Generation K: Αναλύοντας το πρόβλημα της γενιάς που κατάφερε να υποδουλωθεί από τα likes της

kimgeneration

Στην πρώτη σεζόν του Girls, αρχή αρχή ακόμα, η Shoshanna, μαγεμένη από το coolness της Jessa, την προσεγγίζει και μαθαίνει ότι δεν έχει facebook. Αδυνατώντας να το πιστέψει και κοιτώντας τη με θαυμασμό, της λέει το μνημειώδες “you ’re so fuckin’ classy”. Όταν πρωτοείδα εκείνη τη σκηνή, γέλασα, αλλά θυμάμαι ότι η όλη φάση μού φάνηκε εκτός από αστεία και τρομερά δήθεν. Ήταν μια έμμεση στοχοποίησή του mainstream, μια διακριτική πλην εύγλωττη δήλωση πως η συσχέτιση με το δημοφιλές σε κάνει λίγο trash – ενώ η αποστασιοποίησή σου απ’ ό,τι απολαμβάνει η πλειοψηφία σε καταξιώνει. Κάπως απλουστευτική ματιά πάνω στα πράγματα. Δεν είναι το μέσο που σε καθορίζει, ο τρόπος που το χρησιμοποιείς μετράει, σκεφτόμουν.

Τα χρόνια πέρασαν και δεν άλλαξα γνώμη για τα social media, παρ’ όλη τη φρίκη που βλέπουμε κατά καιρούς να παρελαύνει εντός τους. Είναι ό,τι τα κάνεις. Ό,τι τους επιτρέψεις εσύ να γίνουν. Με εξαίρεση κάποια ζητήματα στησίματος, δεν περιέχουν κάτι εγγενώς κακό. Ακόμα και για την παρακμή τους, δηλαδή, δεν φταίνε αυτά. Οι χρήστες είναι υπεύθυνοι για την ομορφιά ή την ασχήμια τους. Εκείνα, απλώς σε καθρεφτίζουν όπως σε καθρεφτίζει ο τρόπος που διαχειρίζεσαι οτιδήποτε δυνητικά επικίνδυνο, από ένα όπλο μέχρι έναν αναπτήρα.

Μόνο που το όπλο και ο αναπτήρας στα χέρια ενός δολοφόνου κι ενός πυρομανούς αντίστοιχα, δεν αποτελούν δυνητικούς, αλλά επιβεβαιωμένους κινδύνους. Υπαρκτό πρόβλημα. Αντίστοιχα (και τηρουμένων των αναλογιών) στα social media, το δημόσιο βήμα και η έκθεση δεν είναι το ίδιο άκακα για όλους. Γιατί ανάμεσα σ’ αυτούς που μπορούν να τα διαχειριστούν σοφά κι επ’ αγαθώ, υπάρχουν κι εκείνοι που αδυνατούν. Και τα ξεφτιλίζουν. Είναι αυτοί που πλέον αποκαλώ εντελώς αυθαίρετα, Generation K. Η γενιά Kardashian.

Η Generation K αποτελείται από άτομα που μεγάλωσαν στον αυτοαναφορικό ωκεανό του web, κι έμαθαν να αντιμετωπίζουν τον εαυτό τους περίπου σαν μονοπρόσωπη εταιρεία (χωρίς βέβαια να είναι), προορισμένη να γράψει ιστορία (χωρίς βέβαια να γράφει). Στην εποχή του ίντερνετ, η ύπαρξη είναι αυτοσκοπός, ένα γεγονός που εκπληρώνει από μόνο του κάποιον στόχο. Τον στόχο του μη στόχου. Το μέσον (ποστάρισμα) ταυτίζεται ολοένα και περισσότερο με τον προορισμό, σε βαθμό που τον καταπίνει και τον αντικαθιστά. Ένας αέναος κύκλος ανώφελων ακκισμών κι ομφαλοσκόπησης. Υπάρχουμε για να φαινόμαστε. Συγχαρητήρια!

Το βασικό πρόβλημα με τα άτομα της γενιάς αυτής, με λίγα λόγια, είναι η ένδεια, η έλλειψη αντικειμένου. Δεν πράττουν, δεν παράγουν κάτι, απλώς υπάρχουν αδρανή κάτω από ένα αυτοσχέδιο brand. Δεν τα πειράζει η αταλαντοσύνη, το κενό περιεχόμενο, -ίσα ίσα αυτό ακριβώς είναι το πόιντ όλης αυτής της υπαρξιακής κατάστασης. Αυτό ακριβώς είναι που εισήγαγαν και δίδαξαν οι Kardashians, και που τις ανέδειξε σε απόλυτες celebrities της δεκαετίας: Το θράσος του να αποζητάς αναγνώριση, επιβεβαίωση και λεφτά -και να τα κερδίζεις!- περιφέροντας τεμπέλικα τη ματαιόδοξη αδειοσύνη σου. Αυτό είναι το νέο κουλ: Να είσαι τίποτα και να εισπράττεις εύσημα γι’ αυτό.

Τα παραπάνω δεν είναι φιλοσοφικές αοριστίες ούτε μια κατάσταση “που υπήρχε πάντα απλώς τώρα διογκώθηκε”. H οκνηρία και η ματαιοδοξία μπορεί να μην είναι νέα φαινόμενα, όμως η μετουσίωσή τους σε κουλτούρα και το στήσιμο ολόκληρης βιομηχανίας γύρω από αυτήν, είναι μια ολοκαίνουργια κατάσταση – ένα modus vivendi που χαρακτηρίζει μια νέα γενιά κι αγορά. Αγορασμένα likes, αγορασμένοι followers, ένας επίπλαστος ψηφιακός ιστός που τάχα μου αντικατοπτρίζει κοινωνικές σχέσεις αλλά ψεύδεται ασυστόλως -και άφθονο χρήμα από εταιρείες που το παρέχουν αφειδώς, για να χώσουν τα προϊόντα τους σε μια νέα αγορά κατά 90% πλασματική. Άραγε ξέρουν σε τι μαύρη τρύπα ρίχνουν τα λεφτά τους;

Η δημοφιλία ως μπίζνα και τα likes ως μέτρο αξιών αποτελούν μια νεωτερική συνθήκη (τρομακτικά αμεσοδημοκρατική στην πραγματικότητα) που μπορεί και να αποβεί χρήσιμη σε ορισμένους κλάδους και κοινότητες. Ψυχολογικά, ηθικά, εμπορικά. Κανένα πρόβλημα ως προς αυτό. Για να ’χουν όμως νόημα το like και η εξαργύρωσή του, πρέπει να βασίζονται σε μια κάποια ουσία. Κάτι πρέπει να γίνεται καλά, κάτι πρέπει να αξίζει τον έπαινο, ό,τι κι αν είναι αυτό· ένας καλλιτέχνης που ζωγραφίζει ωραία; Ένας φωτογράφος με ρηξικέλευθη ματιά; Ένας ταλαντούχος χορευτής; Κάποιο αντικειμενικό ατού πρέπει να πυροδοτεί την αρέσκεια και τα σύγχρονα τεχνολογικά της παρελκόμενα, διαφορετικά δεν μιλάμε για δικτύωση αλλά για έναν αυτοματικό αλληλοαυνανισμό διαρκείας. Ας αγοράζει followers ο Σάκης Ρουβάς, δηλαδή, που το κάνει ήδη μια χαρά. Προσθέτει το λιθαράκι του στο διαδικτυακό ψέμα, αλλά τουλάχιστον αυτός δημιουργεί κάτι, το δουλεύει και το προσφέρει. Είναι τραγουδιστής. Δεν είναι influencer γενικώς κι αορίστως.

Στο τελευταίο album τους, οι Arcade Fire καταπιάστηκαν με αυτήν την “Everything Now” νοοτροπία των καιρών, κι έφαγαν κάμποσο κράξιμο. Θέλησαν οι καημένοι να περιγράψουν με στακάτη ειρωνεία τον εμπορευματοποιημένο καταιγισμό άδειας πληροφορίας που μαστίζει την ψηφιακή εποχή, αλλά το κοινό τούς βρήκε βαρετούς και άτεχνους. Χαστούκι. Κατά έναν τρόπο, όμως, το όλο εγχείρημα πέτυχε φιλοσοφικά τον στόχο του, σαν αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Έθιξε την αστειότητα του σύγχρονου mindset κι έτσι προβόκαρε την καλλιτεχνική απόρριψη απ’ τους εύθικτους και μοντέρνους (οι μονοπρόσωπες εταιρείες που λέγαμε πιο πάνω). Επιβεβαιώθηκε ως σύλληψη, λοιπόν.

Σ’ ένα απ’ τα πιο σαρκαστικά τραγούδια του δίσκου τους, συγκεφαλαιώνεται όλο το ζουμί του προβλήματος: Infinite Content. Η φράση επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά, δεν υπάρχουν παρά ένας-δύο άλλοι στίχοι, μετά πάλι infinite content, ξανά infinite content, δώσ’του infinite content, και κάπως έτσι η άβολη αλήθεια αποτυπώνεται κρυπτικά, επαναληπτικά, αλλά ξεκάθαρα: Η Generation K δεν σταματάει να καταναλώνει και να καταναλώνεται, δεν σταματάει να διαιωνίζει περιεχόμενο άνευ περιεχομένου. Γι’ αυτό και το content της είναι άπειρο· επειδή είναι κούφιο κι απλοϊκό σαν ρέψιμο μετά από μπίρα. Ομοιομορφία, αναπαραγωγή κι ανουσιότητα. Selfies, contouring, αποφθέγματα, κρέμες κι ωραιοπάθεια σε λούπα 24/7. Πετυχαίνει επειδή είναι πανεύκολο.

Το ότι οι Kardashians καλά κρατούν δέκα χρόνια τώρα είναι μια πειστική ένδειξη πως δεν αποτελούν παροδικό trend. Και να χαθούν όμως, έχουν κληροδοτήσει στον πολιτισμό ό,τι αντιπροσωπεύουν οντολογικά. Κάτι σαν ανεξίτηλο κοινωνικό τατουάζ. Προσοχή όμως, το “τατουάζ” τους δεν είναι αισχρό για αισθητικούς λόγους. Αδιάφοροι οι ψεύτικοι κώλοι, τα βυζιά, οι αγνώριστες φάτσες, τα ενέσιμα και οι ρηχές ζωές τους. Όποιος θέλει ας τα υιοθετήσει, μαζί του 100% αν τον κάνουν ευτυχισμένο. Το θέμα είναι ότι δεν τον κάνουν. Γιατί το ιδίωμα της Generation K είναι ότι τίποτα δεν την ικανοποιείτίποτα δεν αποσκοπεί σε κάτι. Όλα γίνονται για να γίνουν. Το μέσο είναι ο προορισμός.

Πάνω από την Jessa και τη Shoshanna, λοιπόν, και λαμβανομένου ή μη υπ’ όψιν του τελευταίου album των Arcade Fire, το ζήτημα πια για τη Generation K (και για κάθε άλλη εδώ που τα λέμε) είναι ένα και κρίσιμο: Δεν είναι τι πράττεις. Δεν είναι τι δεν πράττεις. Είναι να βρίσκεις έναν λόγο γι’ αυτό, διάολε. Έχει και η παρακμή τη γονιμότητά της, αρκεί να πηγαίνει ευθεία και όχι κυκλικά.

του Άρη Αλεξανδρή

πηγή

Η ευφυΐα είναι «χειροποίητη»

H νοημοσύνη είναι η ιδιότητα εκείνη του εγκεφάλου που βοηθάει το άτομο να προσαρμοστεί στο περιβάλλον εξοπλίζοντάς το με γνωστικές λειτουργίες και την ευκαιρία χειρισμών ώστε να εξασφαλιστεί η επιβιώσή του.

