Το πένθος στην εποχή του Facebook

Ήταν ένα ζεστό, νωχελικό βράδυ στα τέλη Αυγούστου. Οι περισσότεροι είχαν επιστρέψει στην πόλη, αλλά στο timeline μου στο Facebook κυριαρχούσαν οι φωτογραφίες διακοπών. Την προσοχή μου τράβηξε μια μάλλον αταίριαστη φωτογραφία μιας παλιάς φίλης. Έμοιαζε αταίριαστη όχι μόνο γιατί η φίλη μου φορούσε σκουφί και μπουφάν. Αλλά γιατί αυτός που είχε κοινοποιήσει την εικόνα της είχε συμπληρώσει με κεφαλαία το σχόλιο: «Ο ΘΕΟΣ ΝΑ ΣΕ ΑΝΑΠΑΥΣΕΙ».

«Τι έγινε;», έγραφε το πρώτο σχόλιο.

«Πες ότι κάνεις πλάκα», έγραψε κάποιος άλλος.

Όταν φίλοι και γνωστοί της πείστηκαν ότι κανείς δεν κάνει πλάκα με τέτοια ζητήματα, η ακολουθία των σχολίων επεκτάθηκε με «RIP», «θα σε θυμόμαστε πάντα», θλιμμένα GIF, μια υποσημείωση: «Ποτέ like στον θάνατο» (δεν υπήρχαν ακόμη τα reactions) κ.λπ. Τα λοιπά όπως τα γνωρίζουμε, όπως τα έχουμε εμπεδώσει, όπως θα συνεχίσουμε να τα βιώνουμε στο online περιβάλλον κάθε φορά που ερχόμαστε αντιμέτωποι με ένα τέτοιο συμβάν.

Το επόμενο πρωί, ο σύζυγός της επιβεβαίωσε την είδηση ποστάροντας ένα συγκινητικό μήνυμα και μια φωτογραφία από τον γάμο τους. Λίγα λεπτά αργότερα μία ακόμη φωτογραφία από τα βαφτίσια της κόρης τους. Το απόγευμα μας ενημέρωσε για τις λεπτομέρειες της κηδείας. Εντωμεταξύ, δεκάδες φίλοι και “φίλοι” συνέχιζαν να δημοσιεύουν στον τοίχο της εκλιπούσας εκατοντάδες συλλυπητήρια και ευχές στους οικείους της. Πολλοί δημοσίευσαν παλιές της φωτογραφίες, άλλοι ανέσυραν αναμνήσεις.

Στην κηδεία δεν κατάφερα να παραβρεθώ, αλλά είδα φωτογραφίας. Μία γυναίκα δημοσίευσε φωτογραφία και έκανε tag όσους συμμετείχαν στην τελετή. Και το όνομα της νεκρής –υποθέτω για να εμφανιστεί στον τοίχο της ή για να προσκαλέσει στο ψηφιακό μυστήριο και άλλους φίλους και γνωστούς, που πιθανώς αγνοούσαν το γεγονός.

Με τον καιρό οι δημοσιεύσεις μειώθηκαν, αλλά δεν έπαψαν. Ο σύζυγός της, ακόμη και σήμερα, τρεισήμισι χρόνια μετά το δυστύχημα, αναρτά στίχους που αφιερώνει στη μνήμη της, φωτογραφίες του παιδιού τους, μηνύματα και ευχές στο β’ πρόσωπο. Σαν να ήταν εκεί. Σαν να είναι εκεί. Γιατί με έναν τρόπο συνεχίζει να είναι παρούσα σε ένα φαινομενικά άχρονο περιβάλλον με διαχρονικές διαστάσεις. Οι φωτογραφίες, τα σχόλιά της, τα αγαπημένα της τραγούδια, τα ανέκδοτα και οι συνταγές που είχε σώσει, όλα εκείνα που συγκροτούσαν την online προσωπικότητά της παραμένουν αποθηκευμένα σε κάποιον server, και υπό προϋποθέσεις θα είναι αιωνίως προσβάσιμα. Σε όλα αυτά προστίθενται τα σχόλια και οι αναμνήσεις των ζώντων. Σαν ένα βιβλίο συλλυπητηρίων που δεν κλείνει ποτέ. Κάπως έτσι, τα προφίλ των νεκρών στα online κοινωνικά δίκτυα μετατρέπονται σε ψηφιακές επιτύμβιες στήλες. Με ό,τι κι αν αυτό συνεπάγεται για τη διατήρηση της μνήμης τους, για την έκφραση του πένθους και εν τέλει για την ίδια τη στάση μας απέναντι στον θάνατο.

