Μάνος Χατζιδάκις: Η δημογεροντία του μέλλοντος

Βίντεο

Κυριακή, 15 Ιουλίου 1979

Τη μέρα που υπογράφονταν στο Ζάππειο η ένταξή μας μου πήραν μια συνέντευξη τα μέσα ενημερώσεως, τα ευρωπαϊκά. Όμως δεν βρήκανε τις απαντήσεις μου ευχάριστες και διασκεδαστικές για το κοινό τους που βλέπει τηλεόραση το βράδυ στις εννιά, και φυσικά δεν μετέδωσαν την συνέντευξή μου. (Εκεί, όπως θα διαπιστώσατε, «σέβονται» το κοινό. Αφού τ’ αποβλάκωσαν πρώτα, τώρα εννοούν να το υπηρετούν πιστά και να το διασκεδάζουν).

Μέσα στ’ άλλα γι’ αυτή την εκπομπή, πού τελικά δεν μεταδόθηκε, μου ζήτησαν να σπάσω μερικά πιάτα. Λατρεύουν καθώς ξέρετε σε όλη την Ευρώπη, τον ήχο των ελληνικών πιάτων. Και βέβαια δεν τους άρεσε όταν τους απαγόρεψα ν’ ακούγονται μπουζούκια στην εκπομπή.

Μου’ παν μ’ ένα περίεργο ύφος: Δηλαδή η θρυλική εκείνη εικόνα των Αθηνών του Ποτέ την Κυριακή, της ταινίας πού γράψατε μουσική, δεν ήταν αληθινή; Μας είπατε τότε ψέματα όταν σπάγατε πιάτα και τραγουδούσατε με συνοδεία μπουζουκιών;

Και πρωτ’ απ’ όλα, τους απάντησα πού μ’ είδατε εμένα προσωπικά να σπάω πιάτα και να τραγουδώ με μπουζούκια; Ήταν η Μελίνα Μερκούρη κι όχι εγώ. Αν σας την θυμίζω, τόσο το καλλίτερο. Πάει να πει ότι της μοιάζω. Όμως ας έρθουμε στην παρεξή­γησή σας γύρω από την Αθήνα. Η τότε Αθήνα της ευημερίας, των πρώτων τουριστικών ρευμάτων και της ανεμελιάς, υπήρξε ένα θεατρικό σκηνικό μες στο όποιο όλοι μας λίγο πολύ, υπεύθυνοι και ανεύθυνοι παίζαμε με παρρησία τους νεοέλληνες. Αυτή η Αθήνα είναι γεγονός πώς δεν υπάρχει πια. Χάθηκε μάλλον οριστικά.

Και συνέχισα: Μη μου ζητάτε ένα μνημόσυνο που σήμερα το πραγματο­ποιούν μόνο οι ανώνυμοι βιομηχανίσκοι, με τις λαϊκές στάρλετ και τις φαβορίτες στα καταστήματα μπουζουκιών που ξενυχτάνε και που ευτυχώς κλείσανε, ελπίζω δια παντός.

Ποια είναι η σημερινή Αθήνα, με ρωτούν, η Αθήνα του εβδομήντα εννιά. Μπορείτε να την περιγράψετε;

Τους απαντώ: Μια Αθήνα σκεφτική. Με προβλήματα που της χαράζουν το πρόσωπο. Με μια εξαίσια και γοητευτική μόλυνση περιβάλλοντος. Με παγωμένες σχέσεις και πληγωμένη συμπεριφορά. Με τη σφραγίδα του χυδαίου σ’ ό,τι καινούργιο χτίζει. Δεν γνωρίζω αν σας είναι η εικόνα αυτή ελκυστική, όμως ξέρω καλά πώς είναι πιο πραγματική απ’ την παράδοσή της. Απ’ τα τρισήμισυ εκατομμύρια πού την κατοικούν, τα δυόμισι είναι εσωτερικοί μετανάστες – τυχοδιώκτες της επαρχιακής Ελλά­δας. Προσφέρουν στην πρωτεύουσα βία, αθλιότητα, ανασφάλεια και θλιβερό γούστο. Και οι πόλεις της επαρχίας, απαλλαγμένες απ’ τα δεύτερα στοιχεία τους, παίρνουν αναπνοή και γίνονται λίαν κατάλληλες για ιδιωτική ζωή κι ανθρώπινη συμπεριφορά. Αλλά κι αυτό, ίσαμε να το μυριστούν οι άθλιοι των Αθηνών και ξαναπάνε πίσω στα πάτρια εδάφη για να καθαρίσει κι άλλη μια φορά ή Αθήνα. Η περιπέτεια αυτή γνήσια ελληνική, θυμίζει την «Ελλαδογραφία» του Γκάτσου, χωρίς όμως το επικό στοιχείο του ποιητή.

Μετά απ’ την απάντησή μου αυτή μπλέξαμε σε λεπτομέ­ρειες άπειρες, θέλοντας να εξηγήσω, τί είναι η «Ελλαδο­γραφία». Δύσκολος ο κώδικας για μια ευρωπαϊκή ερμη­νεία του τίτλου, του ποιήματος και του περιεχομένου του. Περιορίσθηκα λοιπόν στα απαραίτητα, και συνεχίσαμε.

Ερώτηση: Τι συνθέτει την Ελλάδα του σήμερα και ποια στοιχεία την εκπροσωπούν;

Απάντηση: Μια αδυναμία της χώρας να τοποθετηθεί πια τα προβλήματα της πάνω στα λεγόμενα πατριωτικά βάθρα, οπού οι κρίσεις της να ενοποιούν τον διχασμένο από χιλιάδες μικροσυμφέροντα ανώριμο πληθυσμό. Στο παρελθόν μια τέτοια τοποθέτηση μ’ όλες τις συγκεχυμένες καταστάσεις πού δημιουργούσε, μας οδηγούσε επί του ασφαλούς σε εθνικές εξάρσεις, πολύ εποικοδομητικές για μια εγχώρια κατανάλωση, τουλάχιστον. Σήμερα όλα αυτά φαντάζουν σαν παλιά ιστορική ταινία του Αλεξάντερ Κόρντα, ή για να είμαστε συνεπέστεροι στα καθ’ ημάς, σαν μια ταινία του Μαδρά ή του Λάσκου με τους Χλόηδες, τους αγαπητικούς και τις αθώες βοσκο­πούλες.