936020-001Ο Ρώσος φυσιολόγος Ιβάν Παβλόφ μελέτησε τον έλεγχο της θεωρητικής γνώσης βασιζόμενος στον τρόπο με τον οποίο αντιδρούσαν οι περίφημοι σκύλοι του σε ηχητικά ερεθίσματα

Μικρός, διαφωνούσα με τη μητέρα μου καθημερινά. Εκείνη ήθελε να διαβάζω…

Η συμβουλή της μητέρας μου ήταν τόσο απαραίτητη, όσο ολότελα αντιπαιδαγωγική ήταν η μέθοδος που χρησιμοποιούσε. Αγνοούσε την ύπαρξη εγκεφαλικών κέντρων, ομάδων νευρικών κυττάρων, που «εντέλλουν» τον άνθρωπο να λειτουργεί ή να απεργεί: Συγγραφείς μοίρας ατόμων και σκηνοθέτες πεπρωμένου λαών. Κέντρα ηδονών και παθών, που πλειστάκις αναποδογυρίζουν τύχες εθνών και ατόμων μεταξύ «τραπέζης και κλίνης». Ο άνθρωπος γεννιέται ηδονοθήρας και ενεργοποιείται σωματικά ή πνευματικά όταν προκαταβολικά, αυθαίρετα και παρορμητικά πιστέψει ότι η πληροφορία-γνώση είναι δελεαστική, χρήσιμη και ευχάριστη σ’ αυτόν. Όλοι διαθέτουμε ικανότητες επεξεργασίας και απομνημόνευσης πληροφοριών, αρκεί η πνευματική τροφή να διεγείρει ευχάριστα τις πιο μύχιες επιθυμίες μας. Πρακτικά, καταλαβαίνουμε, κινούμαστε και σκεφτόμαστε με γνώμονα το απόλυτα προσωπικό και άμεσο συμφέρον. Η μητέρα μου δεν θα νοιαζόταν να διαβάσω, επειδή θα διάβαζα πρόθυμα και εθελοντικά αν είχε ανακαλύψει τα μύχια ενδιαφέροντά μου.

Είναι παγκόσμιο λάθος κάθε μάνας. Αγωνιούν να βρει το παιδί τους ένα καλό ταίρι. Να έχει μια καλή τύχη. Ο μόνος χώρος όπου το άτομο μπορεί να νιώσει ανεξάρτητος, ελεύθερος και άνθρωπος-ευτυχισμένος είναι η επαγγελματική του αρένα όταν είναι κατάλληλα εξοπλισμένος. Λεύτερος άνθρωπος είναι μόνον ο δουλευτής που γνωρίζει και εκτελεί την εργασία του σωστά. Η μόρφωση είναι προσωπική μας ευθύνη. Εμείς αποφασίζουμε να την αποκτήσουμε και να γυμνάσουμε με «όπλα» το μυαλό μας. Ο εκπαιδευμένος εγκέφαλος είναι το μοναδικό αήττητο μηχάνημα στη γη. Η παιδεία δεν είναι ελεημοσύνη της πολιτείας που παράγει «αγράμματους» πτυχιούχους.

Η ζωή είναι ροή. Και η τέχνη της επιβίωσης «επιστήμη» ρέουσα. Επιβιώνει πάντα ο προσαρμοστικότερος, δηλ. αυτός που αποκτά την ικανότητα να μεταλλάσσεται. Μόνον οι ανδριάντες μένουν ακίνητοι, γι’ αυτό ο λαός που κάποτε περνούσε από κάτω και τους χαιρετούσε ανεβαίνει επάνω και τους θρυμματίζει. Ο σύγχρονος άνθρωπος πρέπει να μαθαίνει, να μαθαίνει, να μαθαίνει… H νοημοσύνη καλλιεργείται με την εκπαίδευση πάνω στη φυσική πνευματικότητα. Η καινοτομία δεν είναι παιδί ενός, είναι γέννημα ώριμων εκπαιδευμένων κοινωνιών. Η πρόοδος είναι προσωπική και ακολούθως κοινωνική υπόθεση. Η ευφυΐα είναι «χειροποίητη».

Η μακρόχρονη μνήμη, δηλ. η μάθηση, αντιστοιχεί βιολογικά στη «συναπτογένεση», στη μόνιμη μεταβολή των συνδέσεων νευρωνικών κυκλωμάτων, τη δημιουργία νέων ισχυρών επαφών όπου οι συνάψεις ενισχύονται μόνιμα. Η λειτουργία αυτή των συνάψεων γίνεται με τη βοήθεια αμινοξέων της τροφής, διεγερτικών ή ανασταλτικών. Όλα αυτά έγιναν γνωστά με τη βοήθεια της λειτουργικής μαγνητικής τομογραφίας. Και μια απλή παρατήρηση: Όσα αμινοξέα και αν παίρνουμε με την τροφή μας, αυτά θα περάσουν από τις συνάψεις και θα φύγουν ως άχρηστα σκουπίδια αν το χέρι της ψυχής δεν τα πάρει και τα χτίσει επιμελώς στη θέση τους.

Σήμερα, ο εγκέφαλος δεν πάσχει από υλικά. Υπάρχει, όμως ένδεια εμψυχωμένων «εργατών» να εμφυτεύσουν τα αμινοξέα στις συνάψεις. Ενα οπτικό σήμα, π.χ., παραλαμβάνεται από τον αμφιβληστροειδή και διαχέεται μέσα στον εγκέφαλο. Εκεί, μεταφράζεται στη γλώσσα των κυττάρων του. Αυτόματα αξιολογείται, βαθμολογείται στον «οπτικό φλοιό» και λαμβάνονται αντανακλαστικές (μη πλήρως συνειδητοποιημένες) αποφάσεις και αντιδράσεις. Ολα τα μηνύματα περνάνε από τα κέντρα αυτά· αν έχουν συναισθηματική φόρτιση, αξιοποιούνται ακολούθως ανάλογα και στα άλλα κέντρα.

Στη λειτουργία της αμυγδαλής υπάρχει μια σημαντική παρατήρηση: Ο αρχικός ερεθισμός ανάλογα με το «χαρακτηρισμό» –π.χ. αν θεωρείται σήμα κινδύνου– ενδέχεται να προκαλέσει μια αιφνίδια έκρηξη αντανακλαστικών. Αυτά είναι ταχύτατα, αλλά λιγότερο εύστοχα. Πρακτικά, η αμοιβή μπορεί να προκαλεί μια αντίδραση, συναισθηματική ή κινητική, πριν τα κέντρα του φλοιού κατανοήσουν πλήρως το συμβάν. Όπως όταν ο οδηγός αιφνιδιάζεται και αντανακλαστικά στρίβει δεξιά προτού σκεφτεί αν αυτή ήταν η ορθή απόφαση. Άρα, πριν πλησιάσει μια πληροφορία το φλοιό του εγκεφάλου του μαθητή, για να είναι αποτελεσματική πρέπει να έχει πάρει την κατ’ αρχήν έγκριση των κέντρων που εξουσιάζουν απόλυτα (ίσως λανθασμένα) τις νοητικές λειτουργίες του.

Ο Τσόρτσιλ έλεγε ότι τα χειρότερα χρόνια του ήταν στο σχολείο· ο πετυχημένος πολιτικός ήταν κουμπούρας. Τον Ρούσβελτ, στα 55 του μια πάθηση που τον άφησε παράλυτο από τη μέση και κάτω τον έβαλε στο αναπηρικό καροτσάκι και του είπε να «τρέξει» την αμερικανική οικονομία. Ο Αϊνστάιν δεν μπορούσε να τακτοποιήσει ποτέ τα οικονομικά του. Το χρήμα δεν διέγειρε τα δικά του κέντρα ηδονών και παθών. Κάποτε, έχασε ένα βιβλίο και όταν το βρήκε, λένε, χάρηκε πολύ, αν και έλειπε ένα χαρτί που του χρησίμευε ως σελιδοδείκτης. Ηταν μια τραπεζική επιταγή, ο μηνιαίος μισθός του.

Ο εγκέφαλος «ρουφάει» ό,τι επιθυμεί, ενώ με πολύ κόπο μαθαίνει θέματα που θεωρεί κατά τη δική του κρίση ανεπιθύμητα. Η μάθηση είναι ψυχή. Το ίδιο και η μνήμη που την υπηρετεί. Η δύναμη αυτών των λειτουργιών είναι μαγική, διαφεύγει όμως της προσοχής μας επειδή είναι υποσυνείδητη. Η Ψυχιατρική υποστηρίζει ότι κανένας άντρας δεν λησμονεί το όνομα μιας ωραίας νέας κοπέλας. Ο ιππόκαμπος είναι ένα από τα όργανα που αποφασίζουν την ποιότητα και την ποσότητα του μορφωτικού φορτίου που θα απομνημονεύσει ο εγκέφαλος. Δίπλα του σχεδόν και σε απόλυτη σύνδεση βρίσκεται η αμυγδαλή, το ίδιο και ο υποθάλαμος. Τα κέντρα αυτά συστρατεύονται και κινητοποιούν όλο το νευρικό σύστημα. Μερικές φορές, κατά τρόπο αυθαίρετο και αδικαιολόγητο συγκριτικά με το μέγεθος του αρχικού ερεθίσματος, προκαλούν έναν αδικαιολόγητο συναγερμό που εκδηλώνεται ως κρίση πανικού. Η αμυγδαλή, ως συναισθηματικός φρουρός, χρωματίζει τη λειτουργική απόδοση του εγκεφάλου δημιουργώντας συναισθήματα και αγάπες ανάλογων αποκλίσεων. Το συναίσθημα υπερισχύει της λογικής και το άτομο παίρνει ατελέσφορες και ασύμφορες αποφάσεις. Αγοράζει πανάκριβα δώρα σε μια ωραία κυρία. Οι άνθρωποι σκέπτονται λογικά, αλλά δρουν συναισθηματικά.

Το συναίσθημα έχει τη δική του λογική. Ό,τι είναι αρεστό ενδέχεται να μην είναι ωφέλιμο και τούμπαλιν. Κάποιες θολές συναισθηματικές μνήμες, μάλιστα, σκηνοθετούν παράλογες πράξεις. Ο εγκέφαλος αδυνατεί να έχει καθαρή κρίση. Πάντα κάνει συγκρίσεις και ανάλογα αξιολογεί. Στη νηπιακή ηλικία, ακατέργαστες και αμοντάριστες εικόνες αποθηκεύονται, και επί αυτών των βουβών πανίσχυρων προσχεδίων συναισθηματικής ζωής χτίζεται ο ψυχικός κόσμος του μικρού ανθρωπάκου. Αυτά τα αμοντάριστα βουβά πλάνα συνεχίζουν χρόνια αργότερα να αναγνωρίζουν ότι μόνον το στιφάδο της μαμάς είχε το μοναδικό άρωμα ή ότι η Ανάσταση στο χωριό προσέφερε ανείπωτη ευφορία. Το συναίσθημα καρφώνει τον άνθρωπο πάνω στη γη του, όχι η βαρύτητα.

Σύμφωνα με την Ιατρική, στους μηχανισμούς ενδυνάμωσης της δημιουργικής νοημοσύνης τρεις προκρίνονται: Ο βαθύς ύπνος, το ευτυχισμένο σεξ και η συχνή γυμναστική (3-5 φορές την εβδομάδα, 30´-50´). Έρευνες με μαγνητική λειτουργική τομογραφία (FMRI) έδειξαν ότι με συστηματική εξάμηνη άσκηση οι γυμναζόμενοι παρουσίασαν σημαντική αύξηση της λειτουργικότητας του ιππόκαμπου και της αμυγδαλής. Το γεγονός αποδόθηκε στην ενδυνάμωση των οργάνων με τη γυμναστική. Η ανάγκη της λειτουργικότητας του εγκεφάλου στους αστροναύτες επέβαλε τα μηχανήματα γυμναστικής στο διαστημόπλοιο. Αν και οι πάντες συμφωνούν ότι το συναίσθημα είναι απαραίτητο για να κινητοποιηθούν τα πάντα.

