικασία. Αν γυρίσει το “πλήκτρο” σε εντελώς αντίθετη κατεύθυνση, ενδέχεται να κατηγορηθεί για λογοκρισία.

Η αναγκαιότητα του fact-checking είναι αυτονόητη. Το ζήτημα είναι πόσο πραγματικά επηρεάζει τη διάδοση των ψευδών ειδήσεων. Ειδικά αν στην εξίσωση προσθέσουμε την έλλειψη αξιοπιστίας των παραδοσιακών ΜΜΕ.

Πρόσφατα το Ινστιτούτο Reuters για τη Μελέτη της Δημοσιογραφίας έδωσε στη δημοσιότητα μια εκτενή μελέτη για τα ανεξάρτητα ευρωπαϊκά sites που ασχολούνται με τον έλεγχο της εγκυρότητας των πολιτικών ειδήσεων. «Παρότι οι fact-checkers είναι οι πρώτοι που παραδέχονται ότι η δουλειά τους σπάνια έχει σημαντική επίπτωση στον περιορισμό των ψευδών ειδήσεων, τα στοιχεία δείχνουν ότι ο συστηματικός ανεξάρτητος έλεγχος μπορεί να βοηθήσει στη μείωση της παραπληροφόρησης και στην αναστολή της διασποράς πολιτικών ψεμάτων», δήλωσε ο επιμελητής της έρευνας Λούκας Γκρέιβς.

Ανεξαρτήτως επιρροής, το fact-checking είναι απαραίτητο για τη σύγχρονη δημοκρατία. Ειδικά στην εποχή του post-truth.

Στην εποχή του post-truth

Στις 9 Νοεμβρίου ένας χρήστης του Twitter με 35 followers ανέβασε μια φωτογραφία στον προσωπικό του λογαριασμό από παρκαρισμένα λεωφορεία που σύμφωνα με τον ίδιο μετέφεραν διαδηλωτές κατά του Τραμπ.

Οι φωτογραφίες αναπαράχθηκαν από 19.000 φορές στο Twitter και 350.000 στο Facebook. Στην πραγματικότητα τα λεωφορεία ήταν νοικιασμένα από εταιρεία που διοργάνωνε συνέδριο πληροφορικής στην πόλη. Πολλοί χρήστες των κοινωνικών μέσων έσπευσαν να ενημερώσουν ότι οι φωτογραφίες δεν ήταν πλαστές, αλλά ότι το συμπέρασμα του ερασιτέχνη φωτογράφου ήταν αυθαίρετο. Το παραπάνω case-study, που περιγράφεται στους New York Times, είναι μία ακόμη ψηφίδα σε αυτό το πολυδαίδαλο ψηφιδωτό που απεικονίζει το ζήτημα των fake news.

Στις 18 Νοεμβρίου, ο ίδιος o Τραμπ έγραψε ένα tweet με το οποίο συνεχάρη τον εαυτό του γιατί το εργοστάσιο παραγωγής των αυτοκινήτων Lincoln παρέμεινε στο Κεντάκι.

Χρήσιμη λεπτομέρεια: η Ford δεν σκόπευε ποτέ να κλείσει το εργοστάσιο, αλλά να μεταφέρει μέρος της παραγωγής των Lincoln σε άλλο εργοστάσιο, προκειμένου να ενισχύσει την παραγωγική ικανότητα της συγκεκριμένης μονάδας για άλλα μοντέλα. Και σε αυτή την περίπτωση, οι χρήστες των κοινωνικών δικτύων φρόντισαν να αποκαταστήσουν την αλήθεια, πριν το κάνουν και τα μεγάλα ΜΜΕ.

Δεν είναι λοιπόν μόνο τα ψέματα, αλλά και οι μισές αλήθειες. Κατά σύμπτωση (;) λίγες ημέρες μετά την εκλογή του Τραμπ το Λεξικό της Οξφόρδης ανακήρυξε ως λέξη της χρονιάς το «post-truth» καθώς η χρήση του όρου (μεταφράζεται αδόκιμα ως «μετά την αλήθεια» ή «πέραν της αλήθειας») αυξήθηκε κατά 2.000% μέσα στο 2016. Αφορμή ήταν η εκλογική διαδικασία στις ΗΠΑ, αλλά και το δημοψήφισμα στη Βρετανία, το αποτέλεσμα του οποίου επίσης καθορίστηκε σε μεγάλο βαθμό από τη διάδοση ψευδών ειδήσεων.