Ύστερα, να κι άλλο κάτι πού μας εκπροσωπεί. Η καλοζωία. Χωρίς περιεχόμενο και ευτελούς αισθητικής. Μια καλοζωία πού βασίζεται περισσότερο στη νευρωτική εκτόνωση παρά στην απόλαυση, στην ηδονή θάλεγα, «για καλώς προπαρασκευασμένες επιθυμίες». Καλοζωία που ικανοποιεί συμπλέγματα και προκαταλήψεις καλύπτοντας θεατρικά, ευτέλεια κι αθλιότητα.

Ακόμη: Ένας χείμαρρος αυτοσχεδιαστικών αντιδράσεων, σ’ όλες τις περιοχές του δημοσίου βίου μας. Μια επιπόλαιη χάραξη προοπτικών και πολιτικής. Έλλειψη κοινού νου, και μια καταπιε­στική παρουσία του εγώ μας, πού τις περισσότερες φορές μας εμποδίζει να συνεννοηθούμε και να συνεργαστούμε πάνω στα τοπικά, αλλά και στα ευρωπαϊκά που άρχισαν ήδη να μας θίγουν και να μας απασχολούν.

Τέλος: Ένας ηθικοπλαστικός εθνικισμός, που έχει τις ρίζες του στην ανελεύθερη καταγωγή μας και πού η εκμετάλλευση του απ’ όλους μας για ευτελείς σκοπούς, τον έχει ήδη καταστήσει ανυπόληπτο.

Ερώτηση: Και κάτι ωραίο;

Απάντηση: Η αβεβαιότητα μας για το μέλλον και τα νεοκλασικό μας πάθος.

Ερώτηση; Γιατί δεν οργανώνεσθε για ν’ αποκτήσετε ασφάλεια;

Απάντηση: Αντιπαθούμε την οργάνωση εκ βαθέων. Άλλωστε η ανασφάλειά μας προσδίδει νεότητα και ή όποια νεότητα μας, σας ελκύει. Δεν είναι έτσι; Μη μου πείτε ότι σας ελκύει το νεοελληνικό μας πνεύμα ή τα γραφτά των νεοελλήνων θεατρικών συγγραφέων! Όχι για τον θεό- έκανε η Γαλλίς παραγωγός της Γαλλικής τηλεοράσεως.

Ερώτηση (από τον συνεργάτη του Ραδιοφωνικού σταθμού του Λουξεμβούργου): Τι νομίζετε κατά την γνώμη σας ότι θα βρείτε στην Ευρώπη όταν στο μέλλον τελείως ενωθεί;

Επιτρέψτε μου νάμαι προσωπικός σ’ αυτή μου την απάντηση, τους είπα. Και πρώτ’ απ’ όλα, το τρομαχτικό, σε υπερμεγέθη παρουσία με εκπροσώπους τον H. P. Lovecraft, τον Edgar Allan Poe και τον Charles Baudelaire. Μετά, μια ευρωπαϊκή ταυτότητα για απογευματι­νούς περιπάτους, ιδίως τις Κυριακές, πότε στο Κιρινάλε, ή στην Πλατεία Βαντόμ και πότε στη Σεβίλλη. Τέλος, ένα ευρωπαϊκό κοιμητήριο για μια εφησυχασμένη δημοκρατική μας αποχώρηση, σαν έρθει ή ώρα μας πού λένε.

Μένει το ερώτημα. Άραγε θα μας απαλλάξει η ένταξη μας από την παραδοσιακή γεροντολατρεία κι από την πρόσφατα ανθισμένη παραδημοσιογραφία;

Τί είν’ αυτό; Ρωτάει ο Γάλλος, ο βοηθός του οπερατέρ.

Να σας εξηγήσω προθυμοποιήθηκα. Η Παραδημοσιο­γραφία είναι κάτι σαν παρακρατική οργάνωση, αλλά δεν έχει σχέση με το κράτος. Αντίθετα πολλές φορές το πολεμάει. Ανθεί σε περιόδους παρακμής και με την επιπόλαια ανοχή της επισήμου Δημοσιογραφίας. Κύριος σκοπός της είναι ο εκφοβισμός, υπηρετώντας σκοτεινά ή ευτελή συμφέροντα. Οι σοβαροί δημοσιογράφοι γνωρίζουνε την ύπαρξή της, την περιφρονούν, την συνηθίζουνε αλλά και δεν πιστεύουν στην κάποια οποία σημασία της παρουσίας της. Η παραδημοσιογράφια όμως υπάρχει, λειτουργεί και επιβάλλεται. Ανεύθυνη και αντιπαθητική.

Και τούτο δεν τους άρεσε πολύ και δεν το βρήκαν δια­σκεδαστικό για τηλεθεατές κι ακροατές του ραδιοφώνου σε ώρα νυχτερινή.

Μα συνέχισαν και με ρώτησαν. Πώς αντιμετωπίζετε την ενοποιημένη κουλτούρα της Ευρώπης σήμερα;

Άνευ φόβου και άνευ πάθους, τους απαντώ. Δεν μας τρομάζει απ’ τη στιγμή πού μας περιέχει. Κι όσο για τα επί μέρους γραφικά στοιχεία μας, έτσι κι αλλιώς μας ήταν άχρηστα, κι ήμασταν αποφασισμένοι να τα πετάξουμε και να τ’ αποκηρύξουμε μετά πάσης βδελυγμίας όταν με τον καιρό θα ωριμάζαμε. Η ένταξη μας, μας ωριμάζει αυτομάτως και μας παρουσιάζει πιο αληθινούς. Κι έτσι τα γραφικά και τα ιδιότυπα, τα βάζουμε για πάντα στο συρτάρι. Με κοίταξε περίεργα η Γαλλίδα, όμως δεν είπε τίποτα. Κατάλαβα. Αυτή πού τόσο της αρέσουνε τα γραφικά μας τα φολκλορικά, και τι την νοιάζει ποιό είναι το αληθινό μας πρόσωπο.

Αυτός απ’ τη Γερμανική τηλεόραση μου λέει ξαφνικά: Νιώθετε Έλληνας, για Ευρωπαίος;

Τί ερώτημα, σκέφτομαι. Καν βέβαια του απαντώ, Έλληνας αν αυτό σημαίνει Ευρωπαίος. Κι Ευρωπαίος, αν αυτό συμπεριλαμβάνει την Ελ­ληνικότητα μου.