Κείμενο στο περιοδικό HOMME του Στέφανου Καραγιαννόπουλου, Καθηγητή Παθολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Οδυσσέας Ελύτης: Τα δημόσια και τα ιδιωτικά

Τα δημόσια και τα ιδιωτικάΠΗΡΕ ΝΑ ΧΕΙΜΩΝΙΑΖΕΙ. Πλήθυναν οι άδειες καρέκλες γύρω μου. Έχω πιάσει γωνιά και πίνω καφέδες, φουμέρνοντας αντικρύ στο πέλαγος. Θα μπορούσα να περάσω έτσι μια ζωή ολόκληρη, αν δεν την έχω κιόλας περάσει.

Ανάμεσα σε μια παλιά ξύλινη πόρτα ξεβαμμένη απ’ τον ήλιο κι ένα κλωναράκι γιασεμιού τρεμάμενο πού, έτσι και συμβεί να μου λείψουν μια μέρα, η ανθρωπότητα όλη θα μου φαίνεται άχρηστη. Σχεδόν σοβαρολογώ. Επειδή εδώ δεν πρόκειται πια για τη φύση, που αυτήν, πιστεύω, είναι πιο σημαντικό να τη διαλογίζεσαι παρά να τη βιώνεις, ούτε καν για την παράδοση. Πρόκειται για τη βαθύτερη εκείνη δύναμη των αναλογιών που συνέχει τα παραμικρά με τα σπουδαία ή τα καίρια με τα ασήμαντα, και διαμορφώνει κάτω από την κατατεμαχισμένη των φαινομένων επιφάνεια, ένα πιο στερεό έδαφος, για να πατήσει το πόδι μου – παραλίγο να πω η ψυχή μου.

Μέσα σ’ ένα τέτοιο πνεύμα είχα κινηθεί άλλοτε, όταν έλεγα ότι ένα τοπίο δεν είναι όπως το αντιλαμβάνονται μερικοί κάποιο, απλώς, σύνολο γης, φυτών και υδάτων. Είναι η προβολή της ψυχής ενός λαού επάνω στην ύλη. Θέλω να πιστεύω – και η πίστη μου αυτή βγαίνει πάντοτε πρώτη στον αγώνα της με τη γνώση – ότι όπως και να τα εξετάσουμε, η πολυαιώνια παρουσία του ελληνισμού πάνω στα δώθε ή εκείθε του Αιγαίου χώματα έφτασε να καθιερώσει μιαν ορθογραφία, όπου το κάθε ωμέγα, το κάθε ύψιλον, η κάθε οξεία, η κάθε υπογεγραμμένη δεν είναι παρά, ένας κολπίσκος, μια κατωφέρεια, μια κάθετη βράχου πάνω σε μια καμπύλη πρύμνας πλεούμενου, κυματιστοί αμπελώνες, υπέρθυρα εκκλησιών, ασπράκια ή κοκκινάκια, εδώ ή εκεί από περιστεριώνες και γλάστρες με γεράνια.

Είναι μια γλώσσα με πολύ αυστηρή γραμματική, που την έφκιασε μόνος του ο λαός, από την εποχή που δεν επήγαινε ακόμη σχολείο. Και την τήρησε με θρησκευτική προσήλωση κι αντοχή αξιοθαύμαστη, μέσα στις πιο δυσμενείς εκατονταετίες. Ώσπου ήρθαμ’ εμείς, με τα διπλώματα και τους νόμους, να τον βοηθήσουμε. Και σχεδόν τον αφανίσαμε. Από το ένα μέρος του φάγαμε τα κατάλοιπα της γραφής του και από το άλλο τού ροκανίσαμε την ίδια του την υπόσταση, τον κοινωνικοποιήσαμε, τον μεταβάλλαμε σε έναν ακόμα μικροαστό, που μας κοιτάζει απορημένος από κάποιο παραθυράκι κάποιας πολυκατοικίας του Αιγάλεω. Δεν αναφέρομαι σε καμιά χαμένη γραφικότητα. Ούτε θυμάμαι να ‘χω ζήσει σε καμιά καλή εποχή για να τη νοσταλγώ. Απλώς, δεν ανέχομαι τις ανορθογραφίες. Με ταράζουν. Νιώθω σαν ν’ ανακατώνονται τα γράμματα στο ίδιο μου το επώνυμο, να μην ξέρω ποιος είμαι να μην ανήκω πουθενά. Τόσο πολύ αισθάνομαι να είναι η ζωή μου συνυφασμένη μ’ αυτήν την «υδρόγεια λαλιά», που δεν είναι παρά η οπτική φάση της ελληνικής λαλιάς, της ικανής με τη διπλή της υπόσταση να ομιλεί και να ζωγραφίζει συνάμα. Και που εξακολουθεί αθόρυβα όσο και δραστικά, παρά τις άνωθεν επεμβάσεις, να εισχωρεί ολοένα μέσα στην ιστορία και μέσα στη φύση που τη γέννησαν, έτσι ώστε να μετατρέπει τεράστιες ποσότητες παρελθόντος χρόνου σε παρόν, και να μετατρέπεται από το παρόν αυτό σε όργανο προικισμένο με τη δύναμη να οδηγεί τα στοιχεία της ζωής μας στην πρωτογενή, φυσική τους αλήθεια. Όμως, για να το αντιληφθεί αυτό κανείς, πρέπει να ‘χει περάσει απ’ όλες τις διεργασίες, όσες απαιτούνται για να μπορεί να διακρίνει που κείται το καίριο. Το καίριο στη ζωή αυτή κείται πέραν του ατόμου. Με τη διαφορά ότι αν δεν ολοκληρωθεί κανείς σαν άτομο – κι όλα συνωμοτούν στην εποχή μας γι’ αυτό -αδυνατεί να το υπερβεί.

Σ’ αυτό το σημείο σταύρωσης βρισκόμαστε σήμερα, που οι περισσότεροι αδυνατούν, επί παραδείγματι, να εκτιμήσουν την υγεία επειδή δεν έτυχε ν’ αρρωστήσουν, ή επειδή -το χειρότερο- θεώρησαν «καίριο» την αρρώστια. Ο μηχανισμός μιας λειτουργίας όπως αυτή αντανακλά πάνω στη λογοτεχνία μας, την καταδυναστεύει, την υποβάλλει σ’ ένα είδος παραμορφωτικής αρθρίτιδας, που εξαιτίας μιας μακράς και συνεχούς τακτικής εκλαμβάνεται ως η μόνη φυσιολογική.

ΑΡΧΙΣΕ ΤΩΡΑ και να ψιλοβρέχει. Έχω αποτραβηχτεί πίσω από την τζαμαρία και παρακολουθώ τον γέρο Λεμονή, που τρέχει κατά το μόλο φωνάζοντας και χειρονομώντας. Θα του λύθηκε το παλαμάρι της βάρκας. Ε, αυτός είναι κι αν είναι, κυριολεκτικά, μ’ έναν παλιό πουνέντε στο γύρο του προσώπου του. Αγρότης και ναυτικός συνάμα. Ένας από τούς τελευταίους διαχρονικούς Έλληνες, με τις γερές του πλάτες, το πυκνό λευκό του μαλλί και το κορμί του το κεραμιδί που σου υποβάλλει την ιδέα ότι θα μπορούσε να ‘ναι κι ένας υπήκοος της Κρήτης του Μίνωα. Δούλος ίσως, αλλά σε απόσταση αναπνοής από τον άρχοντά του. Και αυτό έχει σημασία. Επειδή έκτοτε δεν παρατηρήθηκε, ως φαίνεται, σε κανέναν από τους πολιτισμούς που γνωρίζουμε. Τα μικρά μεγέθη, ο περιορισμένος πληθυσμός, η περίπου ανυπαρξία καταναλωτικών αγαθών, μείωναν τις διαφορές ανάμεσα στα κοινωνικά στρώματα, έτσι που η πλάστιγγα να γέρνει πάντοτε από το μέρος της ποιότητας και του καλού γούστου, που ή υπάρχουν διάχυτα στον αέρα για τον καθένα ή δεν πουλιούνται στην αγορά ώστε να μπορούν να τα προμηθεύονται οι ολίγοι. Και μολονότι το άτομο στα χρόνια εκείνα έμοιαζε το ίδιο ισχυρά σβησμένο πίσω από την τεχνουργία όσο και στα χρόνια της πλέον ακμαίας χριστιανοσύνης, θα έλεγε κανένας ότι προηγουμένως είχε προφτάσει να ολοκληρωθεί, θέλω να πω να εξαντλήσει όλους τους πόρους της ψυχικής του ευφορίας, ώστε να κόβει λουλούδι και για να το χαίρεται και για να το εκμεταλλεύεται χωρίς να σημειώνεται πουθενά το παραμικρό χάσμα. Μπορεί να φαίνεται παράξενο, αλλά δικαιολογημένα υποψιάζεται κανείς ότι η λατρεία της σωματικής δύναμης -που όσο πιο πίσω πάμε τόσο πιο ισχυρή τη βρίσκουμε- παραχωρούσε τότε τη θέση της σε (η , αν αυτό πάει πολύ, συνυπήρχε με) μιαν ανάμεικτη από ηδυπάθεια κι ευωδία λωτού τρυφερότητα, διόλου διαφορετική από την «τρυφερότητα των μαστών» που αντικρίζανε καθημερινά γύρω τους οι κάτοικοι της Κρήτης εκείνης και με τη γνωστή πλαστική τους ευκρίνεια, διασώσανε στα έργα τους.

Αυτό θα πει να μπαίνει ένας πολιτισμός όχι στην ιστορία με πολέμους αλλά στη ζωή με τον ήλιο στην κοιλιά. Ολόκληρο το δυναμικόν που θ’άντιστοιχούσε στη διεξαγωγή εχθροπραξιών θα διοχετεύεται στην ερωτική συζυγία με τη φύση και στη διαιώνιση των καρπών ενός τέτοιου γάμου. Ίσως αυτά όλα (χρειάζεται να το πω) να μη συμπίπτουν πάντοτε, ή και καθόλου, με τα συμπεράσματα της επιστήμης. Αλλά εγώ λέω αυτά που διαβάζω στα μόνα κείμενα που μας άφησαν και που είναι τα έργα των χειρών τους. Φτάνει κανείς και από τις άκρες και από τις οφιοειδείς γραμμές στην αποκατάσταση μιας ηθικής της ομορφιάς, που πιθανόν κάποτε στον κόσμο αυτό να επεκράτησε. Ότι καμιά σημαντική πολιτεία δεν ήταν κτισμένη σε μέρος που να προσφέρει αμυντικά πλεονεκτήματα, όπως οι κατοπινές ακροπόλεις ή τ’ αμέτρητα κάστρα του Μεσαίωνα, καθώς επίσης και το γεγονός ότι δε συναντάμε παρά σπάνια την ύπαρξη οχυρωματικών έργων συνηγορούν άμεσα με την άποψη αυτή. Όπως συνηγορούν έμμεσα όλα τα έργα τέχνης που μας άφησαν. Από τις νωπογραφίες αρχινώντας, όπου η χρωματική αντίληψη εκδηλώνεται με μιαν αθωότητα που χρειάστηκε να περάσουν χιλιετίες όχι καν για να την ξαναβρούμε αλλά με κόπους και με γνώση να την ξαναφτιάξουμε περνώντας ύστερα στους απείρου ποικιλίας δακτυλιολίθους, αυτά τα ωάρια ενός κόσμου μαγικού, όπου οι συγχορδίες της φαντασίας και της δεξιοτεχνίας καταφέρνουν να συγκροτήσουν έναν σωστό Πανδέκτη του σχηματολογικού δυναμικού της ύλης έως, τέλος, τ’ αντικείμενα τους της καθημερινής ζωής, πιο δυναμικά ετούτα, εάν όχι κάποτε και βάρβαρα, όμως με μιαν ανεξάντλητη στα σχήματα και στα μεγέθη ευρηματικότητα.