Ο κωμικός Πάτον Όσβαλντ δημοσιοποιεί μέσω Facebook την οδύνη του για τον θάνατο της συζύγου του, ερμηνεύοντας (άθελά του ενδεχομένως) την όψιμη τάση του να μοιραζόμαστε το πένθος στα κοινωνικά δίκτυα.

Facebook εις μνήμην

Εκτιμάται ότι 30 εκατομμύρια εγγεγραμμένοι στο Facebook πέθαναν κατά τη διάρκεια των πρώτων οκτώ ετών λειτουργίας του. 428 χρήστες πεθαίνουν ανά μία ώρα, 10.273 πεθαίνουν κάθε μέρα και 312.500 πεθαίνουν κάθε μήνα. Σύμφωνα με τα στατιστικά περασμένων ετών, το Digital Beyond τον Ιανουάριο του 2016 προέβλεψε ότι 972.000 Αμερικανοί χρήστες του θα πέθαιναν μέσα στη χρονιά.

Θάνατοι Αμερικανών χρηστών του Facebook το 2016 (πρόβλεψη)
ηλικία χρήστες Facebook ποσοστό θανάτων θάνατοι
10-14 910.000 0,0141% 128
15-19 15.000.000 0,0448% 6.720
20-24 28.000.000 0,0834% 23.352
25-29 27.000.000 0,0976% 26.352
30-34 22.000.000 0,1148% 25.256
35-39 19.000.000 0,1419% 26.961
40-44 16.000.000 0,2003% 32.048
45-49 15.000.000 0,3151% 47.265
50-54 14.000.000 0,4916% 68.824
55-59 12.000.000 0,7218% 86.616
60-64 9.200.000 1,0217% 93.996
65+ 16.000.000 3,3424% 534.776
194.110.000 972.295

Η στατιστική δεν αφήνει περιθώρια: ο αριθμός θα συνεχίσει να ανεβαίνει και μάλιστα εκθετικά, καθώς ο μέσος όρος ζωής των χρηστών αυξάνεται. Αργά αλλά σταθερά το Facebook μετατρέπεται σε ένα οικουμενικό νεκροταφείο. Ακόμη και αν διατηρηθούν οι σημερινοί ρυθμοί ανάπτυξης του κοινωνικού δικτύου, κάποια στιγμή τα προφίλ των νεκρών θα ξεπεράσουν σε αριθμό αυτά των ζώντων χρηστών (το 2130 σύμφωνα με το WebX).

Διαβλέποντας την εξέλιξη αυτή, το Facebook προσφέρει πια τη –μακάβρια μεν, χρηστική δε– δυνατότητα οριστικής διαγραφής ενός λογαριασμού μετά τον θάνατο του χρήστη. Σε διαφορετική περίπτωση μπορεί να μετατραπεί σε λογαριασμό «εις μνήμην», όπου σύμφωνα με το κοινωνικό δίκτυο «οι φίλοι και η οικογένεια του αποθανόντος μπορούν να συλλέγουν και να μοιράζονται αναμνήσεις σχετικά με το συγκεκριμένο άτομο». Πρακτικά στο προφίλ εμφανίζεται η ένδειξη «Στη μνήμη» δίπλα στο όνομά του ατόμου που έχει πεθάνει και το Facebook παύει να το προτείνει ως φίλο σε νέους χρήστες ή να υπενθυμίζει τα γενέθλιά του και (προς το παρόν τουλάχιστον) το αποσυνδέει από τα διαφημιστικά προγράμματα.