Σας ενδιαφέρει η ελληνική σας ιθαγένεια; Μου κάνει αυτός από το Λουξεμβούργο.

Του απαντώ: Αν με εξουθενώσετε, όχι. Η τουλάχιστον θα μ’ ενδιαφέρει όσο ενδιαφέρει ένα φυλακισμένο στο Άουσβιτς, αν είναι απόγονος του Μεγαλέξαντρου ή του μεγάλου Τσέγκις Χάν. Αν πάλι μείνω ελεύθερος η ελλη­νική μου ιθαγένεια θάναι μια πραγματικότητα πού δεν θάμαι σε θέση να την αρνηθώ, έτσι καθώς θάναι συνυφασμένη με τη γλώσσα και με την προσωπική μου Ιστορία. Το μόνο πού μπορώ να ελπίζω είναι να γίνει μια αλήθεια και για σας.

Ερώτηση: Ποιοι θα μας κυβερνήσουνε μελλοντικά, στην Ενωμένη Ευρώπη;

Κι απάντησα: Ελπίζω για τους επερχόμενους, μια δημογεροντία του πνεύματος κι όχι η Άγια κι Αποστολική οικογένεια του πρίγκηπος Φρανκενστάϊν.

Εδώ τελειώνω. Και το νομίζω περιττό να διευκρινίσω πώς ύστερ’ απ’ τη δεύτερη απάντηση μου, το συνεργείο της Ευρωπαϊκής τηλεόρασης, με κάποια βιαστική πρό­φαση είχε κιόλας φύγει, μη βρίσκοντας διασκεδαστικές τις απαντήσεις μου.

Η συνέχεια και το παιχνίδι των ερωτήσεων κι απαντήσεων, έγινε εντός μου, καθώς επέστρεφα στο σπίτι μου.

[πηγή: Μάνος Χατζιδάκις, Τα σχόλια του Τρίτου. Μια νεοελληνική μυθολογία, Εξάντας, Αθήνα 1980, σ. 171, 175, 176]

Μάνος Χατζιδάκις - Τα σχόλια του τρίτουΣαν άρχισα τα «Σχόλια» στο Τρίτο το ’78, δεν είχα αποσαφηνίσει μέσα μου ούτε το ύφος της γραφής τους, ούτε καλά-καλά τους στόχους μου. Γνώριζα βέβαια πως θα’ πρεπε να ξεκινήσω απ’ την πραγματικότητα του τόπου μας, αλλά όχι με τον τρόπο της «βραδυνής» και «μεσημβρινής» παραδημοσιογραφίας – τρόπος και είδος γραφής που απεχθάνομαι από νέος και περιφρονώ.
Σχόλιο με σχόλιο λοιπόν σχημάτιζα τον τρόπο, τη γραφή και το επίπεδο μέσα απ’ το οποίο έβλεπα τον νεοελλαδικό κόσμο μας και επικοινωνούσα ολοένα με ένα πλατύτερο κοινό ή καλλίτερα με ένα μεγαλύτερο κοινό, γιατί ποτέ είναι αλήθεια δεν υπήρξα κατάλληλος για το πλατύ κοινό. Φυσικά επικοινωνούσα με όλους, εκτός από τους παραδημοσιογράφους και τον αρμόδιο υφυπουργό – ανίκανους, για μια οποιαδήποτε επικοινωνία. Αυτοί όμως ενοχλήθηκαν πολύ σαν συνειδητοποίησαν το γεγονός ότι επιτυγχάνετο επικοινωνία χωρίς τη συμμετοχή τους, χωρίς τα δημοσιογραφικά ή τα πολιτικά οφέλη, έτσι κι η αντίδρασή τους ήταν άμεση – ενορχηστρωμένη λασπολογία, «αγανακτισμένοι ακροατές», μηνύσεις και ένας υφυπουργός πιεζόμενος από την Κοινή, κοινότατη Γνώμη. Το Τρίτο σταμάτησε τη λειτουργία του, σταμάτησαν και τα «Σχόλια». Για μιαν ακόμη φορά η ποιητική συνείδηση και η έκφρασή της καταδιώχθηκε και εξαναγκάστηκε στη σιωπή. Η έκδοση λοιπόν αυτών των «Σχολίων» ήταν επιβεβλημένη για να μην ξεχνάμε την αθλιότητα και τις οδυνηρές αλήθειες του καιρού μας και του τόπου μας.
(Αθήνα, 27 Νοεμβρίου 1980, Μάνος Χατζιδάκις)

Commentariolum Petitionis: το πρώτο εγχειρίδιο προεκλογικής εκστρατείας στην παγκόσμια ιστορία

Το ημερολόγιο έγραφε 64 π.Χ, όταν ο ταλαντούχος ρήτορας και δικηγόρος Μάρκος Τύλλιος Κικέρων αποφάσισε να δοκιμάσει την τύχη του στην πολιτική αρένα, διεκδικώντας τη ψήφο των Ρωμαίων για το αξίωμα του ύπατου. Οι περισσότεροι ιστορικοί υποστηρίζουν σήμερα ότι, ίσως να μην είχε καταφέρει τίποτα, εάν ο αδερφός του Κόιντος δεν είχε ετοιμάσει γι’ αυτόν το πρώτο εγχειρίδιο προεκλογικής εκστρατείας στην παγκόσμια ιστορία.

Πολύ πριν ο Μακιαβέλι παρουσιάσει τις συμβουλές του στον Ηγεμόνα, ο Κόιντος Τύλλιος Κικέρων παρουσίασε το Commentariolum Petitionis, ένα πλήρες εγχειρίδιο πολιτικής συμπεριφοράς, που κάνει ακόμη και τους σημερινούς υπευθύνους επικοινωνίας των κομμάτων να θυμίζουν ερασιτέχνες συμβουλάτορες.

Σε αντίθεση με τον Ηγεμόνα, στον οποίο ο Μακιαβέλι παρουσιάζει τους κανόνες επιβίωσης ενός μη εκλεγμένου ηγέτη, ο Κόιντος περιγράφει την απαιτούμενη συμπεριφορά ενός υποψηφίου σε ένα δημοκρατικό σύστημα. Αν εξαιρέσει κανείς την ανυπαρξία των μέσων ενημέρωσης, οι συμβουλές του Κόιντος προς τον αδερφό του μπορούν σήμερα να χρησιμοποιηθούν (και πιθανότατα χρησιμοποιούνται καθημερινά) από τους υποψηφίους των λεγόμενων κομμάτων εξουσίας, σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Ακόμη και σε αυτό το επίπεδο, όμως, ο λόγος του νεαρού Κικέρωνα φαίνεται να διαπερνά τη λογική που έχει επικρατήσει σήμερα και στα τηλεοπτικά debate.