Στην Ιταλία, ο δρόμος προς το χτεσινό δημοψήφισμα, αλλά και τις μελλοντικές πολιτικές εξελίξεις στη χώρα σίγουρα διασταυρώνεται με την οδό των ψευδών και κατασκευασμένων ειδήσεων. Τι οδό δηλαδή; Λεωφόρος είναι, αν κρίνουμε από τη δημοφιλία sites όπως το TzeTze με περισσότερους από 1,15 εκ. ακόλουθους στο Facebook, το λαϊκίστικο La Cosala και βέβαια μια χαοτική συστοιχία blogs και Facebook groups που αναπαράγουν τερατώδη ψεύδη και ενισχύουν τη λαϊκίστικη ρητορεία (κυρίως) του Μπέπε Γκρίλο και της ακροδεξιάς.

Βρισκόμαστε λοιπόν και επίσημα στη δημοσιογραφία και την πολιτική «πέραν της αλήθειας»; Πράγματι, αλλά δεν πέσαμε με αλεξίπτωτο. Η ορολογία post-truth χρησιμοποιήθηκε πρώτη φορά από τον θεατρικό συγγραφέα Στιβ Τέζιτς το 1992, αλλά επανήλθε στο προσκήνιο το 2010, μετά την επικράτηση των Ρεπουμπλικάνων στο Κογκρέσο. Έκτοτε χρησιμοποιείται ευρέως και συνδέεται με την άνοδο των λαϊκιστικών και ακροδεξιών κομμάτων και πολιτικών.

Αλλά όχι μόνο. Μία δήλωση που αποδιδόταν στον Ντόναλντ Τραμπ αναπαράχθηκε χιλιάδες φορές, χωρίς ουδείς να ελέγξει αν ήταν ακριβής. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, ο Τραμπ είχε δηλώσει σε συνέντευξή του στο People «Αν ποτέ κατέβω για υποψήφιος, θα είναι με το κόμμα των Ρεπουμπλικάνων. Είναι η πιο ηλίθια ομάδα ψηφοφόρων στη χώρα. Πιστεύουν οτιδήποτε λέγεται στο Fox News». Η ομάδα του περιοδικού διέψευσε ότι είχε δημοσιεύσει τέτοια δήλωση, αλλά αυτό δεν εμπόδισε την αναπαραγωγή της. Η ιδεολογική διαφοροποίηση όσων αναπαράγουν ψεύτικες ειδήσεις αναλύεται σε άρθρο του Τόμπι Γιανγκ. Και το συμπέρασμα απέχει αρκετά από αυτό που υποθέτετε: «Μια ερμηνεία της κοινωνικής ψυχολογίας υποδεικνύει ότι οι περισσότερο ενημερωμένοι πολίτες είναι πιθανότερο να είναι ιδεολογικά προκατειλημμένοι, είτε δεξιόστροφα, είτε αριστερόστροφα».

Κύπριος ή Καρδιτσιώτης ο Τραμπ;