Η επιλογή της μετατροπής του προφίλ σε σελίδα «Εις Μνήμη» είναι στη διακριτική ευχέρεια των συγγενών –αρκεί βέβαια να το επιλέξουν οι συγγενείς που έχει ήδη δηλώσει εκείνος. Αυτή η προϋπόθεση δημιουργεί σειρά προβλημάτων στη διαχείριση των timelines, αφού αποτρέπεται η πρόσβαση σε αυτά. Άλλωστε μετά τη δήλωση της οικογένειας στο Facebook, δεν υπάρχει η δυνατότητα τροποποίησης του προφίλ ή προσθαφαίρεσης πληροφοριών, φωτογραφιών κ.λπ.

Το project Digital Death της Στέισι Πιτσιλίδη.

Οι προνοητικοί που θέλουν να διαφυλάξουν τη μεταθανάτια φήμη τους, δεν έχουν παρά να επιλέξουν την επιλογή διαγραφής λογαριασμού ή να ορίσουν «Υπεύθυνο λογαριασμού σε περίπτωση θανάτου». Οι πρακτικές άλλων κοινωνικών δικτύων, όπως του LinkedIn, του Twitter, του Instagram, αλλά και της Google, είναι αρκετά πιο σύνθετες και συνηθέστερη επιλογή είναι η διαγραφή ή το κλείδωμα των προφίλ των νεκρών, κατ’ απαίτηση των στενών συγγενών τους σε διάστημα 6-12 μηνών από τον θάνατό τους.

Στο άρθρο «R.I.P.: Remain in perpetuity. Facebook memorial pages» του επιστημονικού περιοδικού Telematics and Informatics, καταγράφονται τα συμπεράσματα από τη μελέτη 550 σελίδων «Εις Μνήμη». Οι ερευνητές στάθηκαν ιδιαίτερα στο Facebook και τη λειτουργία του ως εναλλακτικός χώρος θρήνου που δεν είναι ιδιωτικός, αλλά δημόσιος, συλλογικός. Πολλές φορές ο θρήνος λαμβάνει τη μορφή ενός ατελούς διαλόγου, μιας ψηφιακής σχέσης μεταξύ του θρηνητή και του νεκρού, την οποία ο φιλόσοφος Πωλ Ρικέρ είχε περιγράψει ως «το τρίτο επίπεδο μνήμης για τους νεκρούς». Η αναπαραγωγή των μηνυμάτων και κυρίως η διατήρηση τους στο online περιβάλλον για μεγάλο χρονικό διάστημα, συμβάλλουν σε αυτό που θα λέγαμε «αιώνια (ψηφιακή) μνήμη».

Σύμφωνα με τη μελέτη, το 42% των σελίδων «Εις Μνήμη» του Facebook είναι αφιερωμένο σε άτομα που πέθαναν ξαφνικά (π.χ. λόγω εγκλήματος, αυτοκτονίας ή τροχαίου) και στη συντριπτική τους πλειονότητα ήταν κάτω των 35 ετών. Το νεαρό της ηλικίας σε συνδυασμό με το βίαιο του θανάτου δικαιολογεί σε μεγάλο βαθμό την ένταση και την έκταση των αντιδράσεων. Αλλά δεν αρκούν για να ερμηνεύσουν τη συνολική μεταστροφή των σύγχρονων κοινωνιών.

Όσο φαιδρά κι αν ακούγονται όλα αυτά, δεν παύουν να αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της μεταμοντέρνας πραγματικότητας. Κι αν σπεύσατε αν αναρωτηθείτε ποιος ενδιαφέρεται για την τύχη του λογαριασμού του στο Facebook μετά θάνατον, καλό είναι να αναλογιστούμε τον ρόλο του Facebook στην καθημερινότητά μας, αλλά και τον κομβικό του ρόλο για φίλους και συγγενείς στη μετά θάνατο περίοδο.