Προσοχή στους εργολάβους

Ξεκινώντας την παράθεση των συμβουλών του ο Κόιντος επισημαίνει στον αδερφό του ότι, πρέπει να τιμήσει τις συμμαχίες που έχει δημιουργήσει με τους ανθρώπους ισχύος της εποχής. «Όσοι έχουν συμβόλαια (εργολαβίες) με το δημόσιο πρέπει να είναι στο πλευρό σου και το ίδιο ισχύει και για την επιχειρηματική κοινότητα» γράφει στο εγχειρίδιο και συνεχίζει: «Μην ξεχνάς ποτέ τους ανθρώπους που υπερασπίστηκες με επιτυχία σε κάποιο δικαστήριο, αλλά και τις ομάδες ειδικών συμφερόντων που σε στηρίζουν… Τώρα έχει έρθει η στιγμή να ξεπληρώσουν τις χάρες που τους έχεις κάνει. Να υπενθυμίζεις σε όλους το χρέος τους και την ανάγκη να σε στηρίξουν, σε αυτή την κρίσιμη στιγμή. Όσο γι’ αυτούς που δεν σου χρωστάνε τίποτα, εξήγησέ τους ότι, παρέχοντάς σου στήριξη, θα είσαι εσύ αυτός που θα οφείλεις χάρες και προνόμια».

Ο Κόιντος επανέρχεται συνέχεια στους ανθρώπους με ειδικά προνόμια, αλλά και σε «ομάδες», τις οποίες περιγράφει λίγο πολύ σαν τα σημερινά λόμπι. «Πρέπει» λέει στον αδερφό του «με υπομονή να καλλιεργείς τις σχέσεις σου με τους ανθρώπους που διαθέτουν ειδικά προνόμια. Να τους θυμίζεις ότι είσαι οπαδός της παράδοσης και όχι λαϊκιστής. Εξήγησέ τους ότι ο μόνος λόγος για τον οποίο δείχνεις να τάσσεσαι στο πλευρό των απλών ανθρώπων είναι ότι θέλεις την εύνοια δημοφιλών ανθρώπων σε κρίσιμα πόστα, ώστε να μπορείς να χρησιμοποιείς την επιρροή τους ή τουλάχιστον να γνωρίζεις ότι δεν θα στραφούν εναντίον σου».

Οι κανόνες του προεκλογικού μάρκετινγκ φαίνεται να μην έχουν αλλάξει καθόλου με το πέρασμα δυο χιλιετιών, αφού ο Κόιντος προβλέπει ακόμη και τη διασπορά φημών εναντίον ενός υποψηφίου, που όπως λέει, ξεκινά πάντα από το κοντινό περιβάλλον του πολιτικού. «Η διεκδίκηση του ανώτατου αξιώματος στη Ρώμη», εξηγεί στο Commentariolum Petitionis, «έχει δυο προϋποθέσεις: να εξασφαλίσεις τη στήριξη των φίλων σου και να κερδίσεις την κοινή γνώμη… Ποτέ μην υποτιμάς την οικογένειά σου και τους ανθρώπους του στενού περιβάλλοντός σου. Μόνο αν βρίσκονται όλοι στο πλευρό σου μπορείς να κερδίσεις… Να ξέρεις ότι, όλες οι φήμες που μπορούν να σε καταστρέψουν ξεκινούν από την οικογένεια και τους φίλους».

Αναζητώντας τους… Policy Leaders

«Σε κάθε γειτονιά» λέει στον αδερφό του ο Κόιντος «υπάρχουν συγκεκριμένοι άνθρωποι-κλειδιά οι οποίοι ασκούν εξουσία. Μάθε να τους ξεχωρίζεις από αυτούς που δείχνουν σημαντικοί, αλλά στην πραγματικότητα δεν έχουν εξουσία και συνήθως δεν είναι αρεστοί στην περιοχή τους. Αν δεν καταφέρεις να κάνεις αυτή τη διάκριση ανάμεσα στους χρήσιμους και τους άχρηστους, θα χάσεις πολύτιμο χρόνο και χρήματα σε ανθρώπους που δεν έχουν να σου προσφέρουν τίποτα».

Πάντα όμως ο μεγαλύτερος σύμβουλος επικοινωνίας της αρχαίας Ρώμης επιστρέφει στους λίγους και σημαντικούς ανθρώπους του χρήματος. «Πρέπει» λέει «να δίνεις ιδιαίτερη σημασία στους επιχειρηματίες και τους εύπορους πολίτες. Έλα σε επαφή με τις ηγετικές προσωπικότητες αυτής της ομάδας – δεν είναι δύσκολο γιατί είναι πολύ λίγοι».

Έχοντας εξασφαλίσει τη στήριξη του «κεφαλαίου» της Αρχαίας Ρώμης ο Κόιντος επιστρέφει στις «μάζες» – τις οποίες φαίνεται να αντιμετωπίζει σαν ενοχλητικό βαρίδι στην εποχή της δημοκρατίας. Και εδώ όμως υπάρχουν μυριάδες συμβουλές για να κερδίσεις το… πόπολο.

«Για να εντυπωσιάσεις τους ψηφοφόρους πρέπει να γνωρίζεις πως σκέφτονται οι άνθρωποι. Να είσαι πάντα προσβάσιμος και γενναιόδωρος απέναντί τους. Τίποτα δεν εντυπωσιάζει περισσότερο έναν ψηφοφόρο από έναν υποψήφιο που τον θυμάται, για αυτό το λόγο κάθε μέρα να προσπαθείς να αποστηθίζεις πρόσωπα και ονόματα.