Επιστρέφουμε εκεί που ξεκινήσαμε να ξετυλίγουμε το κουβάρι: στο Βέλες της πΓΔΜ. Χρόνια πριν την εμφάνιση των πρώτων trolls, στην πόλη υπηρετούσε, από το 1998 έως το 2002, ως μητροπολίτης της αποκαλούμενης «Μακεδονικής Ορθόδοξης Εκκλησίας» ο Ιωάννης, κατά κόσμο Ζόραν Βρανισκόφσκι. Ο μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Αχρίδας βρισκόταν σε σύγκρουση με την κυβέρνηση της πΓΔΜ λόγω της σχέσης του με την εκκλησία της Σερβίας. Αργότερα οι αρχές τον κατηγόρησαν ότι την περίοδο που ήταν μητροπολίτης Βελεσσών και Παραβαρδαρίου υπεξαίρεσε το ποσό των 240.000 ευρώ, το οποίο αργότερα “ξέπλυνε” μέσω τοπικού θρησκευτικού συλλόγου. Το δικαστήριο του Βέλες τον καταδίκασε σε 30 μήνες φυλάκιση. Εκείνος διέφυγε στο εξωτερικό, εκδόθηκε εναντίον του διεθνές ένταλμα σύλληψης και τελικά συνελήφθη στη Βουλγαρία το 2010. Έκτοτε παραμένει στις φυλακές των Σκοπίων.Η υπόθεσή του επανήλθε πρόσφατα στη δημοσιότητα μέσω αρκετών εγχώριων sites που αναπαράγουν το ίδιο post με ελάχιστες παραλλαγές. Ο τίτλος δίνει τον τόνο: «Φυλακισμένος Αρχιεπίσκοπος στα Σκόπια επειδή φώναξε “η Μακεδονία είναι ελληνική”!». Η εισαγωγή του άρθρου υπερθεματίζει: «Απειλούν να τον σκοτώσουν αν δεν ανακαλέσει τα όσα υποστηρίζει για την ελληνικότητα της Μακεδονίας. Ο μαρτυρικός Αρχιεπίσκοπος Αχρίδας Ιωάννης τόλμησε να πει την αλήθεια κι αμέσως οι Σκοπιανοί του πρόσαψαν τον χαρακτηρισμό προδότη του έθνους. Αν και τα τρία τελευταία χρόνια ταλαιπωρείται στην φυλακή δεν ήταν λίγα αυτά που πέρασε και τα προηγούμενα χρόνια. Συνεχείς φυλακίσεις, βασανισμοί, διώξεις, εξορίες. Όλα αυτά γιατί ο Αρχιεπίσκοπος δεν φοβόταν να πει στους Σκοπιανούς ότι δεν είχαν καμία δουλειά με τον Μέγα Αλέξανδρο και την Μακεδονία».

Στο κείμενο δεν υπάρχει η παραμικρή νύξη για τις κατηγορίες οικονομικής φύσης, ούτε κάποια πηγή που να πιστοποιεί τα περί υπεράσπισης της ελληνικότητας της Μακεδονίας. Αυτό όμως δεν πτοεί τους εμπνευστές του να επιμένουν να το διακινούν (το εντοπίσαμε σε δεκάδες παραλλαγές μετά το 2010), ούτε πολυάριθμους χρήστες να το αναπαράγουν στα social media.

Δεν είναι βέβαια ούτε η πρώτη ούτε η μοναδική σχετική περίπτωση. Σε παλιότερο κείμενό μας για τα hoaxes είχαμε αναφερθεί εκτενώς στις παθογένειες του ελληνόφωνου web.

Η αλήθεια πάντως είναι ότι η εγχώρια ψευδής αρθρογραφία επικεντρώνεται σε σεισμούς, λιμούς, ακραία καιρικά φαινόμενα, ιατρικά θέματα –με έμφαση στα θανατηφόρα εμβόλια, αλλά και στους λατρεμένους αεροψεκασμούς. Οι αναφορές στην πολιτική σπανίζουν, ίσως γιατί δεν προσκομίζουν άφθονα clicks, και όταν κάνουν την εμφάνισή τους συνδυάζονται με θεωρίες συνομωσίας. Το τελευταίο διάστημα πάντως παρατηρούνται αρκετές ψευδείς ειδήσεις που αφορούν στο προσφυγικό και αναπαράγονται από συγκεκριμένα ακροδεξιάς φοράς sites και blogs. Η στόχευση τους προφανής. Διόλου τυχαίο ότι τα ίδια sites σχεδόν στο σύνολό τους αναπαρήγαγαν μεταφρασμένες τις ψευδείς ειδήσεις που βοήθησαν τον Τραμπ στο δρόμο του για την προεδρία.