Εδώ, δεν ξέρω πως να το πω, αλλά αισθάνομαι κάτι σαν ζήλια, που είναι παράπονο συνάμα κι ευχή. Να τι εννοώ. Θα ήθελα να μπορούσαν αυτά όλα να βρίσκονται σε συνεχή συνεννόηση με τον ήλιο. Να υπάρχει και γι’ αυτά μια φωτοταξία, που, όπως εξασφάλιζε στα φυτά τη χλωροφύλλη την απαραίτητη για να ανανεώνονται αέναα και να μας βρέχουν το μάτι με τη δροσιά τους, να υπαγορεύει και σ’ αυτά ορισμένα χαρακτηριστικά σκιρτήματα, προικισμένα με τη χάρη, ακόμη και μέσ’ απ’ τις πιο τρομερές θεομηνίες, που τσακίζουν πολιτισμούς και αφανίζουν ακεραιότητες λαών, να πηδούν από τον ένα στον άλλον αιώνα και να περνούν βελονιές πάνω στο δέρμα του χρόνου. Να περνά η Παριζιάνα της Κνωσού στη συλλέκτρια των κρόκων της Θήρας, κι αυτή στην Κόρη με τον θαλλόν μυρσίνης, της Πάρου, κι αυτή στη Μυροφόρο τη ρόδινη με τη λαμπάδα, κι αυτή στην ωραία Αντριάνα των Αθηνών, κι αυτή στην Κόρη με το ρόδι της Αίγινας. Αν όχι τίποτε άλλο, επειδή κατοικούμε στα ίδια χώματα.

ΤΩΡΑ ΟΙ ΤΡΙΛΙΕΣ ΤΩΝ ΠΟΥΛΙΩΝ που άκουγα τα ξημερώματα πρέπει να ‘χουν φτάσει μακριά, να τρέχουν μια δω μια κει και να συρράπτουν τα κομματάκια της πραγματικότητας, τέτοιας που την εκαταντήσαμε. Να μπορούν οι θεοί να διαβάσουν τι γίνεται δω πέρα. Στα πλαϊνά μου τραπέζια οι ντόπιοι αυτοί έχουνε πέσει με τα μούτρα στις εφημερίδες που μόλις έφερε το μεσημεριανό αεροπλάνο. Μυστήριοι άνθρωποι. Τους ξέρω χρόνια, τους παρακολουθώ, τους μελετώ σαν να ‘τανε πειραματόζωα. Στις κοινωνικές τους σχέσεις, τις οικογενειακές αλλά και τις επαγγελματικές, συμπεριφέρονται με μιαν ευθύτητα και μια ψυχική ευγένεια που μαρτυρούν κοιτάσματα χρυσού στο προγονικό τους υπέδαφος. Η κρίση τους είναι καθαρό μαχαίρι. Κόβει τα πράγματα σε καλά και κακά, μαύρα και άσπρα, όπως μας τα ‘μαθε η μάνα μας. Έτσι όμως κι εμπλακούν στα συνθήματα που τους προσφέρουν με τον δικό τους, δόλιο τρόπο οι πολιτικές παρατάξεις, η καθαροσύνη αυτή χάνεται. Και τα μεν και τα δε είναι όλα καλά εάν βρίσκονται από το μέρος μας και όλα κακά εάν βρίσκονται από το άλλο. Δεν υπάρχει τρόπος να χωριστούν αλλιώς. Ούτε κανείς βιοχημικός η οφθαλμολόγος θα μπορούσε να μας εξηγήσει πως γίνεται τόσο ετερόκλητα πράγματα ν’ αποκτούν έξαφνα το ίδιο χρώμα και να θολώνουν το ίδιο μυαλό. Και το ωραίο είναι ότι σε τελικήν ανάλυση, τη νύφη την πληρώνεις εσύ, που βρίσκεσαι απ’ τους απ’ έξω. Δεν τολμάς να τραβήξεις μιαν από τις αξίες που πιστεύεις ότι ικανοποιούν την εθνική σου φιλαυτία, και βλέπεις να βγαίνουν μαζί της ένα σωρό άνθρωποι των χρηματιστηρίων, που ανεβοκατεβαίνουν στην κόλαση όπως στο σπίτι τους. Δεν κοτάς ν’ αγγίξεις μιαν από τις αξίες που ικανοποιούν τα αισθήματά σου για κοινωνική δικαιοσύνη, και βρίσκεσαι να «κάνεις πορεία» μ’ έναν συρφετό ανθρώπων που δεν έχουν δική τους σκέψη αλλά την περιμένουν από τον καθοδηγητή τους.

Έτσι όμως η ψυχή μας υποχρεώνεται να κυλήσει πάνω σε δύο γραμμές που αδυνατούμε να παραλληλίσουμε. Ο εκτροχιασμός είναι αναπόφευκτος. Θεέ μου! Κι εγώ που ονειρευόμουν να παραλληλιστούν άλλου είδους γραμμές, κι απέβλεπα στις συντεταγμένες του γυμνού σώματος και της δικαιοσύνης, της άλκης και της ιερότητας, του παρθενικού και του ηδυπαθούς! Που ζητούσα να καθαγιασθούν πρώτα μέσα στο άδυτον του κάθε ιδιώτη τα «κοινά», και έτσι μόνον να γίνουν κανόνες ζωής για όλους, με το ίδιο ήθος και την ίδια δύναμη.

Ουτοπία; Μπορεί, γιατί όχι; μια εκδοχή ανάμεσα στις άλλες είναι κι αυτή, μόνο που έχει λιγότερες πιθανότητες. Κι ύστερα κακολογούν τους ποιητές ότι δεν έχουν τη δύναμη ν’ αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα, μόνον κάθονται και ρεμβάζουν. Καλά κάνουν. Να βάζεις με το νου σου αβρά πράγματα, και μάλιστα να τα βλέπεις απ’ την ανάποδη, χρειάζεται να ‘σαι σκληρός. Η μήπως αδιάφορη και σκληρή δε δείχνει πάντα να είναι μέσα στις συμφορές μας η φύση; Μα είναι; ‘Η ζητάει τ’ αδύνατα; Να εκπληρώσει τον προορισμό της, χωρίς ν’ αφεθεί να κλονιστεί από το χτυποκάρδι μας; Αυτό είναι. Το ‘νιωσα δυνατά στον πόλεμο, πάνω στην υποχώρηση του ’41, μέσα στο φούντωμα της άνοιξης, όταν έδινα βουτιά στα ριζά των ολάνθιστων σύδεντρων για να καλυφθώ από τα γερμανικά στούκας. Με το μάγουλο στο υγρό χώμα ζητούσα βοήθεια, συμπόνια, προστασία να μού ψιθυρίσουν αυτά τα μπουμπουκιασμένα κλωνιά έναν παρήγορο λόγο. Τίποτε. Το μόνο που ζητούσαν ήταν να μου υποβάλουν το «αιώνιο» που είχαν ταχθεί ν’ αντιπροσωπεύουν. Έτσι ο ποιητής. Σκληρός. Και να ζητάει τ’ αδύνατα.

Ώ να μπορούσανε, λέει και τα οργανωμένα κράτη να διαμορφώσουν μια δημόσια ζωή με
νόμους σαν αυτούς που διέπουν το άτομο. Να επιφοιτούσε στα κοινά η ψυχή, και μια
διαταγή του υπουργείου Υγείας να ξαπόστελνε στα εργοστάσια επεξεργασίας απορριμμάτων όλες τις πενταροδεκάρες των συμφερόντων, για να βγουν έστω και λίγα γραμμάρια ομορφιάς. Να έπαιρνε πότε πότε η συνεδρίαση του Κοινοβουλίου τις προεκτάσεις που παίρνει ένα δάκρυ όταν διαθλά τις αθλιότητες όλες κι απομένει να λάμπει σαν μονόπετρο. Κοντολογίς, να μπορούσαν και τη σημασία των λαών να τη μετράνε όχι από το πόσα κεφάλια διαθέτουνε για μακέλεμα, όπως συμβαίνει στις μέρες μας, αλλά απ’ το πόση ευγένεια παράγουν, ακόμη και κάτω από τις πιο δυσμενείς και βάναυσες συνθήκες, όπως ο δικός μας ο λαός στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, όπου το παραμικρό κεντητό πουκάμισο, το πιο φτηνό βαρκάκι το πιο ταπεινό εκκλησάκι, το τέμπλο, το κιούπι το χράμι όλα τους αποπνέανε μιαν αρχοντιά κατά τι ανώτερη των Λουδοβίκων. Τι σταμάτησε αυτά τα κινήματα ψυχής που αξιώθηκαν κι έφτασαν ως τις κοινότητες; Ποιος καπάκωσε μια τέτοιου είδους αρετή, που μπορούσε μια μέρα να μας οδηγήσει σ’ένα ιδιότυπο, κομμένο στα μέτρα της χώρας πολίτευμα; Όπου το κοινόν αίσθημα να συμπίπτει με κείνο των αρίστων. Τι έγινε η φύση που μαντεύουμε αλλά δεν τη βλέπουμε; Ο αέρας που ακούμε αλλά δεν τον εισπνέουμε;

Κουράστηκα να τα λέω. Θα ‘θελα να μην είχα πια τίποτα να πω, αλλά πως, που νιώθω να ‘μαι ακόμη γεμάτος, φορτωμένος με τόνους ανέμων, τσουβάλια Ιουλίων, καλαθούνες ανθέων… τα μώβ ξεχειλίζουν. Τα σκούρα μου κόβουν τους αγκώνες. Πολλά γαιώδη μουλιάζουν τα ρούχα μου. Άλλα, ελαφρότερα, γίνονται στοές, ρόπτρα, γεφυράκια, τρούλοι. Ανάγκη να ξεφορτώσω. Πως όμως, που αυτά πλέον έγιναν στοιχεία του οργανισμού μου; Έτσι και τ’ άδειάσω, έσβησα.

ΣΑΝ ΝΑ ΞΑΝΟΙΞΕ ο καιρός. Παίρνω σιγά σιγά τον ανήφορο, κείνον με τις φαγωμένες, ανώμαλες πλάκες που μ’ αρέσει. Περπατώ βλέποντας χρόνους πολλούς πίσω από το κάλυμμα της συνήθειας. Ξέρω με κάθε λεπτομέρεια πώς και γιατί χτίστηκε το τοιχάκι της εκκλησίας έτσι σε τόσο ανισόπεδο έδαφος. Αναγνωρίζω την αρχική μορφή που πρέπει να είχε το σπίτι με τις τρεις κολόνες. Αποδίδω τη δέουσα βαρύτητα στη σημασία που έχει ένας τενεκές με ηλιοτρόπια στο κεφαλόσκαλο μιας εσωτερικής αυλής. Συνελόντι ειπείν, έχω γίνει ένας μικρός Παυσανίας των αισθήσεων και των αναλογιών τους στο πνεύμα, που πιότερο από τα μνημεία ενδιαφέρεται για κάτι δαφνώνες, απ’ αυτούς με τα δυνατά πράσινα πού, μόνον να τα θωρείς, σου στιλβώνουν μάτι μαζί και ψυχή. Και που του αρέσει γράφοντας -πρέπει να το προσθέσω κι αυτό -να μην ξύνει απλώς το χαρτί αλλά να σκάβει και ν’ ανακαλύπτει συνεχώς την Ελλάδα που προϋπάρχει μέσα του και που, αν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, ολίγον ενδιαφέρει. Έχει τον καιρό ν’ ακολουθήσει η πραγματικότητα. Προηγουμένως, είναι ανάγκη να πλασθεί απ’ τη σκέψη. Μια σκέψη που, αν τη σπάσεις, η χούφτα σου θα γεμίσει από σπόρια συγκινήσεων, ευαισθησιών, ανατάσεων, δακρύων.