Πρέπει με κάθε τρόπο να μάθεις την τέχνη της κολακείας, η οποία μπορεί να είναι καταδικαστέα στην καθημερινή μας ζωή, αλλά είναι απαραίτητη όταν κατεβαίνεις στον πολιτικό στίβο». Ο λόγος του Κόιντου γίνεται σχεδόν τηλεοπτικός, όταν φτάνει η στιγμή να εντυπωσιάσει τους ψηφοφόρους του αδερφού του. «Σε ό,τι αφορά τις ρωμαϊκές μάζες να θυμάσαι ότι πρέπει να τις εντυπωσιάζεις με θεάματα. Να μην είναι πρόστυχα, αλλά να είναι γεμάτα χρώματα, από αυτά που αρέσουν στον όχλο. Με κάθε ευκαιρία πρέπει να υπενθυμίζεις στις μάζες πόσο καθάρματα είναι οι αντίπαλοί σου και να δίνεις συγκεκριμένα παραδείγματα από τα εγκλήματα, τα σεξουαλικά σκάνδαλα και τη διαφθορά τους».

Σε αντίθεση πάντως με αρκετούς κομματάρχες του σήμερα ο Κικέρων δεν ξεχνούσε ποτέ ότι, εν τέλει, η εκλογική μάχη δεν κρίνεται από τη λάσπη που ρίχνεις στους αντιπάλους σου αλλά από την ελπίδα (αληθινή ή όχι) που δημιουργείς στο ακροατήριό σου.

«Το βασικότερο τμήμα της εκστρατείας σου» γράφει στον αδερφό του «είναι να φέρνεις την ελπίδα στους ψηφοφόρους σου και να περικλείεις τον εαυτό σου με ένα αίσθημα καλής θέλησης. Σε καμία περίπτωση, όμως, δεν πρέπει να δίνεις συγκεκριμένες υποσχέσεις στους πολίτες ή τη Σύγκλητο. Μείνε στις γενικότητες. Στη σύγκλητο να λες ότι θα διατηρήσεις την ισχύ και τα προνόμιά της. Στους επιχειρηματίες και τους εύπορους να λες ότι μάχεσαι για τη σταθερότητα. Και στους απλούς ανθρώπους λέγε ότι πάντα υποστήριζες τα συμφέροντά τους».

Προφανώς ο Κικέρων αναγνώριζε ότι, μια προεκλογική εκστρατεία δεν στήνεται σε δοκιμαστικό σωλήνα. Αρκετοί ακόμη δρώντες θα επιχειρήσουν να επηρεάσουν το αποτέλεσμα με εξίσου στοχευμένες επιθέσεις στον υποψήφιό σου. Και τότ,ε σύμφωνα με τον Κικέρωνα, έρχεται η στιγμή να εξαπολύσεις τον φόβο… «Τους αντιπάλους σου να τους εκφοβίζεις πάντα λέγοντας ότι θα τους οδηγήσει στα δικαστήρια, εάν προσπαθήσουν να δωροδοκήσουν την ψήφο, και να τους θυμίζεις τους δεσμούς σου με την επιχειρηματική κοινότητα. Δεν χρειάζεται όμως να το κάνεις. Ο φόβος λειτουργεί πιο αποτελεσματικά από τη δικαστική αντιπαράθεση… Αυτά είχα να σου πω αδερφέ μου»…

Και ο αδερφός του ακολούθησε πιστά τις συμβουλές του. Ο Μάρκους κέρδισε τις δυο επόμενες εκλογικές μάχες, συγκεντρώνοντας περισσότερες ψήφους από κάθε άλλο υποψήφιο. Μόνο, που μαζί με τους αντιπάλους του, ηττήθηκε εκείνη την εποχή και η Δημοκρατία. Οι συμβουλές ήταν εξαιρετικά αποτελεσματικές, αλλά εξέφραζαν ένα σάπιο πολιτικό σύστημα, που μόνο κατ’ όνομα τοποθετούσες τους πολίτες στο επίκεντρο. Τα δυο αδέρφια σκοτώθηκαν στον εμφύλιο πόλεμο που ακολούθησε και ο οποίος σήμανε το τέλος της Δημοκρατίας και την απαρχή της Αυτοκρατορίας.

Άρης Χατζηστεφάνου
ΕΠΙΚΑΙΡΑ Ιούνιος 2012

πηγή

Δ. Λιαντίνης: Η ερωτική διαλεκτική των φύλων

Αποτέλεσμα εικόνας για δημητρησ λιαντινηςΗ πρόθεση του ποιητή να δείξει ότι ο ίμερος προσιδιάζει στη γυναικεία ιδιοσυγκρασία και ότι ο ερωτικός κόσμος είναι αποκλειστικά της γυναίκας το οικείο ενδιαίτημα είναι αποφασιστική. Ο έρωτας κυριαρχεί στη γυναικεία φύση κατά τον τρόπο, που ο στρατηγός ηγεμονεύει στα πεδία του πολέμου. Το αντίστοιχο της ερωτευμένης γυναίκας από την έποψη της ανδρείας είναι ο ήρωας, αλλά τα μεγάλα του κατορθώματα υστερούν μπροστά στα θαυμάσια έργα εκείνης.

Εαν το ερωτικό φαινόμενο είναι περιορισμένο, τα όρια του συμπίπτουν με τα πέρατα της γυναικείας ψυχής. Εάν όμως ο ίμερος διανοίγεται και ξεφεύγει στην απλωσιά της απεριόριστης έκτασης, η περιοχή αυτή συμπίπτει με τον άγνωστο χώρο της θηλυκής απειρότητας. Η μεταφυσική του ίμερου παραλληλίζεται με τη μεταφυσική της κατηγορίας του θηλυκού (2,33).

Τα μεγάλα έργα του ανθρώπου, που καθρεφτίζουν την ανεξάντλητη δυνατότητα της ανδρικής φύσης, δεν ημπορούν να υπομείνουν τη δοκιμασία της σύγκρισης με τα ερωτικά έργα της γυναίκας, εφ’ όσον είναι αληθινά. Η παράδοξη αυτή άποψη του Malte ότι ο έρωτας της Bettine προς τον Goethe επισκιάζει με την λάμψη του τα πνεύμα και το έργο του μεγάλου ποιητή της Βαϊμάρης, δεν υποτιμά την επιφάνεια του Goethe, όσο τιμά την αφάνεια της γυναίκας. Το τιμιώτερο έργο που θα είχε να παρουσιάσει σαν απολογία μπροστά στο άγγελο –στον κριτή της έσχατης κρίσης- και να το επικαλεσθεί για να μαρτυρήσει την αγωνιστική προθυμία του, δεν είναι ούτε η αρχιτεκτονική ούτε η μουσική τέχνη, αλλά μια ερωτευμένη γυναικά, που ατενίζει ήρεμα από το παράθυρο της τη νύχτα και διαλέγεται με τα σκοτάδια της ερωτικής απουσίας της (7,84).