Μεταξύ όλων ξεχωρίσαμε ένα, το πιο ξεκαρδιστικό και ταυτόχρονα το πιο απογοητευτικό αν δει κανείς τον αριθμό των shares και likes που το συνόδευσαν.

«Γιατί ο Ντόναλντ Τραμπ κρύβει τις κυπριακές του ρίζες;» έλεγε ο βαρύγδουπος τίτλος. Οι αναπαραγωγές, ακόμα και από μεγαλύτερης εμβέλειας sites, ήταν αναρίθμητες. Υποψιαζόμαστε ότι ουδείς μπήκε στον κόπο όχι μόνο να ελέγξει την ποιότητα της αρχικής πηγής, αλλά και να διαβάσει το κείμενο που αντέγραψε. «Ο Τραμπ κατάγεται από Κύπριους μετανάστες που έφτασαν στην Αμερική άφραγκοι. Τα κατάφεραν γρήγορα με σκληρή δουλειά, ακόμη σκληρότερο οπορτουνισμό και αμφίβολες πρακτικές. Ο παππούς του Τραμπ, Δανιήλ Τράμπας, έφτασε στην Αμερική από το χωριό Λευκόνοικο της Κύπρου το 1885, σε ηλικία 16 ετών…» Το κείμενο έκανε την πρώτη του εμφάνιση στο κυπριακό σατιρικό site xerotanea.com, το οποίο εικονογράφησε την είδηση με ένα εξόφθαλμα ερασιτεχνικά φωτοσοπαρισμένο πορτρέτο του Τράμπα.

Υπερεπενδύοντας στο χιούμορ των Κυπρίων, ένας άλλος χρήστης έχρισε τον νέο πρόεδρο Καρδιτσιώτη, διατηρώντας τον κορμό του κειμένου. «Ο παππούς του Τραμπ, Δανιήλ Τραμπάκουλας, έφτασε στην Αμερική από το χωριό θέα της Καρδίτσας το 1885, σε ηλικία 16 ετών», έγραψε. Οι αναπαραγωγές δεν ήταν ισάριθμες, αλλά και πάλι ήταν αρκετές για να μας βυθίσουν ακόμη πιο βαθιά στην απελπισία.

Ίσως λοιπόν τη λύση να δώσει η κλασική ρήση του Μπέρτραντ Ράσελ, που γράφτηκε με αφορμή την επικράτηση των Ναζί στη Γερμανία: «Η βασική αιτία του προβλήματος είναι ότι στο σύγχρονο κόσμο οι ηλίθιοι είναι υπερβολικά σίγουροι, ενώ οι έξυπνοι είναι γεμάτοι αμφιβολία».

Ο Γιάννης Γορανίτης σπούδασε στο τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών. Εργάστηκε ως συντάκτης, αρχισυντάκτης και διευθυντής σε περιοδικά, εφημερίδες και websites. Σήμερα ξεκινά το πρώτο του startup και τελειώνει το πρώτο του μυθιστόρημα.

πηγή

Οι σωτήρες από το Facebook

Κάθε φορά που ανοίγω το Facebook, εκπλήσσομαι. Πώς είναι δυνατόν όλο αυτό το ανθρώπινο κεφάλαιο να υπάρχει σε μια φτωχιά, προβληματική, μικρή χώρα με ναζί στο Κοινοβούλιο; Πώς είναι δυνατόν από μια χώρα, της οποίας κάποια πανεπιστήμια μερικές φορές (όχι πάντα) μετά βίας μπαίνουν στις λίστες με τα «Τοπ-1.000» του κόσμου και με τα σκορ των μαθητών της στον πάτο της PISA, να έχουν βγει τόσοι εξπέρ, τόσοι ιδιοφυείς ειδήμονες; Κι όχι εξειδικευμένοι ειδήμονες – πανειδήμονες. Συνάνθρωποί μας, επαγγελματίες, του μόχθου, με οικογένειες, ευθύνες, υποχρεώσεις, αφιερώνουν τον πολύτιμο χρόνο τους για να γράψουν τρεις, πέντε ή και δώδεκα μακροσκελείς αναρτήσεις την ημέρα αναλύοντας όλα τα καυτά θέματα της επικαιρότητας για το καλό μας. Η παραγωγικότητά τους είναι αξιοζήλευτη. Η επιδεξιότητα και η ευελιξία τους αξιοθαύμαστες. Και η πολυπραγμοσύνη τους κάνει τον Λεονάρντο ντα Βίντσι να μοιάζει Καρανίκας. Τι Καταλωνίες, τι επιθέσεις στο Λας Βέγκας, τι πετρελαιοκηλίδες στον Σαρωνικό, τι Taxibeat, τι F-16, τα ξέρουν, τα έχουν διαβάσει και τα έχουν επεξεργαστεί όλα.