Το ποστ της COO της Facebook Σέριλ Σάντμπεργκ με το οποίο ολοκληρώθηκε η περίοδος του (δημόσιου) πένθους για τον πρόωρο θάνατο του συζύγου της, έχει κοινοποιηθεί περισσότερες από 400.000 φορές και φλερτάρει με το 1 εκατ. αντιδράσεις. Το Time έγραψε ότι αυτή η δημοσίευση είναι το ισοδύναμο της «Kραυγής» του Έντβαρντ Μουνκ στην εποχή των social media.

Selfies στην κηδεία

Περισσότερες από 400.000 αναρτήσεις στο Instagram συνοδεύονται από τα hashtags #Funerals ή #Funeral, ενώ συναντάμε και χιλιάδες παραλλαγές τους (#FuneralTears, #FuneralService κ.ά.). Πριν αναρωτηθούμε για τη σκοπιμότητα της πρακτικής, είναι σημαντικό να σταθούμε στο περιεχόμενο: οι περισσότερες από αυτές τις φωτογραφίες προέρχονται πράγματι από κηδείες. Σε ένα μικρό ποσοστό τους απεικονίζουν τον νεκρό, το φέρετρο ή στιγμιότυπα της τελετής, το μεγαλύτερο όμως ποσοστό τους, όσο κι αν ακούγεται περίεργο –αν και τίποτα δεν ακούγεται περίεργο στον online περιβάλλον– είναι selfies. Όπως σημειώναμε και στο σχετικό θέμα μας, η αυτοφωτογράφηση δεν αποτελεί απλώς ένδειξη ναρκισσισμού, αλλά κυρίως ανάγκη συμμετοχής σε μια συλλογική διαδικασία. Και οι κηδείες είναι αν μη τι άλλο τελετουργίες που προϋποθέτουν τη συλλογική συμμετοχή.

Το κατά πόσο είναι πρόσφορες για selfies βέβαια οι κηδείες, μάλλον πρέπει να ερευνηθεί από κάποιον ειδικό. Και ερευνήθηκε: Στη μελέτη «#Funerals and Instagram: Death, Social Media and Platform Vernacular», οι ερευνητές αναφέρουν ότι οι περισσότερες λήψεις συνδέονται με την αυτοπροβολή εκείνου που τις ανεβάζει, ενώ σημειώνουν ότι οι χρήστες δεν επιδεικνύουν την απαιτούμενη σοβαρότητα και τον δέοντα σεβασμό στην τελετή. Παρατηρούν πάντως ότι σημαντικό ποσοστό δεν μένει στη φαιδρότητα της αυτοπροβολής, αλλά αποκαλύπτει μέσω των συνοδευτικών σχολίων συναισθήματα συγκίνησης, θλίψης, αλληλεγγύης με συγγενείς και φίλους, και εκφράζει την ανάγκη σύνδεσης με τους υπόλοιπους παρευρισκόμενους (φυσικά και εικονικά) στην κηδεία. Αρκετές φωτογραφίες απεικονίζουν την οικογένεια ή μια ομάδα φίλων, πράξη που φαινομενικά φαίνεται αμφιλεγόμενη, αλλά σε δεύτερο επίπεδο πιθανότατα λειτουργεί ως το πειστήριο ή και ως ενθύμιο μιας σημαντικής ημέρας. Όπως συμπερασματικά αναφέρουν οι συντάκτες της έρευνας, «το ανέβασμα φωτογραφιών από κηδείες στα κοινωνικά δίκτυα σηματοδοτεί και επικοινωνεί την παρουσία, και με αυτό τον τρόπο επιτρέπει τον διαμοιρασμό ενός σημαντικού γεγονότος και μιας συναισθηματικής εμπειρίας σε ένα ευρύτερο κοινωνικό δίκτυο. Οι σύγχρονες κηδείες είναι κοινωνικές εμπειρίες και οι θρηνούντες μοιράζονται φωτογραφίες προκειμένου να δημιουργήσουν μια αίσθηση εγγύτητας, σύνδεσης και συν-παρουσίας με μέλη της οικογένειες, φίλους και γνωστούς που ενδέχεται να μην είναι παρόντες».