Ακόμα και οι γυναίκες με τον άσεμνο ερωτικό τρόπο, όσες εξέπεσαν στα ρήθρα της ζωής ηττημένες από την βουλητική του έλλειψη και την κοινωνική ολιγωρία, ευρίσκουν κατάλυμα συγχώρησης στην έβδομη ελεγεία (7,40). Δεν κρίνει η πορνεία, που τελειώνει το έργο, αλλά η αγάπη που το αρχίζει. Η αγάπη αποτελεί το φυσικό περιβάλλον, το καθίδρυμα οικονομίας για τη γυναικεία φύση, μέσα στο οποίο προστατεύονται οι βιολογικές καταβολές και ανθίζουν οι ουσίες του γένους της. Η γυναίκα είναι η ευνοημένη της ερωτικής εκλογής, οι δεσμοί της με τον ίμερο είναι πολύ πιο οικείοι και ισχυροί από τους δεσμούς του άντρα και η μετοχή της στο ερωτικό αγαθό της χορηγεί ηγεμονικά προνόμια. Ακόμη και σε καθαρά υλική σφαίρα, την ευαισθησία της στις προσβολές του ρίγους που συνοδεύει τη γενετήσια πράξη, χαρακτηρίζει υπέροχη εύνοια.

Η ελληνική μυθολογία μας παραδίδει τη σχετική διένεξη των φύλων και την κρίση του ερμαφρόδιτου Τειρεσία, ο οποίος ελεεινολόγησε την ηδονιστική πενία του αρσενικού. Η ερωτική ευαισθησία της γυναίκας εκφράζει το γινόμενο της αισθησιακής δεκτικότητας και της ψυχικής της ευπάθειας. Το υποστασιακό χαρακτηριστικό, που ειδοποιεί για τη μοναδικότητα του θηλυκού, είναι η τρυφερή προθυμία της, η άμεση παραδοχή, η χωρίς όρους άφεση. Στα χέρια της κλείνεται, σαν το φτερούγισμα περιστεριών, η ταραχή του κόσμου, και η υλική της πυκνότητα διαλύεται σαν μια πανάλαφρη κίνηση. Η γυναίκα των ελεγειών περπατά σαν πρωινή αύρα (3,19). Η αντίσταση, που προβάλει κάθε φορά στην επιθετικότητα του αρσενικού, είναι ακριβώς το εξωτερικό σχήμα αυτής της απαλωσύνης, η συνεκτική τάξη που διασώζει τη ρευστή ακινησία της θηλυκής παραχώρησης. Η αντίσταση αυτή συγκρατεί και μορφοποιεί τη ροπή της ερωτικής της αναζήτησης, όπως οι όχθες του ποταμού το νερό. Ακόμη και η γνωστική της δύναμη φαίνεται να είναι υποταγμένη στο ερωτικό πρόσταγμα και να υπηρετεί με την ασάφεια του ενστίκτου τη φυσική κυριαρχία των αισθημάτων της. Η συνειδησιακή της μονιμότητα προσδιορίζεται από την ασφάλεια και την σοφία του απλού. Η συνείδηση της γυναίκας εξαντλείται στην αθώα έκπληξη.

Η Εύα τη νέα κατάσταση –εν αντιθέσει προς τον Αδάμ, που στέκεται έκπληκτος και απορητικός- την αντιμετωπίζει με απλότητα. Μόνο μια ελαφριά θλίψη τη χρωματίζει, που πια δεν θα μπορεί να χαίρεται των ζώων την ήρεμη τάξη και τη λογική. Όλα αυτά τα βασικά χαρακτηριστικά, που εκφράζουν την αντίληψη του ποιητή για την σχέση του ίμερου προς την γυναίκα, συνοψίζονται στο περιεκτικό γνώρισμα της αδυναμίας. Η αδυναμία της γυναίκας είναι απόλυτη, ολόκληρη, αυτάρκης. Και ακριβώς χάρη σ’ αυτή την πληρότητα λειτουργεί σαν δύναμη. Η αδυναμία την προστατεύει στο περιβάλλον των αντιθέσεων και οικονομεί την ευάρμονη παρουσία της στο σχέδιο της ισορροπίας του κόσμου. Η αδυναμία της γυναίκας είναι η παντοδυναμία της.

Τον ποιητή συνέχει η σταθερή πεποίθηση ότι τα ερωτικά έργα της γυναίκας αντιπροσωπεύουν την ανώτερη επίδοση του ανθρώπου και ότι ουδέποτε θα μπορέσουμε να τα υμνήσουμε άξια (1, 36-37). Στην πίστη αυτή εμπνέεται από το χρέος να φέρει στο φως, να αποκαλύψει τον αφανή χώρο των χαρισμάτων της. Και τα χαρίσματα αυτά είναι τόσο αφανή, όσο είναι δύσκολο να λογαριάζεται η αδυναμία σαν δύναμη.

Εαν ο ίμερος κυριαρχεί στη γυναικεία φύση και την υποχρεώνει σε απόλυτη υποταγή, ώστε να μεταμορφώνει την αδυναμία της σε κυριαρχία και δύναμη, η σχέση του ίμερου με τον άντρα είναι σκοτεινή και βίαιη. Ο,τι στην γυναίκα εμφανίζεται σαν μυστήριο σιωπής, σ΄εκείνον γίνεται υπόκωφο ηχείο απειλής. Η πικρή γνώση του έρωτα κυκλώνει τη γυναίκα από παντού και μέσα σ’ αυτή τη θλίψη χωνεύει η ύπαρξή της ολόκληρη ήρεμα, καθώς η ηλιόβλητη συννεφιά σβήνει μέσα στη νύχτα:

…μέσαι δέ
νύκτες, πάρα δ’ έρχεται ώρα
εγώ δε μόνα καθεύδω.

Στον άντρα, αντίθετα, ο ερωτικός καημός συνοδεύει την ευρύτερη υπαρκτική ηρεμία και τον καταφθείρει με σφοδρές θερμικές προσβολές. Στο τέλος η πικρή ερωτική του γνώση παγώνει σε λαμπερά πετρώματα ηφαιστείων:

Κι από τις τόσες φορές όπου ξαγρύπνησε σιμά στο κηροπήγιο,
καρτερώντας τα χαράματα, μια πυράδα, παράξενη τού ‘χε αρπάξει τα σωθικά.