Δεν αναφέρομαι στους επαγγελματίες αρθρογράφους ή σε κάποιους συγκεκριμένους, σχεδόν δακτυλοδεικτούμενους ιδιώτες που γνωρίζουν συγκεκριμένα θέματα σε βάθος και χρησιμοποιούν τα social media για να διακινήσουν ψύχραιμες, καλά τεκμηριωμένες και προσεκτικά διατυπωμένες απόψεις. Υπάρχουν τέτοιοι, μα είναι μειοψηφία. Κάθε που σκρολάρω στο Facebook, μου ’ρχεται στο μυαλό η εικόνα μιας εξέδρας. Η εξέδρα έχει κανόνες, έχει κώδικες. Για να επιβληθείς και να φανείς, για να τοποθετηθείς πάνω σε όσα συμβαίνουν στο γήπεδο και να σε ακούσουν, να σεβαστούν τη γνώμη σου και κατ’ επέκταση κι εσένα τον ίδιο –με άλλα λόγια, να σου «κάνουν λάικ»– πρέπει να ακολουθήσεις τους κανόνες, να υιοθετήσεις τις φόρμες, τη γλώσσα, την κινησιολογία, το ύφος της εξέδρας. Το Facebook είναι το ίδιο, μόνο που εκεί δεν παίζει ρόλο η κινησιολογία και στο γήπεδό του το άθλημα αλλάζει δύο φορές τη μέρα, από τις δηλώσεις του Τραμπ για τη Βόρεια Κορέα στην επιτροπή Αλιβιζάτου κι από τις περιπέτειες του ηλεκτρονικού εισιτηρίου στο ποιος θα είναι νέος υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας. Κι αυτό το ύφος! Από πού βγήκε αυτό το ύφος; Αυτή η αυτοπεποίθηση, η οίηση; Από την εξάσκηση στο σκληρό, εξελικτικό πεδίο των λάικ της εξέδρας; Από τον σφιχτό εναγκαλισμό της Eλληνίδας μάνας; Από πού; Ξέρετε ποιο εννοώ, το ύφος του παντογνώστη το αδιασάλευτο, αυτό το γεμάτο (όχι τόσο λεπτή) ειρωνεία, ο meta σχολιασμός που θεωρεί το δίκιο δεδομένο και έχει ως αντικείμενο την ίδια τη νίκη στη (φανταστική) μονομαχία με την απέναντι εξέδρα, ποτέ το αντικείμενο της μονομαχίας, στο οποίο το δίκιο είναι αυτονόητο.

Αυτή η πανσπερμία απόψεων επί παντός επιστητού είναι καταπληκτική. Δεν ξέρω τι σημαίνει για την παραγωγικότητα του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα (δεν μπορώ να καταλάβω πότε και αν δουλεύουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι), αλλά σημαίνει ότι στο πεδίο των ιδεών υπάρχουν εργάτες ακάματοι που ρίχνουν δουλειά κάθε μέρα, ρίχνουν λέξεις, τροφοδοτούν τον κόσμο μας με ιδέες ή μάλλον με τετελεσμένα δίκια. Είναι κρίμα που οι Καταλανοί δεν μπορούν να διαβάσουν ελληνικά, ας πούμε, πραγματικά θα γλίτωναν πολύ κόπο και νταβαντούρι αν διάβαζαν το τι πρέπει να κάνουν αναλυμένο με λεπτομέρειες στο ελληνικό Facebook. Το ερώτημα όμως είναι άλλο. Αφού υπάρχουν εδώ πέρα τόσα φωτισμένα μυαλά που ξέρουν όλα τα θέματα και έχουν όλες τις λύσεις και είναι πανέτοιμα να διαφωτίσουν και τους υπόλοιπους με χειμαρρώδεις ποταμούς ιδεών και λύσεων, εμείς, ρε παιδιά, πώς χρεοκοπήσαμε;