Φτάνω τώρα στο μαντρότοιχο απ’ όπου ξεπροβέλνουν τα κεφάλια τους, λες και σηκώνονται στις μύτες των ποδιών τους, οι μανταρινιές, οι πορτοκαλιές, οι νεραντζιές. Λάμπουν και γυαλίζουν, με φρεσκοπλυμένο μάγουλο απ’ τη βροχή. Παράξενο μου φαίνεται κάθε φορά που το συλλογίζομαι ότι δε γνώριζαν οι Ίωνες τα εσπεριδοειδή -τόσο πολύ, πιστεύω, η σκέψη τους αναδίδει τη σπιρτάδα των κίτρων. Ιδού ένας ακόμη „κατ’ αναλογίαν“ συσχετισμός, που κάνει τούς περισσότερους να υψώνουν τα χέρια μπροστά σε κάθε ρήση ποιητική που δεν είναι γνώσεις από κρέας ωμό αλλά αίνιγμα σπινθηροβόλο, με τη λύση του μεταποιημένη σ’ ευωδιά. Σ’ αυτό το κεφάλαιο είμαι πολύ ευαίσθητος. Η ροπή μου καταντά διαστροφή. Κι όμως, πουθενά δε βρίσκω αισθητοποιημένη με τόση ενάργεια, την έννοια της αθωότητας όσο στα μυριστικά χόρτα. Όπως της καθαρότητας και της διαφάνειας σε μια λαμπερή νεροσταγόνα, ή του καθαρμού και της ψυχικής ασηψίας στον ασβέστη. Χωρίς τις ηθικές προεκτάσεις που έλαβαν εν συνεχεία, θα μου ήταν αδύνατο να κατοχυρώσω τη «λιγοσύνη» σαν κεφάλαιο πολύτιμο για το σύνολο, που να το μεταφέρω κατόπιν, με την ίδια ισχύ, στο άτομο. Άλλοι ας αναλώνονται κι ας περιορίζονται σε αυτά που υπάρχουν. Πού, βέβαια, είναι τα περισσότερά τους δεινά και τα καταγγέλνουν. Ας υπάρχει κι ένας που να διατηρεί το δικαίωμα να προσβλέπει σε αυτά που δεν υπάρχουν αλλά θα έπρεπε και θα μπορούσαν να υπάρχουν. Ο κόσμος των φυτών με γοήτευσε. Αείποτε μ’ εξέπληξε. Περισσότερο και από τον κόσμο των άστρων κατάφερνε να μου υποβάλλει το μυστήριο της ζωής. Αποπνέει ένα είδος αγιοσύνης, που δοκίμασα να το εκφράσω, ακόμη και με ανορθόδοξα μέσα, όταν αισθάνθηκα να είμαι αρκετά καθαρός στην ψυχή για να το αποπεφαθώ. Μετατρέποντας το φυτό από ουδέτερο σε θηλυκό, και θεωρώντας το σαν κόρη, περίπου, αγία ή θεά, ζωγράφισα, χωρίς να είμαι ζωγράφος, και μάλιστα σε πολλές παραλλαγές, μια θεά Φυτώ, που της έβαλα βυσσινιά δυνατά και χρυσά και φωτοστέφανο στο κεφάλι, με την ελπίδα να μπορεί δίπλα μου να ενσαρκώνει κείνον τον αέρα που έρχεται σαν από θαύμα μεσ’ απ’ τα έγκατα της γης και να υποκαταστήσει όσα και σαν ειδωλολάτρες και σαν χριστιανοί διακονήσαμε στο βωμό του Ποσειδώνα και της Παρθένου.

ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΠΩΣ ΤΟ ΕΝΣΤΙΚΤΟ του γραφιά μέσα μου, του μανιακού πολέμιου της προχειρότητας μ’ έχουν μονοχνοτίσει. Φέρτε μου τον Θεό, θα συνεννοηθώ αμέσως. Με τους ανθρώπους είναι το δύσκολο. Καθώς γυρνάω στο σπίτι αργά για φαγητό, βρίσκω την κυρία Ευγενία να τα έχει όλα έτοιμα, σκεπασμένα, και να κάθεται με θρησκευτική προσήλωση μπροστά στο ραδιόφωνο. Βέβαια, το λόγο κάποιου πολιτικού αρχηγού ακούει μολονότι αμφιβάλλω αν καταλαβαίνει καλά. Κι όχι επειδή δεν έχει την απαιτούμενη μόρφωση· τουναντίον, επειδή ο λόγος δεν έχει την απαιτούμενη δομή τη στοιχειώδη. Άλλ’ αντ’ άλλων. Φτήνια και μακρηγορία χωρίς αντίκρισμα. Έτσι μου ‘ρχεται να της το κλείσω. Αν όχι να βγω στα μπαλκόνια να το φωνάξω: Τίποτε απ’ όλ’ αυτά που περιφέρουν, επί αιώνες τώρα, στα σχολεία, στις εκκλησίες, στις κομματικές συγκεντρώσεις, δεν παίρνει διαβατήριο για την ψυχή, αν προηγουμένως δεν έχει την οφειλόμενη θεώρηση από τα μέσα τα εκφραστικά. Οι νόμοι της τέχνης είναι και νόμοι της ζωής. Ο πολιτικός οφείλει να μη διαφέρει σαν αντίληψη απ’ τον καλλιτέχνη. Και στην αντίληψη τού καλλιτέχνη ο αγώνας για τη σωτηρία του ανθρώπου είναι αγώνας για την ορθή έκφραση, και τίποτε άλλο. Σε τέτοιο σημείο, που θα έλεγα ότι και οι πλέον αντίθετες τοποθετήσεις απέναντι στο ίδιο πρόβλημα εξισώνονται αν η εν τέχνη δικαίωση τους είναι του αυτού υψηλού βαθμού. Η ποιότητα στηρίζει τούς θεούς, κι είναι για να μην το ‘χουν κατανοήσει εγκαίρως οι Ιερείς που παιδεύεται άδικα η ανθρωπότητα.

ΤΟ ΜΟΝΟ ΠΡΑΓΜΑ που παίρνει μαζί του πεθαίνοντας ο άνθρωπος είναι το μικρό εκείνο μέρος της περιουσίας του που ίσα ίσα δεν ενδιαφέρει κανέναν άλλο. Κάτι λίγες αισθήσεις ή στιγμές· τρεις νότες κυμάτων, την ώρα που το μαλλί το παίρνει ο αέρας με τα γλυκά ψιθυρίσματα μες στο σκοτάδι, ολίγες μέντες από δυο κοντά κοντά βαλμένες ανάσες, ένα τραγούδι βαρύθυμο, σαν βράχος μαύρος, και το δάκρυ, το δάκρυ της μιας φοράς, το για πάντοτε. Όλα όσα, μ’ άλλα λόγια, κάνουν την αληθινή του φωτογραφία, την καταδικασμένη να χαθεί και να μην επαναληφθεί ποτέ.

Αποδίδω μεγάλη σημασία σ’ αυτό το έσχατο του εαυτού μας αντίτυπο. Που, εάν συμβαίνει να διακρίνουμε πίσω του αφρισμένη τη θάλασσα ή λευκό το σπιτάκι, να προσπερνάμε, τάχατες οι ανώτεροι εμείς, παρά να γονυπετούμε και να κάνουμε το σταυρό μας με δέος. Ένα εικόνισμα είναι κι αυτό το πελαγίσιο κομμάτι που το ξύλο του έχει μαυρίσει από τους καπνούς παλαιών αγώνων αλλά που τ’ αγιωτικό του αναδίδει ακόμη Αναξίμανδρο. Μιλώ μ’ έναν φανατισμό που δεν είναι παρά σωφροσύνη στον κύβο. Να ‘σαι σκληρος απέναντι στο μέλλον σου μαρτυρεί πόσο τρυφερός είσαι ήδη απέναντι στα στοιχεία που κρυφά προσφέρεις για να το συνθέσουν. Αλλά ποιο μέλλον; Τίνος; Το απώτερο, το μετά κάθε ιδιώτη μέλλον, που αυτό είναι και το δημόσιο. Πάνω σε τέτοιου είδους λατρευτική στάση, φαντάζομαι θα ήταν δυνατόν να συμπέσουν οι κορυφαίοι της πολυθεΐας και οι άγιοι πάντες της χριστιανοσύνης. Με τον ίδιο τρόπο που σ’ένα πέτρινο, σχεδόν διάφανο ειδώλιο που λευκάζει κι αναδύεται από τα κύματα συμπίπτουν οι λιγοστές γραμμές της Πάρου ή της Σικίνου και οι πτυχές του μανδύα μιας αγίας Μαρίνας, η μιας Διαμάντως που εναποθέτει λουλούδια στον επιτάφιο. Περιμένω τον καλλιτέχνη -που όσο περνάν τα χρόνια τόσο λιγότερες πιθανότητες υπάρχουν ν’ αναφανεί-τον ικανό να στήσει, αποστραγγίζοντας όλο το απόθεμα του θυμητικού μας, το μνημείο στον «άγνωστο ιδιώτη». Όπως ως τώρα εστήσαμε σε κάθε γωνιά του τόπου μας κάποιο μνημείο στον «άγνωστο στρατιώτη». Θα πρέπει να βγαίνει από την κυανή και λευκή Μεγάλη του Γένους Σχολή και ν’ αντανακλά όλο φως πάνω στην πίσσα της Ευρώπης που θάβουμε σήμερα εν όψει μιας άλλης που μοιάζει να γεννιέται. Χωρίς διάκριση. Πάνω στους μέλανες δρυμούς, στα τέρατα της Chartres και του Duomo, τους Καρτέσιους και τους Καλβίνους, τους Κάντ και τους Μάρξ, τον Πάπα —Θεός σχωρέσει τους.

ΕΤΣΙ ΚΑΙ ΝΤΧΤΩΣΕΙ αρχινά η δική μου δεύτερη μέρα. Η πρώτη θέλει μπλάβα πέλαγα, η δεύτερη, τέσσερις τοίχους, χειρόγραφα και ποτό. Ένα μαύρο δαιμόνιο, μα όλο λευκότη στην ψυχή, με σκουντάει στον ώμο, συγκρατεί το χέρι μου: «Μη , όχι έτσι, αλλιώς», «Όχι έτσι, αλλιώς». Να μη βγει κακός λόγος από το στόμα μου, να μη βγει παράπονο. Αυτό θέλει. Κι άλλα μικρά δαιμόνια, παρόμοια, μου εμφανίζονται κατά καιρούς, κρατώντας εικόνες, χρωματιστά γυαλιά, χάρτινα βαπόρια φωταγωγημένα. Είναι φιλικά, μου γνέφουν κιόλας πότε πότε: «Μην ακούς», «Κάνε τη δουλειά σου», «Εδώ είμαστ’ εμείς». Μόνον άνωθεν το κουράγιο. Κι όχι πάντοτε. Είναι βραδιές όπου η στεναχώρια μόλις που χωράει, πάει να σπάσει τούς τοίχους. Μένω μόνος ώρες μπροστά σ’ένα τετράγωνο παράθυρο κομμένο επάνω στο σκοτάδι. Δεν περνάει ούτ’ ένας άνθρωπος. Πουθενά κανένα φως. Μόνον ο φάρος πέρα εκεί κατάμονος κι αυτός, πεισματικός, ολοένα πάνω στο τρία του και στο ένα του.