Αρκετές από τις λήψεις εστιάζουν στην ίδια την τελετή, σε θρησκευτικά σύμβολα, ενώ συχνότερα απεικονίζονται λουλούδια ή και τα φαγητά και ποτά από τη δεξίωση που ακολουθεί. Ένα αξιοπερίεργο στατιστικό είναι ότι, σε αντίθεση με το μεγάλο όγκο των φωτογραφιών που ανεβαίνει καθημερινά στο Instagram, μόλις το 33% των φωτογραφιών από κηδείες έχουν υποστεί επεξεργασία μέσω φίλτρων. Από τα υπόλοιπα ευρήματα της έρευνας αναδεικνύεται η ανακουφιστική διαπίστωση ότι οι φωτογραφίες των νεκρών είναι ελάχιστες.

To Tumblr Selfies at Funerals συγκέντρωνε selfies από κηδείες. O εμπνευστής της αποφάσισε ότι η σελίδα τερμάτισε τη διαδρομή της όταν ο Μπαράκ Ομπάμα το “τερμάτισε” κι εκείνος με την πολύκροτη, από πολλές απόψεις, selfie στην κηδεία του Νέλσον Μαντέλα.

Barack Obama selfie with Danish Prime Minister. [Courtesy ROBERTO SCHMIDT/AFP/Getty Images]

H κανονικοποίηση του θανάτου: emoji με δάκρυ

Ο Τόνι Γουόλτερ, καθηγητής και διευθυντής του Centre for Death & Society του Πανεπιστημίου του Μπαθ, έχει δημοσιεύσει δεκάδες μελέτες για το ζήτημα και τονίζει ότι η ανάγκη “παρουσίας” των νεκρών σε μια κοινωνία είναι διαχρονική, από την εποχή του λίθου μέχρι σήμερα. Αυτό που αλλάζει, όπως λέει, είναι το μέσο και οι διαθέσιμες τεχνολογίες επικοινωνίας: ομιλία, πέτρα, γλυπτική, γραφή, εκτύπωση, φωτογραφία, φωνογραφία, internet.

Aριστερά: Meister Heiligen Sippe d.J., The Lamentation of Christ, c. 1483-1485, Fondation Corboud, Köln. Δεξιά: Robert Lebeck, Jackie Kennedy and Lee Radziwill at the funeral of Robert Kennedy, New York, 1968, Teutloff Photo & Video Collection.

Αυτό που επίσης αλλάζει, όπως υποστηρίζει σε παλαιότερο άρθρο του ο Γουόλτερ, είναι ότι αυτός που θρηνεί συνδέεται μέσω των κοινωνικών δικτύων τόσο με τον νεκρό, όσο και με το περιβάλλον του. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι πολύ συχνά συλλυπητήρια μηνύματα και ευχές στους οικείους δημοσιεύουν και άνθρωποι που δεν γνώριζαν καν τον νεκρό. Σημειώνει βέβαια ότι αυτός ο πλήρως εκτεθειμένος δημόσιος χώρος, ορατός από κάθε χρήστη, αυξάνει ριζικά τις πιθανότητες πρόσθετης δυσφορίας για όσους βρίσκονται ήδη σε βαθύ πένθος.

Η απομόνωση της ιδιωτικής θλίψης, την οποία η εμπέδωσε η ανθρωπότητα κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα, μοιάζει να χάνεται υπό την πίεση των κοινωνικών δικτύων. Μέχρι πριν λίγα χρόνια, στον θρήνο συμμετείχαν μόνο οι οικείοι. Πλέον μπορεί να παρεισφρήσει οποιοσδήποτε έχει χρόνο και διάθεση να συλλυπηθεί για τον θάνατο κάποιου άγνωστου. Όπως σημειώνει ο Γουόλτερ, «η γενιά του Facebook θεωρεί ότι το ψηφιακό περιεχόμενο δεν ανήκει σε κάποιο συγκεκριμένα, και ότι όλοι έχουμε το δικαίωμα να απαντήσουμε σε αυτό (π.χ. στο Facebook) ή να το τροποποιήσουμε (π.χ. στη Wikipedia). Το διαδικτυακό Πάνθεον είναι πλέον διαδραστικό, και οι ρόλοι του θεματοφύλακα και του επισκέπτη δεν είναι πια διακριτοί».