Η γυναικεία φύση κατατείνει σταθερά στο ερωτικό τέλος, ενώ η ανδρική πηγάζει από το ερωτικό χάος (3,30). Της γυναίκας η ερωτική διάθεση είναι άμικτη και διαυγής. Η ανδρική ορμή όμως σχηματίζεται από την άτακτη και παταγώδη συμβολή πολλών επιμέρους ρευμάτων, που παρασύρουν τον άντρα με γοργότητα και βία σε κάποιο απροσδιόριστο, «απροσδιόνυσον» γεγονός. Το ανεξέλεγκτο σύνολο των πηγών και η ακάθεκτη ορμής της κίνησης προς το άγνωστο τέλος, καθορισμένο από τις σκοτεινές ρίζες της αρχής, συνιστούν το κλίμα κινδύνου, που συνοδεύει τον ερωτικό τρόπο του άντρα. Οι ελεγείες στην ερωτική ιδιοσυγκρασία του άντρα ανιχνεύουν τη συναίρεση του πολύπλοκου πλέγματος των καταβολών του. Η ερωτική ρίζα βυθίζεται στο έδαφος των σπερματικών του πυκνωμάτων και διατρέφεται από το δυναμικό σύνολο της αρχαϊκής του ύλης. Αυτά τα πρωταρχικά κοιτάσματα ζωτικότητας προκύπτουν από την εισροή βιολογικών στοιχείων που γειτονεύουν με το πνιγηρό ανάβρυσμα, την καθαρότητα και την αγιοσύνη του ζώου. Η πλημμύρα της καταγωγής (3,46), οι πλόκαμοι της εσωτερικής ανέλιξης, τα αρχέτυπα και η συντελούμενη κύηση μακρυνών μορφών (3,50), το βιολογικό παρελθόν του γένους, ολόκληρη η «ζωντανή λήθη των προγόνων» (3,71) συναποτελούν το άηχο τοπίο, πάνω στο οποίο σχηματίζεται σαν από τους ατμούς και τα νερά των νεφών, ο θολός ποταμός του αρσενικού ίμερου (3,65).

Είναι φανερό οτι στην τρίτη ελεγεία ο Rilke συσχετίζει, εξαρτά και συμπλέκει την ερωτική ορμή με όλες τις εγγενείς δυνατότητες, που προσιδιάζουν στην ανδρική φύση, όσες επιτέλεσαν τα μεγάλα έργα και τα μεγάλα λάθη της ιστορίας. Ο έρωτας είναι απειλητικός για τον άντρα, γιατί πηγάζει από το σπήλαιο του «αποτρόπαιου» (3,59), που είναι της δημιουργίας η πηγή. Το ζωτικό χώρο της ανδρικής φύσης περιβάλλει ο κίνδυνος κι ο τρόμος, γεγονός που αποκαλύπτει τη συγγένεια του άντρα με τον τρομερό άγγελο. Ο άγγελος όμως είναι αυτόφωτος και έχει συνείδηση του εαυτού του, σε αντίθεση με τον άντρα που αγνοεί. Η ανάλυση της ερωτικής ορμής του αποκαλύπτει οτι το κυριο γνώρισμά του είναι η δύναμη. Μια δύναμη ακατέργαστη, ανυπότακτη και τυφλή (3,22), που κομίζει τα πλούσια και ανεξάντλητα δώρα της αρχής. Η φορά της όμως είναι τυχαία και το τέλος της άσκοπο. Έτσι η οριστική της αξιοποίηση φαίνεται αδύνατη και είναι προορισμένη να διαλυθεί. Το ακαθόριστο τέλος επιστρέφει στην αόριστη αρχή.

Η δειλή εμφάνιση και η είσοδος της γυναίκας στις παρθενικές λαγκαδιές του άντρα θα αποτελέσει την «πυρή αφορμή» που θα αφυπνίσει την ανδρική φύση (3,20), θα αναταράξει τα κινούμενα πλήθη του σκότους και θα κεντρίσει τις δυνάμεις που περιμένουν. Η συνέχεια της ερωτικής συνάντησης πλέον είναι για τον ποιητή μονομερής υπόθεση του άντρα (3,16). Γιατί ό,τι συντηρεί τον ερωτικό του πόθο, εμβολιασμένο στη γενική ορμή της ζωής, είναι τα δυναμικά του αποθέματα, ο πλούσιος, ο βαθύς, ο βάρβαρος κόσμος, που τροφοδοτεί και εμψυχώνει την κίνηση του. Η γυναίκα αδυνατεί να προσφέρει κάτι σ’ συτές τις «πρώτες ύλες της δημιουργίας». Αισθάνεται μόνο απογοήτευση, γιατί εγκαταλείπεται, εκεί όπου ανάμενε του άντρα την τρυφερότητα, την ήρεμη συγκατάβαση, τη διάρκεια και την πίστη. Ενώ αυτός με το πρώτο του άλμα διαπήδησε ολόκληρο τον ερωτικό της κόσμο και χύθηκε στη δαιμονική προϋπάντηση του πρώτου εαυτού του. Αυτός αφηνιάζει στην τροχία του κινδύνου, ενώ εκείνη απομένει στην πίκρα της εγκατάλειψης. Ακριβώς σ’ αυτό το σημείο της κρίσης, όπου εμφανίζεται το οντολογικό χάσμα των φύλων, ο ποιητής διαβλέπει την διαλεκτική τους υφή και νομοθετεί τη συνθήκη της σωτηρίας. Η αδυναμία σαν έλλειψη έχει το ίδιο οντολογικό νόημα με τη δύναμη σαν υπερβολή. Η γυναικεία δειλία θα μετριάσει την ανδρική θρασύτητα. Ο χαλινός θα μεταμορφώσει το άγριο ζώο σε υπερήφανο άτι. Η θωπεία θα απαλύνει την σκληράδα. Η ομορφιά θα κοσμήσει την αταξία. Η γυναίκα συνοδοιπόρος του άντρα στην οδυνηρή του πορεία, εμπνεύστρια, φρουρός και οδηγήτρια, θα μεταλλάξει την οργή καταστροφής σε πνοή δημιουργίας. Ο Rilke εγνώρισε τη βαθειά φύση της γυναίκας όσον λίγοι και περιέγραψε το χρέος της προς τον άντρα και τον κόσμο με τρόπο απλό (3,85):

συγκράτα τον.