Στη μοναξιά υπάρχουν κι εκεί όπως μέσα στη γλώσσα, ιδιώματα. Το δικό μου πρέπει να ‘ναι της πλέον ακατοίκητης ερημονησίδας. Αλλιώς δεν εξηγείται πως τα λόγια μου, ενώ τα κατευθύνω στο κέντρο των ενδιαφερόντων του κόσμου, ηχούν απόμακρα ή χάνονται ολότελα. Τα φωνήεντά μου, τα «α» μου και τα «ε» μου, δε γίνεται φαίνεται να τα πιάσεις σε καμιά συχνότητα. Το πολύ ν’ ακούσεις κάτι σαν τραύλισμα κυμάτων επάνω στα βότσαλα. Παραμένω, έτσι ένας ιδιώτης απαρηγόρητος, που δεν καταφέρνει ν’ ανήκει πουθενά, σε καμιά κοινότητα, ούτε καν των ποιητών αφού τα σκάφη μας μήτε που συναντιούνται θά’λεγες, για τη χαρά έστω να σφυρίξει το ένα για να χαιρετίσει το άλλο. Φαίνεται ότι στην προσπάθειά μου να τους πλησιάσω, τα ρεύματα με παρασύρουν και με παν έξω από την περιφέρεια. Τουλάχιστον έτσι αν όχι τίποτε άλλο, επαληθεύεται κάποια γνησιότητα ή οχι; Πως να κρίνεις. Η φουρτούνα που περιγράφεις δεν είναι ποτέ η φουρτούνα που αντιμετωπίζει πραγματικά ο ναυτικός. Πρέπει το «σκόρτσο» να το αντιμετωπίζεις και στην έκφραση. Έτσι πρέπει να κρίνεις. Ένα μαύρο δαιμόνιο, μα όλο λευκότη στην ψυχή, με σκουντάει. Κι άλλα πολλά, μικρά, μου παραστέκουν. Έτσι γλυκιά, έτσι όμορφη, πώς έγινε η ζωή; Όλο τη βλασφημούν κι όλο αρπάζονται απάνω της οι άνθρωποι. Γαλήνιοι παραμένουν οι τάφοι και ο χρόνος άδηλος.

Κλαίω με δάκρυα που γυαλίζουν κάπου αλλού, μακριά, σ’ ένα χώρο κατοικημένο από
πλάσματα υπέροχα, που ίπτανται λίγο πιο πάνω από την ίσαλο του θανάτου. Ποιος είμαι; Ποιος υπήρξα; Νιώθω να μ’ έχει αρπάξει μια φυλλωσιά θάλασσας, όλο ευδαιμονία και οδύνη, σαν να ‘ναι λιωμένος κι αποχριστιανωμένος Πλωτίνος. Ορθάνοιχτα όκια με παρακολουθούν από παντού. Τρέμουν, τρίζουν τα κατάρτια και οι μορφές των αγίων. Πως βγήκα μέσ’ από τη δυστυχία; Ποιος άδει; Τι είναι αυτά τα δυνατά κίτρινα και κόκκινα και τα κομμάτια του τοίχου με τον ασβέστη; Α ναι, είμαι το παρελθόν των δακρύων ίσως γι’αυτό να μ’ αναγνωρίζουν. Ίσως γι’αυτό ν’άρμυρίζω. Υπήρξα κάποτε, αυτό είναι αλήθεια. Τρέμουν, τρίζουν τα δαιμόνια. Δῆλον δὲ ὅτι δεῖ καὶ τοῖς ἄλλοις δαίμοσι τούτους ἀρμόσαι εἴπερ δεῖ φύσιν εἶναι καὶ οὐσίαν μίαν καθὸ δαίμονες δαιμόνων, εἰ μὴ κοινὸν ὄνομα ἔξουσι μόνον. [1]

ΤΕΛΟΣ

[1] Εἶναι κομμάτι ἀπὸ τὸν Πλωτίνο, „Περὶ ἔρωτος“, Ἐννεὰς Γ/, 3,5 (50): Ἀλλὰ τί δὴ χρὴ λέγειν περὶ τοῦ Ἔρωτος καὶ τῆς λεγομένης γενέσεως αὐτοῦ; Δηλον δὴ ὅτι δεῖ λαβεῖν τὶς ἡ Πενία καὶ τὶς ὁ Πόρος, [2], καὶ πὼς ἀρμόσουσιν οὗτοι γονεῖς εἶναι αὐτώι. Δῆλον δὲ ὅτι δεῖ καὶ τοῖς ἄλλοις δαίμοσι τούτους ἀρμόσαι εἶπερ δεῖ φύσιν εἶναι καὶ οὐσίαν μίαν καθὸ δαίμονες δαιμόνων, εἰ μὴ κοινὸν ὄνομα ἔξουσι μόνον.

Μετάφραση: Αλλά τι πρέπει να πούμε σχετικά με τον Έρωτα και για τα όσα λέγονται για τη γέννηση του; Είναι φανερό ότι πρέπει να διαπιστώσουμε ποιος είναι ο Πόρος και ποια η Πενία και κατά πόσον αυτοί ταιριάζουν σαν γονείς του. Και είναι φανερό ότι αυτοί (οι ιδιότητές τους) πρέπει να ταιριάζουν και στους άλλους δαίμονες, διότι οι δαίμονες αυτοί καθ‘ αυτοί πρέπει να έχουν την ίδια φύση και την ίδια ουσία και όχι μόνο ένα κοινό όνομα.

[2] Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία ο Έρωτας ήταν παιδί του Πόρου (= δρόμος,
πλούτος, περιουσία ) και της ά-πορης Πενίας (= φτώχεια). Βλέπε: Πλάτων, Συμπόσιον, 203b

Διονύσης Σιμόπουλος: Να γίνετε «ερασιτέχνες» σε οτιδήποτε κι αν κάνετε

Διονύσης Σιμόπουλος

Διονύσης Σιμόπουλος, φυσικός, αστρονόμος, συγγραφέας.

«Όταν ένα παιδί μετρά τα άστρα, τι το συμβουλεύω; Το ίδιο ακριβώς που έλεγα και στα παιδιά μου: ότι θα πρέπει να ακολουθήσουν αυτό που τους υπαγορεύει η καρδιά τους. Να κάνουν κάτι που να αγαπούν με πάθος. Να γίνουν «ερασιτέχνες» σε οτιδήποτε κι αν θελήσουν να ακολουθήσουν, να γίνουν «εραστές της τέχνης», της όποιας «τέχνης» κι αν διαλέξουν. Και να είστε βέβαιοι ότι και η επαγγελματική καταξίωση θα έρθει οπωσδήποτε, αργά ή γρήγορα, όσο δύσκολο κι αν φαίνεται αυτό όταν κάποιος ξεκινάει, και μάλιστα κάτω από τις σημερινές οικονομικές συγκυρίες που αντιμετωπίζει η χώρα μας. Γιατί σας διαβεβαιώνω ότι δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από το να ξυπνάει κάποιος το πρωί για να αντιμετωπίσει μια εργασία που απεχθάνεται».

Φυσικός, αστρονόμος, συγγραφέας, πολυβραβευμένος, ο Διονύσης Σιμόπουλος, επί 45 συναπτά χρόνια ακάματος εργάτης στο χώρο της εκλαΐκευσης της επιστήμης, πρώτα στην Αμερική και μετά στο Ίδρυμα Ευγενίδου, διευθυντής στο Ευγενίδειο Πλανητάριο.

Σταδιοδρομία

Το προσκοπάκι που έγινε αστρονόμος; 

Το προσκοπάκι που «έτυχε» να γίνει αστρονόμος! Είναι αλήθεια ότι μια διεθνής κατασκήνωση για το Χρυσό Ιωβηλαίο του προσκοπισμού στη χώρα μας με εισήγαγε τότε στον κόσμο της Αστρονομίας με τη βοήθεια ενός μικρού τηλεσκοπίου, που για πρώτη φορά είχα την ευκαιρία να χρησιμοποιήσω. Αλλά παρ’ όλ’ αυτά την εποχή εκείνη αυτό που μας απασχολούσε ήταν οι σπουδές σε μια καλή σχολή «με μέλλον», όπως ήταν για παράδειγμα το Πολυτεχνείο. Το κόστος των σπουδών, όμως, ήταν τότε μεγάλο, με δίδακτρα, ακριβά βιβλία και διαβίωση εκτός της οικογενειακής έδρας, που ήταν τότε στην Πάτρα. Οπότε, κάνοντας την ανάγκη φιλοτιμία, έδωσα εξετάσεις στη ΣΜΑ (Σχολή Μηχανικών Αεροπορίας), όπου οι σπουδές ήσαν δωρεάν. Θυμάμαι ότι την εποχή εκείνη δίναμε εξετάσεις πάνω από 600 παιδιά με 14 εισακτέους, οπότε για να πετύχεις θα ‘πρεπε ή να έχεις «χαυλιόδοντες» ή να ήσουν πραγματικά «αετός». Δύο συμμαθητές μου ήσαν πράγματι «αετοί» και πέτυχαν την επόμενη χρονιά, εγώ όμως όχι.

Αν πετυχαίνατε στη ΣΜΑ;

Σίγουρα δεν θα γινόμουν αρχηγός της αεροπορίας (γέλια), γιατί μόνο οι ιπτάμενοι έχουν αυτή τη δυνατότητα, αν και πριν από περίπου μία δεκαετία ένας άλλος συμμαθητής μου, το ίδιο φτωχαδάκι κι αυτός σαν κι εμένα, από τη Σχολή Ευελπίδων όμως, κατόρθωσε να γίνει αρχηγός ΓΕΕΘΑ! Θεωρώ, πάντως, ότι κι εγώ ήμουν πολύ τυχερός στην όλη μου πορεία. Η Αμερική μού άνοιξε την πόρτα σε δρόμους που θα ήταν σχεδόν αδύνατον να περπατήσω αν είχα παραμείνει εδώ, αν κι αυτό έγινε από οικονομική ανάγκη. Ετυχε επίσης να είμαι στην κατάλληλη θέση, την κατάλληλη στιγμή, και να γνωρίσω τους κατάλληλους ανθρώπους που χρειάζονταν κάποιον σαν εμένα. Θέλω να πιστεύω, πάντως, ότι για να κρατηθεί κάποιος σε μία παρόμοια θέση επί τόσα χρόνια πρέπει να διαθέτει και κάποιες αρετές!

Εκπαίδευση

Έχουμε αστρονομική εκπαίδευση στην Ελλάδα;

Και πολύ καλή, μάλιστα. Καθένας από τους ερευνητές των ελληνικών ΑΕΙ ασχολείται και εξειδικεύεται σε κάποιον επί μέρους τομέα, όλοι τους όμως διακονούν την επιστήμη μέσα από ένα τρίπτυχο ενασχόλησης: θεωρία, πράξη και επιμόρφωση. Μ’ αυτόν τον τρόπο η δουλειά που γίνεται στα διάφορα κέντρα ερευνών διαχέεται πλατύτερα, για να μπορέσουν όλοι να συμμετάσχουν στις σύγχρονες ανακαλύψεις της επιστήμης.

Χωρίς μάθημα Αστρονομίας…

Το παράπονό μου, όμως, είναι η σχεδόν πλήρης «έξωση» της Αστρονομίας από τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Δεν λέω να γίνουν όλοι οι μαθητές αστροφυσικοί, αλλά υπάρχουν ορισμένες βασικές επιστημονικές έννοιες που πρέπει να γνωρίζουν όλοι, οποιαδήποτε κι αν είναι τα μελλοντικά τους επαγγελματικά σχέδια. Παρ’ όλ’ αυτά, δεν θα με ενοχλούσε τόσο πολύ η αποβολή του μαθήματος της Αστρονομίας, εφ’ όσον η όποια «μεταρρύθμιση» κατόρθωνε να μάθει στους μαθητές «πώς να σκέφτονται».

Τι μας διδάσκουν τα πλανητάρια;

Η εγκατάσταση ενός πλανηταρίου είναι ένα πραγματικό στολίδι και πόλος έλξης για τους μαθητές και το ευρύτερο κοινό μιας χώρας, με βασική επιδίωξή του την ποιοτική βελτίωση της επιστημονικής επιμόρφωσης του λαού. Πρόκειται για ένα επιστημονικό κέντρο με πραγματικά σημαντική αποστολή και αντικειμενικό στόχο την εκλαΐκευση και διάχυση των επιτευγμάτων της επιστήμης και της τεχνολογίας.