Τα διαχρονικά ταμπού που σχετίζονται με το θάνατο και το πένθος μοιάζουν να καταρρέουν καθώς ο χρήστης κρύβεται πίσω από μία διαδικτυακή persona. Το ταμπού της απεικόνισης και σχολιασμού του θανάτου χρειάστηκε αιώνες για να οικοδομηθεί και λιγότερο από μια δεκαετία για να καταρρεύσει, όπως σημειώνει ο Λόρενς Σάμιουελ στο βιβλίο «Death, American Style: A Cultural History of Dying in America». Ο ίδιος ο θάνατος κανονικοποιείται, εντάσσεται στην πραγματικότητα, δεν λειτουργεί πια ως κομβικό γεγονός, αλλά ως μια αναμενόμενη καθημερινή στιγμή που θα βρει θέση στο timeline μας ανάμεσα σε γατάκια, φωτογραφίες φαγητών και διαφημίσεις αδυνατίσματος. Κανονικοποιείται σε βαθμό που ο χρήστης θα βρει απολύτως φυσιολογικό να πατήσει like (ή το πιο πρέπον emoji με το δάκρυ) προκειμένου να εκφράσει τη θλίψη του.

[Erendira Mancias/FUSION]

Ίσως όχι μόνο τη θλίψη του, αλλά και την οργή, το μίσος ή και άλλα συναισθήματα που στον πραγματικό κόσμο δεν θα είχε τη δυνατότητα ή το θάρρος να εκφράσει. Αυτό γίνεται πιο διακριτό στις περιπτώσεις θανάτων διασήμων. Είδαμε τη μία όψη με τον θάνατο του Μπάουι, του Κρις Κορνέλ και τόσων άλλων. Είδαμε και την άλλη του όψη με αφορμή το θάνατο του Μάκη Ψωμιάδη («Rot in Piss» έγραφαν τα σχόλια αντί για «Rest in Peace») ή το τροχαίο με την Πόρσε στην εθνική οδό. Τα αναρίθμητα μηνύματα που δημοσιεύτηκαν στην προσωπική σελίδα Facebook του οδηγού ή ομαδοποιήθηκαν κάτω από το σχετικό hashtag στο Twitter είναι ενδεικτικά της σύγχρονης αντίληψης για το πένθος, η οποία σίγουρα δεν συνάδει με το «ο αποθανών δεδικαίωται». Στον ίδιο καθρέφτη αντικατοπτρίζονται και τα δημόσια μηνύματα συμπαράστασης τα οποία δέχτηκε ο πατέρας που έχασε το παιδί και τη σύζυγό στο δυστύχημα, αλλά και οι επικρίσεις στο πρόσωπό του επειδή μίλησε δημοσίως για το συμβάν. Παράλληλα με τη νέα αντίληψη για το πένθος, μοιάζει να χάνεται και ο προαιώνιος σεβασμός για τη μνήμη των νεκρών.

Όπως είχε γράψει στο Twitter η ψυχολόγος Μυρσίνη Κωστοπούλου, αντί να σεβαστούμε σιωπηλά τους νεκρούς και τις οικογένειες τους –ζωντανοί νεκροί πλέον– θρέφουμε το μένος μέσα από άψυχα κορμιά.

Ένας τραγικός και συνάμα ελπιδοφόρος επίλογος

Μια άλλη πτυχή των ψηφιακών μνημόσυνων είναι ότι η δημόσια έκφραση του πένθους φέρνει τους ανθρώπους πιο κοντά. Σε πρόσφατη μελέτη που δημοσιεύτηκε στο Nature καταγράφεται αύξηση των αλληλεπιδράσεων μεταξύ των κοινών φίλων των θανόντων, αλλά και πολλαπλασιασμός των συνδέσεων μεταξύ τους –ακόμη και όσων δεν γνωρίζονταν πριν τον θάνατο του κοινού τους φίλου. Για τον σκοπό αυτό μελέτησαν τα δίκτυα 15.129 θανόντων.