του Θοδωρή Γεωργακόπουλου

πηγή

 

Generation K: Αναλύοντας το πρόβλημα της γενιάς που κατάφερε να υποδουλωθεί από τα likes της

kimgeneration

Στην πρώτη σεζόν του Girls, αρχή αρχή ακόμα, η Shoshanna, μαγεμένη από το coolness της Jessa, την προσεγγίζει και μαθαίνει ότι δεν έχει facebook. Αδυνατώντας να το πιστέψει και κοιτώντας τη με θαυμασμό, της λέει το μνημειώδες “you ’re so fuckin’ classy”. Όταν πρωτοείδα εκείνη τη σκηνή, γέλασα, αλλά θυμάμαι ότι η όλη φάση μού φάνηκε εκτός από αστεία και τρομερά δήθεν. Ήταν μια έμμεση στοχοποίησή του mainstream, μια διακριτική πλην εύγλωττη δήλωση πως η συσχέτιση με το δημοφιλές σε κάνει λίγο trash – ενώ η αποστασιοποίησή σου απ’ ό,τι απολαμβάνει η πλειοψηφία σε καταξιώνει. Κάπως απλουστευτική ματιά πάνω στα πράγματα. Δεν είναι το μέσο που σε καθορίζει, ο τρόπος που το χρησιμοποιείς μετράει, σκεφτόμουν.

Τα χρόνια πέρασαν και δεν άλλαξα γνώμη για τα social media, παρ’ όλη τη φρίκη που βλέπουμε κατά καιρούς να παρελαύνει εντός τους. Είναι ό,τι τα κάνεις. Ό,τι τους επιτρέψεις εσύ να γίνουν. Με εξαίρεση κάποια ζητήματα στησίματος, δεν περιέχουν κάτι εγγενώς κακό. Ακόμα και για την παρακμή τους, δηλαδή, δεν φταίνε αυτά. Οι χρήστες είναι υπεύθυνοι για την ομορφιά ή την ασχήμια τους. Εκείνα, απλώς σε καθρεφτίζουν όπως σε καθρεφτίζει ο τρόπος που διαχειρίζεσαι οτιδήποτε δυνητικά επικίνδυνο, από ένα όπλο μέχρι έναν αναπτήρα.

Μόνο που το όπλο και ο αναπτήρας στα χέρια ενός δολοφόνου κι ενός πυρομανούς αντίστοιχα, δεν αποτελούν δυνητικούς, αλλά επιβεβαιωμένους κινδύνους. Υπαρκτό πρόβλημα. Αντίστοιχα (και τηρουμένων των αναλογιών) στα social media, το δημόσιο βήμα και η έκθεση δεν είναι το ίδιο άκακα για όλους. Γιατί ανάμεσα σ’ αυτούς που μπορούν να τα διαχειριστούν σοφά κι επ’ αγαθώ, υπάρχουν κι εκείνοι που αδυνατούν. Και τα ξεφτιλίζουν. Είναι αυτοί που πλέον αποκαλώ εντελώς αυθαίρετα, Generation K. Η γενιά Kardashian.

Η Generation K αποτελείται από άτομα που μεγάλωσαν στον αυτοαναφορικό ωκεανό του web, κι έμαθαν να αντιμετωπίζουν τον εαυτό τους περίπου σαν μονοπρόσωπη εταιρεία (χωρίς βέβαια να είναι), προορισμένη να γράψει ιστορία (χωρίς βέβαια να γράφει). Στην εποχή του ίντερνετ, η ύπαρξη είναι αυτοσκοπός, ένα γεγονός που εκπληρώνει από μόνο του κάποιον στόχο. Τον στόχο του μη στόχου. Το μέσον (ποστάρισμα) ταυτίζεται ολοένα και περισσότερο με τον προορισμό, σε βαθμό που τον καταπίνει και τον αντικαθιστά. Ένας αέναος κύκλος ανώφελων ακκισμών κι ομφαλοσκόπησης. Υπάρχουμε για να φαινόμαστε. Συγχαρητήρια!