Πρότυπα

Ένας αστροφυσικός που θαυμάζετε;

Δεν είναι ένας, αλλά πολλοί! Όσοι, δηλαδή, ασχολούνται με την επίλυση των προβλημάτων που αφορούν τα συστατικά του Σύμπαντος, γιατί όλα αυτά που βλέπουμε, άστρα, πλανήτες, γαλαξίες κ.λπ., δεν αποτελούν παρά μόνο το 4,9% των συστατικών του Σύμπαντος. Το 26,8% είναι υλικά που ονομάζουμε «σκοτεινή ύλη», που δεν γνωρίζουμε τι είναι, και το υπόλοιπο 68,3% είναι μια άγνωστη απωθητική δύναμη που έχουμε ονομάσει «σκοτεινή ενέργεια» και η οποία κάνει το Σύμπαν να διαστέλλεται επιταχυνόμενο.

Καβάφης ή Καζαντζάκης;

Πάντοτε ήμουν λάτρης και των δύο. Πρότυπό μου ήταν το ταξίδι προς την Ιθάκη. Και το ταξίδι είναι το ενδιαφέρον κι όχι ο προορισμός. Γι’ αυτό άλλωστε η ποίηση του Καβάφη και η πρόζα του Καζαντζάκη ήταν ανέκαθεν ένα είδος καθοδηγητή στη ζωή μου. Μ’ αυτόν το στόχο ευτύχησα 45 συναπτά χρόνια τώρα να εργάζομαι στο χώρο της εκλαΐκευσης της επιστήμης, πρώτα στην Αμερική και μετά, από τα 29 μου χρόνια, στο Ίδρυμα Ευγενίδου.

Αισιοδοξία

Βλέπετε φως… στο σύμπαν της κρίσης που διαβιούμε;

Σίγουρα ναι. Η χώρα μας έχει περάσει χειρότερες κρίσεις κι έχει επιβιώσει μια χαρά. Το ίδιο θα συμβεί και τώρα, χωρίς καμιά αμφιβολία, χάρη κυρίως στο ανθρώπινο δυναμικό μας. Γι’ αυτό και δεν πρέπει να σταματήσουμε να αναπτύσσουμε αυτό το δυναμικό. Στο κάτω κάτω, δύο είναι οι πηγές μας σε αυτήν τη χώρα: ο τουρισμός και οι άνθρωποί μας. Είμαι αισιόδοξος ότι τα πράγματα θα αλλάξουν, επειδή υπάρχει αυτό το ανθρώπινο δυναμικό.

Με τη βοήθεια της χρονομηχανής σε ποια περίοδο θα γυρνούσατε;

Χωρίς αμφιβολία στη δεκαετία του 1950, είτε στην ηλικία που είμαι τώρα είτε και στην τότε.

Οι πολιτικοί μας είναι από άλλο πλανήτη;

Όχι, βέβαια. Κι αυτοί από τη Γη είναι. Αλλά ορισμένες φορές χάνουν κι αυτοί, όπως όλοι μας, τον μπούσουλα και όλα όσα είναι πράγματι σημαντικά! Κι έτσι μοιάζουν με εξωγήινους, ενώ δεν είναι.

συνέντευξη στον Γιώργο Κιούση, τον Ιούλιο του 2013

πηγή

 

Κλιματική αλλαγή: Μια ενοχλητική αλήθεια ή μια εξαιρετικά δημοφιλής αυταπάτη;

Η προπαγάνδα της «ανθρωπογενούς» κλιματικής αλλαγής και τα υπερκέρδη από την χειραγώγηση της κοινής γνώμης. Εκπομπή του Περιβαλλοντικού Συλλόγου Ρεθύμνου (Τετάρτη 13 Μαΐου 2015). Καλεσμένος της εκπομπής: κ. Σταύρος Αλεξανδρής

Κατά τη διάρκεια των προηγούμενων δύο δεκαετιών οι έννοιες της προκαλούμενης από τον άνθρωπο παγκόσμιας αύξησης της θερμοκρασίας λόγω του φαινόμενου του θερμοκηπίου και η προκαλούμενη αλλαγή του κλίματος από τον άνθρωπο έχουν έρθει να γίνουν αποδεκτές ως πραγματικότητα δημιουργώντας μια βαθιά ριζωμένη αντίληψη μέσα σε όλα τα στρώματα της κοινωνίας. Η ιδέα συσχέτισης της αύξησης της μέσης θερμοκρασίας του πλανήτη, με την αντίστοιχη αύξηση της συγκέντρωσης του CO2 στην ατμόσφαιρα, φαντάζει αρκετά λογική στους περισσότερους.

Η έννοια της «κλιματικής αλλαγής» έχει γίνει πλέον συνώνυμη με την «υπερθέρμανση του πλανήτη». Αυτό συντηρείται καθημερινά, στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, στα σχολεία και στα πανεπιστήμια. Πολλές κυβερνήσεις, και τα Ηνωμένα Έθνη, έχουν δηλώσει την πίστη τους ότι κατά μεγάλο μέρος ο άνθρωπος είναι εκείνος που προκαλεί την παγκόσμια αλλαγή του κλίματος. Αλλά αυτό είναι μια απόλυτη αλήθεια, ή θα μπορούσε να είναι μια εξαιρετικά δημοφιλής αυταπάτη;

Σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να διαφωνήσει κανείς ότι ο άνθρωπος είναι και ήταν υπέρμετρα καταστροφικός και ασύδοτος με το ίδιο του το περιβάλλον (ατμοσφαιρική ρύπανση, μόλυνση, καταστροφή των φυσικών πόρων και της φυσικής βλάστησης, πυρηνικές δοκιμές – ραδιενεργά κατάλοιπα, όξινη βροχή κ. α.), αλλά θα ήταν μάλλον παράλογο να αποδεχθεί εξ ολοκλήρου την άποψη της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Αλλαγή του Κλίματος (Intergovernmental Panel on Climate Change – IPCC) όσον αφορά τις αιτίες που προκαλούν την υπερθέρμανση του πλανήτη, ειδικότερα δε τα υπέρμετρα και ακραία μελλοντικά σενάρια που αγγίζουν τα όρια μιας ακραίας περιβαλλοντικής τρομοκρατίας.

Πολλοί επιστήμονες, πανεπιστημιακοί και πολλοί άλλοι ερευνητές σε όλο τον κόσμο έχουν σοβαρούς λόγους να θεωρούν ότι η παγκόσμια αλλαγή του κλίματος έχει φυσικές αιτίες, αλλά υπάρχει μια περιορισμένη ή και ίσως ανύπαρκτη συζήτηση πάνω σε αυτή την άποψη.

Ο λόγος είναι ότι η αλλαγή κλίματος αποτελεί τώρα ένα ισχυρό πολιτικό και οικονομικό ζήτημα, και δεν αποτελεί πλέον μια ανοικτή επιστημονική αντιπαράθεση. Εάν κάποιος έχει μια επιστημονική άποψη που αντιτάσσεται στο δημοφιλές δόγμα περί κλιματικής αλλαγής, η άποψη του αντιμετωπίζεται αυτόματα ως πολιτική δήλωση ή στην καλύτερη περίπτωση μια ακραία λαθεμένη αντίληψη.

An inconvenient truth

Ποιος λοιπόν θα μπορούσε να αντιπαραθέσει μια διαφορετική άποψη, στην αποδοχή της επερχόμενης καταστροφής του πλανήτη από τον ίδιο τον άνθρωπο, σε ένα καλά οργανωμένο παγκόσμιο κατεστημένο; Η τελευταία εκλεγμένη κυβέρνηση στην Αυστραλία, κέρδισε την υποστήριξη της κοινής γνώμης και των ψηφοφόρων με την υπόσχεση ότι θα σταματούσε την κλιματική αλλαγή. Μια τέτοια αξίωση είναι αλαζονική, και επιστημονικά αδύνατη όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο επίτιμος καθηγητής Lance Endersbee (Monash University). Αλλά δεν υπήρξε κανένας να αντιταχθεί σε αυτή την αντίληψη.

Η παγκόσμια θέρμανση εξαιτίας του ανθρώπου (man-made global warming) παρατίθεται σαν μια απλουστευμένη θεωρία σχετικά με το κλίμα όπως αυτή τουλάχιστον παρουσιάζεται από τον νομπελίστα κ. Al Gore (one man show) σε μια αμφιλεγόμενη παραγωγή της Paramount Classics με στημένες γιγαντοοθόνες και με δραματικές υποκριτικές αφηγήσεις, έντεχνα σκηνοθετημένη από το Davis Guggenheim. Ο κ. Al Gore, βέβαια, παρά τις εκπληκτικές υποκριτικές του ικανότητες θα το ομολογούσε αβίαστα ο καθένας – δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να έχει καμία σχέση με τις θεωρίες, τα κλιματικά μοντέλα και γενικά με την επιστήμη του κλίματος.

Στις αρχές του περασμένου χρόνου, αναγγέλθηκε ότι η κυβέρνηση της Αγγλίας προγραμμάτιζε να στείλει το DVD της ταινίας του Al Gore «Μια ενοχλητική αλήθεια» σε όλη τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Αυτή η ταινία είναι μια επιδέξια, επαγγελματική πολεμική, στην οποία ένας υψηλού προφίλ πολιτικός στοχεύει να πείσει το ακροατήριο για την επικείμενη καταστροφή του πλανήτη χρησιμοποιώντας έναν συνδυασμό ελλιπούς επιστήμης και μιας συναισθηματικής υποκριτικής γλώσσας.

Η «Scientific Alliance» («Επιστημονική Συμμαχία») οικτίρει μια τέτοια ελλειμματική προσέγγιση στην εκπαίδευση των νέων, ιδιαίτερα όταν έχει το μανδύα ενός έντεχνα αναγνωρισμένου γεγονότος και κάλεσε την κυβέρνηση να αναθεωρήσει αυτήν την απερίσκεπτη ιδέα και να αποφύγει μια πολιτικοποιημένη άποψη της επιστήμης. Ο Martin Livermore, διευθυντής της Επιστημονικής Συμμαχίας, ανέφερε χαρακτηριστικά:

«Ο Al Gore, ο David Miliband (Βρετανός πολιτικός) και πολλοί άλλοι πολιτικοί θα εμφανίζονταν πεπεισμένοι ότι η πρόσφατη αλλαγή κλίματος προκαλείται από τον άνθρωπο, και αυτό θα μπορούσε να ελεγχθεί στο μέλλον.Εντούτοις, η διανομή αυτής της μονόπλευρης και όλο ψεγάδια ταινίας στους ευσυγκίνητους εφήβους είναι άκρως ανεύθυνη. Σε μία εποχή που πρέπει να ενθαρρύνουμε τους νέους για να αποκτήσουν ενδιαφέρον για την επιστήμη και έναν υγιή βαθμό σκεπτικισμού, η κυβέρνηση προσπαθεί να κλείσει τη συζήτηση. Η διδασκαλία μόνο μιας πλευράς οποιασδήποτε συζήτησης είναι πρωτοφανής και προμηνύει μια προβληματική κατάσταση για το μέλλον της κοινωνίας μας.»