Τον μήνα αμέσως μετά τον θάνατο, οι στενοί φίλοι του αποθανόντος αλληλεπίδρασαν μεταξύ τους περίπου 30% περισσότερο απ’ ό,τι συνήθως και με γνωστούς του αποθανόντος κατά 15% περισσότερο. Ακόμα και δύο χρόνια αργότερα, οι αλληλεπιδράσεις ανά μήνα ήταν ακόμη 3% υψηλότερες από ό, τι πριν τον θάνατο.

Αφού πεθάνει κάποιος (0), οι στενοί του φίλοι (1, 2 και 3) θα αρχίσουν να αλληλεπιδρούν περισσότερο μεταξύ τους και με γνωστούς του θανόντος (4), ακόμη κι αν δεν ήταν πριν φίλοι. Αυτές οι νέες κοινωνικές αλληλεπιδράσεις μπορεί να είναι βραχύβιες ή και μακρές. Δεν θα αλληλεπιδράσουν περισσότερο με άτομα που δεν ήταν φίλοι του θανόντα (5 και 6).

Η σχετική απόσταση επιτρέπει επίσης τη δημόσια έκφραση των συναισθημάτων παντελώς αγνώστων ανθρώπων σε αυτούς που πενθούν ή προσπαθούν να διαχειριστούν τον επερχόμενο θάνατο ενός οικείου τους. Ή ακόμη και τον δικό τους. Υπάρχουν αναρίθμητες ομάδες στο Facebook και στα άλλα κοινωνικά δίκτυα με αντικείμενο τη διαχείριση ασθενειών, τόσο για τους ασθενείς, όσο και για τους οικείους τους. Όπως αναφέρουν οι περισσότεροι, η διαχείριση του επερχόμενου μοιραίου γίνεται ευκολότερη με αυτό τον τρόπο.

Ο αθλητικογράφος του ESPN Ρόις Γιανγκ και η σύζυγός του Κέρι το κατάλαβαν για τα καλά. Αποφάσισαν να αποτυπώσουν στα κοινωνικά δίκτυα την περιπέτεια της εγκυμοσύνης της Κέρι όταν το υπερηχογράφημα β’ επιπέδου έδειξε ότι το έμβρυο μεγαλώνει χωρίς εγκέφαλο. Ο γιατρός τούς ενημέρωσε ότι θα πέθαινε είτε πριν γεννηθεί, είτε λίγα λεπτά αργότερα. Παρόλ’ αυτά το ζευγάρι αποφάσισε να μη διακόψει την εγκυμοσύνη, ώστε το μωρό να γίνει δωρητής οργάνων για άλλα βρέφη. Παράλληλα συνέχισαν να ενημερώνουν συστηματικά το Facebook και το Instagram για την πορεία της κύησης, μέχρι κυριολεκτικά την τελευταία πνοή του βρέφους.

Η συγκλονιστική περιπέτεια καταγράφηκε από τον Γιανγκ σε ένα κείμενο στο Medium. Όπως λέει, τα σχόλια συμπαράστασης στα κοινωνικά δίκτυα τους έδωσαν το κουράγιο να συνεχίσουν να μεγαλώνουν το πρώτο παιδί τους. Σχόλια που, όπως έγραψε ο Γιανγκ, δεν θα είχαν ακούσει ποτέ αν δεν δημοσιοποιούσαν την τραγωδία τους.

Γράφει για τεχνολογία, επιστήμη και ψηφιακή κουλτούρα σε περιοδικά, εφημερίδες και websites. Σπούδασε στο τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του ΕΚΠΑ και πρόσφατα ξεκίνησε ένα εντελώς άσχετο μεταπτυχιακό. Η συλλογή διηγημάτων «24» (Εκδόσεις Πατάκη) είναι το πρώτο του βιβλίο.

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s