Το βασικό πρόβλημα με τα άτομα της γενιάς αυτής, με λίγα λόγια, είναι η ένδεια, η έλλειψη αντικειμένου. Δεν πράττουν, δεν παράγουν κάτι, απλώς υπάρχουν αδρανή κάτω από ένα αυτοσχέδιο brand. Δεν τα πειράζει η αταλαντοσύνη, το κενό περιεχόμενο, -ίσα ίσα αυτό ακριβώς είναι το πόιντ όλης αυτής της υπαρξιακής κατάστασης. Αυτό ακριβώς είναι που εισήγαγαν και δίδαξαν οι Kardashians, και που τις ανέδειξε σε απόλυτες celebrities της δεκαετίας: Το θράσος του να αποζητάς αναγνώριση, επιβεβαίωση και λεφτά -και να τα κερδίζεις!- περιφέροντας τεμπέλικα τη ματαιόδοξη αδειοσύνη σου. Αυτό είναι το νέο κουλ: Να είσαι τίποτα και να εισπράττεις εύσημα γι’ αυτό.

Τα παραπάνω δεν είναι φιλοσοφικές αοριστίες ούτε μια κατάσταση “που υπήρχε πάντα απλώς τώρα διογκώθηκε”. H οκνηρία και η ματαιοδοξία μπορεί να μην είναι νέα φαινόμενα, όμως η μετουσίωσή τους σε κουλτούρα και το στήσιμο ολόκληρης βιομηχανίας γύρω από αυτήν, είναι μια ολοκαίνουργια κατάσταση – ένα modus vivendi που χαρακτηρίζει μια νέα γενιά κι αγορά. Αγορασμένα likes, αγορασμένοι followers, ένας επίπλαστος ψηφιακός ιστός που τάχα μου αντικατοπτρίζει κοινωνικές σχέσεις αλλά ψεύδεται ασυστόλως -και άφθονο χρήμα από εταιρείες που το παρέχουν αφειδώς, για να χώσουν τα προϊόντα τους σε μια νέα αγορά κατά 90% πλασματική. Άραγε ξέρουν σε τι μαύρη τρύπα ρίχνουν τα λεφτά τους;

Η δημοφιλία ως μπίζνα και τα likes ως μέτρο αξιών αποτελούν μια νεωτερική συνθήκη (τρομακτικά αμεσοδημοκρατική στην πραγματικότητα) που μπορεί και να αποβεί χρήσιμη σε ορισμένους κλάδους και κοινότητες. Ψυχολογικά, ηθικά, εμπορικά. Κανένα πρόβλημα ως προς αυτό. Για να ’χουν όμως νόημα το like και η εξαργύρωσή του, πρέπει να βασίζονται σε μια κάποια ουσία. Κάτι πρέπει να γίνεται καλά, κάτι πρέπει να αξίζει τον έπαινο, ό,τι κι αν είναι αυτό· ένας καλλιτέχνης που ζωγραφίζει ωραία; Ένας φωτογράφος με ρηξικέλευθη ματιά; Ένας ταλαντούχος χορευτής; Κάποιο αντικειμενικό ατού πρέπει να πυροδοτεί την αρέσκεια και τα σύγχρονα τεχνολογικά της παρελκόμενα, διαφορετικά δεν μιλάμε για δικτύωση αλλά για έναν αυτοματικό αλληλοαυνανισμό διαρκείας. Ας αγοράζει followers ο Σάκης Ρουβάς, δηλαδή, που το κάνει ήδη μια χαρά. Προσθέτει το λιθαράκι του στο διαδικτυακό ψέμα, αλλά τουλάχιστον αυτός δημιουργεί κάτι, το δουλεύει και το προσφέρει. Είναι τραγουδιστής. Δεν είναι influencer γενικώς κι αορίστως.