Climate change

Θα ήταν λοιπόν απόλυτα κατανοητός ο προπαγανδιστικός τρόπος με τον οποίο προβάλλεται τα τελευταία 15 χρόνια η πιο θεμελιώδης υπόθεση μιας ολόκληρης θεωρίας περί κλιματικών αλλαγών, σύμφωνα με την οποία συνδέεται η υπερθέρμανση του πλανήτη αποκλειστικά και μόνο με τα ανθρωπογενή αέρια του θερμοκηπίου εάν συνδυαστεί με την ευθύτητα και την ειλικρίνεια του συν-βραβευθέντα με το Νόμπελ Ειρήνης Προέδρου της διακυβερνητικής επιτροπής για την αλλαγή του κλίματος (IPCC) κ. Rajendra Pachauri (οικονομολόγος και όχι κλιματολόγος):

«Η πυρηνική ενέργεια στο μυαλό μου θα έχει μια θέση στο γενικό σχεδιασμό των πραγμάτων. Αρχικά, είναι μια καθαρή ενέργεια, δεδομένου ότι δεν εκπέμπει οποιαδήποτε αέρια του θερμοκηπίου. Αφετέρου, σε κάποια έκταση, θα αντιστάθμιζε την πίεση των ορυκτών καυσίμων.»

(Mumbai, January 6th, 2008 – 6:18 pm ICT) Rajendra Pachauri

Ο ανταποκριτής του NPR, Chris Arnold, σε άρθρο του με τίτλο «Η πλανητική θέρμανση έναυσμα για την πυρηνική ενέργεια», αναφέρει χαρακτηριστικά:

«Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν σήμερα 104 πυρηνικούς αντιδραστήρες που παράγουν ηλεκτρική ενέργεια περισσότερους από οποιαδήποτε χώρα στον κόσμο – αλλά είναι γερασμένοι. Μετά από το πυρηνικό ατύχημα στο Three Mile Island και στο Chernobyl, η χώρα έχασε το στομάχι της λόγω της πυρηνικής ενέργειας. Ακυρώθηκαν 96 νέα πυρηνικά προγράμματα και κανένας νέος αντιδραστήρας δεν έχει δημιουργηθεί στις ΗΠΑ από τότε.»

Και συμπληρώνει ο Γραμματέας ενέργειας των ΗΠΑ (U.S. Energy Secretary) Samuel Bodman, σε ομιλία του στην Βοστόνη (7 Ιουλίου, 2007):

«Αυτή τη στιγμή, η πυρηνική ενέργεια είναι η μόνη ώριμη τεχνολογία που μπορεί να παρέχει μεγάλα ποσά καθαρής ενέργειας και να μας βοηθήσει να ανταποκριθούμε στην αναμενόμενη αύξηση της ζήτησης. Δεν έχουμε χορηγήσει άδεια για νέες εγκαταστάσεις πυρηνικής ενέργειας σε αυτήν την χώρα πάνω από 30 έτη. Αυτό πρέπει απλά να αλλάξει».

Δρομολογημένες λοιπόν και προσχεδιασμένες «καθαρές λύσεις», εν ονόματι της υπερθέρμανσης του πλανήτη από τον άνθρωπο, συνεπικουρούμενης έντεχνα και της πετρελαϊκής κρίσης, έχουν αποκτήσει βαθιές ρίζες στην συνείδηση όλων των στρωμάτων της κοινωνίας. Θα ήταν δύσκολο να προβλέψει κάποιος το αντίκτυπο που θα έχουν μελλοντικά όλα αυτά στο «εξαπατημένο»παγκοσμίως οικολογικό κίνημα. Είναι ανώφελο, λοιπόν, κάποιος να έχει επιστημονικές διαφωνίες ή να αντιπαρατίθεται τη στιγμή που ένας καλά οργανωμένος μηχανισμός καθοδηγεί την περιβαλλοντική συνείδηση της κοινωνίας και του πολίτη στα επιθυμητά μέτρα. Αλώστε οι επιστημονικές αναλύσεις και θεωρητικές τεκμηριώσεις για τα πολυσύνθετα κλιματικά προβλήματα ανήκουν συχνά στα χέρια διαχειριστών που μόνο κλιματολόγοι δεν είναι.

Ας δούμε λοιπόν, με τι αιτιολογικό απονεμήθηκε στους κυρίους Al Gore και Rajendra Pachauri το «Νόμπελ Ειρήνης»:

«Για τις προσπάθειές τους να ενισχύσουν και να διαδώσουν τη μεγαλύτερη γνώση για την προκαλούμενη από τον άνθρωπο αλλαγή του κλίματος, και να θέσουν τα θεμέλια για τα μέτρα που απαιτούνται για να αντιδράσουν σε μία τέτοια αλλαγή»

Στην ανακοίνωση απονομής της επιτροπής βραβείων Νόμπελ της Σουηδικής Ακαδημίας δεν μπορείτε ασφαλώς να διακρίνετε καμία επιβράβευση οποιασδήποτε νέας επιστημονικής αλήθειας. Άλλωστε εάν συνέβαινε κάτι τέτοιο θα τους είχε αποδοθεί το Νόμπελ της φυσικής ή κάποιο αντίστοιχο. Το μόνο που μπορείτε να διακρίνετε είναι ένας παγκόσμιος πολιτικός σχεδιασμός που εκφράζεται με τις λέξεις: «προσπάθειές τους να ενισχύσουν», «να θέσουν τα θεμέλια» και «να αντιδράσουν»!global_warming1.jpgΣήμερα πάνω από 400 διακεκριμένοι επιστήμονες και όχι μόνο από περισσότερες από 24 χώρες σε μία κοινή έκθεση (U.S. Senate Report: Over 400 Prominent Scientists Disputed Man-Made Global Warming Claims in 2007 Scientists Debunk “Consensus”) εξέφρασαν πρόσφατα σημαντικές αντιρρήσεις σε σημαντικές πτυχές της θεωρίας που ισχυρίζεται την προκαλούμενη από τον άνθρωπο παγκόσμια αύξηση της θερμοκρασίας λόγω του φαινομένου του θερμοκηπίου. Αυτοί οι επιστήμονες, πολλοί από τους οποίους ήδη συμμετείχαν στο παρελθόν στη διακυβερνητική επιτροπή για τη αλλαγή κλίματος (IPCC), εξέφρασαν τις αντιρρήσεις στους ισχυρισμούς περί κλιματικών αλλαγών όπως αυτές παρουσιάζονται από την ομάδα UN-IPCC και τον κ. Al Gore.

Ακόμη μερικοί δημοσιογράφοι καθιερωμένων μέσων επικοινωνίας της Αμερικής επισημαίνουν τον αυξανόμενο αριθμό δύσπιστων επιστημόνων ενάντια στα καταστροφικά σενάρια του θερμοκηπίου. Συγκεκριμένα τον Οκτώβριο του 2007, ο Juliet Eilperin (Washington Post) παραδέχθηκε ότι οι σκεπτικιστές για το κλίμα εμφανίζονται να πληθαίνουν όλο και περισσότερο, παρά να συρρικνώνονται. Πρόσφατα, ο Dr Vincent R. Gray συνταξιούχος τώρα (Ph.D. in Physical Chemistry from Cambridge University) και ιδρυτής της «Climate Science Coalition« στη Νέα Ζηλανδία, κάλεσε την IPCC να καταργηθεί, αναφέροντας ότι τα σημαντικά μέρη των εργασιών της IPCC, η συλλογή δεδομένων και οι υιοθετημένες επιστημονικές μέθοδοι είναι ασθενείς και στηρίζονται σε μια εσφαλμένη βάση (SUPPORT FOR CALL FOR REVIEW OF UN IPCC) και χαρακτηριστικά αναφέρει:

« Ήμουν ειδικός κριτής από την ίδρυση της IPCC και έχω υποβάλει έναν πολύ μεγάλο αριθμό σχολίων για τα κείμενα τους. Πρόσφατα έχει αποκαλυφθεί ότι υπέβαλα 1.898 σχόλια που αφορούν τα τελικά κείμενα της τρέχουσας έκθεσης. Ξεκίνησα πιστεύοντας στην επιστημονική ηθική, ότι οι επιστήμονες θα έδιναν ειλικρινείς απαντήσεις, και ότι τα επιστημονικά τους επιχειρήματα θα ήταν καθαρά βάσει των στοιχείων, της λογικής μέσα στα πλαίσια των επιστημονικών και μαθηματικών αρχών.

Από την αρχή, όμως, είχα δυσκολία με αυτήν την διαδικασία. Οι διευκρινιστικές ερωτήσεις τελείωσαν, συχνά χωρίς καμία απάντηση. Σχόλια μου στα κείμενα της IPCC απορρίφθηκαν χωρίς καμία απολύτως εξήγηση. Κατά τη διάρκεια των ετών, καθώς διαπίστωσα περισσότερα για τα στοιχεία και τις διαδικασίες που χρησιμοποιούνται από την IPCC, αντιμετώπισα όλο και αυξανόμενες αντιστάσεις από μέρους τους στο να μου αποδοθούν εξηγήσεις, έως ότου κατέληξα στο συμπέρασμα ότι για όλα τα σημαντικά μέρη των εργασιών της IPCC, η συλλογή δεδομένων καθώς και οι χρησιμοποιούμενες επιστημονικές μέθοδοι που υιοθετούνται είναι αβάσιμες.

Η αντίσταση σε όλες τις προσπάθειες να ελεγχτούν και να συζητηθούν ή να αποκατασταθούν αυτά τα προβλήματα, με έχει πείσει ότι οι ορθές επιστημονικές διαδικασίες όχι μόνο απορρίπτονται από το IPCC, αλλά ότι αυτή η πρακτική είχε ενδημικές διαστάσεις, και ήταν ένα μέρος της αρχικής οργάνωσης. Επομένως θεωρώ ότι η IPCC είναι πλήρως αλλοιωμένη. Η μόνη «μεταρρύθμιση» που θα μπορούσα να δω, θα ήταν η κατάργησή της. Αναρωτιέμαι εάν θα μπορούσα να συνοψίσω εν συντομία μερικούς από τους λόγους για τους οποίους οι επιστημονικές διαδικασίες που ακολουθούνται από το IPCC είναι πλήρως εσφαλμένες.»

Αναφερόμενος στις μετρήσεις θερμοκρασίας σχολιάζει:

«Καμία μέση θερμοκρασία σε οποιοδήποτε μέρος της γήινης επιφάνειας, κατά τη διάρκεια οποιασδήποτε περιόδου, δεν έχει σωστά μετρηθεί ποτέ. Πως μπορεί κάποιος να εξαγάγει την μέση τιμή της θερμοκρασίας του πλανήτη, χωρίς να έχει υπολογίσει πρώτα έναν απλό τοπικό μέσο όρο? Χρησιμοποιούν τη διαδικασία που πρωτοχρησιμοποιήθηκε το 1850 και η οποία καθορίζει την μέση ημερήσια θερμοκρασία από ένα θερμόμετρο μεγίστου-ελαχίστου. Κανένας στατιστικολόγος δεν θα μπορούσε να συμφωνήσει ότι ένας αξιόπιστος μέσος όρος θα μπορούσε να ληφθεί με αυτόν τον τρόπο.

Η συνολική στατιστική απόκλιση είναι μεγαλύτερη από την αναφερόμενη παγκόσμια αύξηση της θερμοκρασίας λόγω του φαινομένου του θερμοκηπίου. Το δείγμα θερμοκρασιών συνολικά είναι μη αντιπροσωπευτικό της γήινης επιφάνειας, συνήθως προέρχεται από μετρήσεις πλησίον των πόλεων. Κανένας στατιστικολόγος δεν θα μπορούσε να αποδεχθεί έναν τέτοιο «μέσο όρο» βασισμένο σε ένα τέτοιο δείγμα θερμοκρασιών που δεν μπορεί ενδεχομένως ούτε να διορθωθεί.»

Του Σταύρου Αλεξανδρή, Επίκουρου Καθηγητή ΓΠΑΤμήμα Αξιοποίησης Φυσικών Πόρων και Γεωργικής Μηχανικής, Τομέας Διαχείρισης Υδατικών Πόρων, Γνωστικό Αντικείμενο: Γεωργική Μικρομετεωρολογία & Υδατικές Σχέσεις Φυτών