Στο τελευταίο album τους, οι Arcade Fire καταπιάστηκαν με αυτήν την “Everything Now” νοοτροπία των καιρών, κι έφαγαν κάμποσο κράξιμο. Θέλησαν οι καημένοι να περιγράψουν με στακάτη ειρωνεία τον εμπορευματοποιημένο καταιγισμό άδειας πληροφορίας που μαστίζει την ψηφιακή εποχή, αλλά το κοινό τούς βρήκε βαρετούς και άτεχνους. Χαστούκι. Κατά έναν τρόπο, όμως, το όλο εγχείρημα πέτυχε φιλοσοφικά τον στόχο του, σαν αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Έθιξε την αστειότητα του σύγχρονου mindset κι έτσι προβόκαρε την καλλιτεχνική απόρριψη απ’ τους εύθικτους και μοντέρνους (οι μονοπρόσωπες εταιρείες που λέγαμε πιο πάνω). Επιβεβαιώθηκε ως σύλληψη, λοιπόν.

Σ’ ένα απ’ τα πιο σαρκαστικά τραγούδια του δίσκου τους, συγκεφαλαιώνεται όλο το ζουμί του προβλήματος: Infinite Content. Η φράση επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά, δεν υπάρχουν παρά ένας-δύο άλλοι στίχοι, μετά πάλι infinite content, ξανά infinite content, δώσ’του infinite content, και κάπως έτσι η άβολη αλήθεια αποτυπώνεται κρυπτικά, επαναληπτικά, αλλά ξεκάθαρα: Η Generation K δεν σταματάει να καταναλώνει και να καταναλώνεται, δεν σταματάει να διαιωνίζει περιεχόμενο άνευ περιεχομένου. Γι’ αυτό και το content της είναι άπειρο· επειδή είναι κούφιο κι απλοϊκό σαν ρέψιμο μετά από μπίρα. Ομοιομορφία, αναπαραγωγή κι ανουσιότητα. Selfies, contouring, αποφθέγματα, κρέμες κι ωραιοπάθεια σε λούπα 24/7. Πετυχαίνει επειδή είναι πανεύκολο.

Το ότι οι Kardashians καλά κρατούν δέκα χρόνια τώρα είναι μια πειστική ένδειξη πως δεν αποτελούν παροδικό trend. Και να χαθούν όμως, έχουν κληροδοτήσει στον πολιτισμό ό,τι αντιπροσωπεύουν οντολογικά. Κάτι σαν ανεξίτηλο κοινωνικό τατουάζ. Προσοχή όμως, το “τατουάζ” τους δεν είναι αισχρό για αισθητικούς λόγους. Αδιάφοροι οι ψεύτικοι κώλοι, τα βυζιά, οι αγνώριστες φάτσες, τα ενέσιμα και οι ρηχές ζωές τους. Όποιος θέλει ας τα υιοθετήσει, μαζί του 100% αν τον κάνουν ευτυχισμένο. Το θέμα είναι ότι δεν τον κάνουν. Γιατί το ιδίωμα της Generation K είναι ότι τίποτα δεν την ικανοποιείτίποτα δεν αποσκοπεί σε κάτι. Όλα γίνονται για να γίνουν. Το μέσο είναι ο προορισμός.

Πάνω από την Jessa και τη Shoshanna, λοιπόν, και λαμβανομένου ή μη υπ’ όψιν του τελευταίου album των Arcade Fire, το ζήτημα πια για τη Generation K (και για κάθε άλλη εδώ που τα λέμε) είναι ένα και κρίσιμο: Δεν είναι τι πράττεις. Δεν είναι τι δεν πράττεις. Είναι να βρίσκεις έναν λόγο γι’ αυτό, διάολε. Έχει και η παρακμή τη γονιμότητά της, αρκεί να πηγαίνει ευθεία και όχι κυκλικά.

του Άρη Αλεξανδρή

πηγή