Αυτή η μέτρια εντολή των ελεγειών φωτίζει, ερμηνεύει και δικαιώνει την παρουσία της γυναίκας μέσα στην ιστορία και τον πολιτισμό. Η γυναίκα υπήρξε η μούσα της δημιουργίας. Οι μεγάλοι διδάσκαλοι του ανθρώπου δεν εζήτησαν να τους φωτίσουν οι θεοί, για να κάμουν το όραμά τους έργο. Εζήτησαν ταπεινά τη συμπαράσταση και την εύνοια της γυναίκας, της μούσας. Η γυναίκα του Rilke ανοίγει τις πύλες της ανδρικής ψυχής, αποσφραγίζει τους καταρράκτες του ίμερου, φέρνει τον άντρα σε φωτισμό και τον διδάσκει τους αναβαθμούς του έρωτα. Είναι η σωκρατική Διοτίμα. Ταυτόχρονα όμως κατευθύνει την ερωτική του ορμή, καθοδηγεί την πορεία, εξευγενίζει το ήθος και ημερώνει την πράξη του. Είναι η φαουστική Μαργαρίτα. Η αγάπη της συνενώνει τη γνώση και την πράξη στη μεγαλειώδη σύνθεση, που ανεβάζει τον άντρα προς τα πάνω. Ο επίλογος του Faust

Το αιώνια θηλυκό
μας τραβάει ψηλά.

φαίνεται να είναι και ο απόλογος της ερμηνευτικής αποτίμησης των ελεγειών του Duino.

Η αντίληψη ότι το έργο του πολιτισμού κατοπτρίζει τη δημιουργία του άντρα μόνο (ήρωες, νομοθέτες, φιλόσοφοι, ποιητές, ιδρυτές θρησκειών) παραβλέπει το γεγονός ότι στη δημιουργία αυτή η παρουσία της γυναίκας υπήρξε όρος εκ των sine qua non. Η παραγνώριση του ρόλου της γυναίκας στην ιστορία πρέπει να αποδωθεί στο δυσανάγνωστο χαρακτήρα της φυσικής της ιδιαιτερότητας, ο οποίος εξωτερικά φαίνεται να την αδικεί. Αλλ’ αν διέφυγε την κοινή προσοχή η δύναμη που εγκλείεται στη θηλυκή αδυναμία, η ενόραση των ποιητών συνέλαβε την αλήθεια και ομολόγησε την οφειλόμενη τιμή. Και τον ύμνο της γυναίκας εστήριξαν στη καθαρή διάκρισή της από τον άντρα. Στην αδυναμία της, που είναι οδηγητική και κυρίαρχη της ανδρικής δύναμης. Στη σύνεση και την ηρεμία της, που την κάνει θεοσεβή, αλλά και θεοφίλητη:

O pietosa colei che mi soccorse.

Το σύγχρονο κίνημα για την αποκατάσταση της γυναίκας (Feminismus) εκφράζει τη δίκαιη αντίδραση στην πολυαίωνη υποτίμησή της. Αλλά το αίτημα για την ισοτιμία των φύλων στηρίζεται στην εξωτερική όψη της δύναμης της γυναίκας και παραβλέπει την πηγή της. Η αρχαία πλάνη εμφανίζεται πάλι με όψη αντιστρεμμένη (το παρελθόν έβλεπε την αδυναμία και παρέβλεπε την δύναμη, το παρόν βλέπει τη δύναμη και παραβλέπει την αδυναμία της).

Ο φεμινισμός σήμερα κινδυνεύει να περιπέσει στη χονδροκόπο και άκριτη εξομοίωση των φύλων με την αγνόηση της φυσικής διαφοράς τους. Την συνάντησή τους φαντάζεται εύστοχη στην παράσταση μιας βιολογικής εγκατάμειξης (ανδροπρέπεια του θηλυκού ή θηλυπρέπεια του αρσενικού). Η μακάρια σύμπλεξη του αρχαίου γυμνού, που ηρεμεί ανάμεσα στον κοίλο Ερμή και στην κυρτή Αφροδίτη τείνει να καταστραφεί. Ο φεμινισμός αξιώνει και οι δύο θεοί να ευρίσκονται στην ίδια στάση (είτε του κοίλου, είτε του κυρτού).

Ο Rilke στις ελεγείες επανατοποθετεί το πρόβλημα της σχέσης των φύλων στο πρωτόπλαστο σχήμα της ισοζυγίας των δυνάμεων, ξεκινώντας απ’ όσα η φύση εδιόρισε και ανασύροντας την αρχαία εικόνα, την οποία επισκότισε η λήθη των αιώνων. Το ότι υπογραμμίζει την αδυναμία της γυναίκας, γεγονός που απορρίπτει του φεμινισμού η μυωπία, τον εξουσιοδοτεί να διακηρύξει την αριστεία της (primus inter pares), δικαίωμα που δεν θα είχε του φεμινισμού η τόλμη.

210006_178991742148794_4284223_o.jpgΈξυπνον Ενύπνιον: Οι ελεγείες του Duino του Rilke.

Απόσπασμα από τη διδακτορική μελέτη του Δημήτρη Λιαντίνη με θέμα την παρουσία του Ελληνικού πνεύματος στις ελεγείες του Ρίλκε.

Κύπρος, 1974: τυχοδιωκτισμός, απομόνωση και καταστροφή

Αποτέλεσμα εικόνας για τουρκικη εισβολη κυπροσ 1974

Κύπρος, ξυλογραφία του Τάσσου (Αλεβίζος Αναστάσιος)

Στα τέλη του 1954, από τις στήλες της «Καθημερινής», ο Γιώργος Θεοτοκάς, αναφερόμενος στην ανάγκη για μια λειτουργική πολιτική στο Κυπριακό που θα άνοιγε το δρόμο για τη μελλοντική Ένωση, επέσειε παράλληλα τον κίνδυνο οι άστοχοι και βιαστικοί χειρισμοί να αποκόψουν την Ελλάδα από τον δυτικό κόσμο. Θα έπρεπε, τόνιζε, «να καταβληθή κάθε προσπάθεια, ώστε να γίνη ο αγώνας μέσα στα όρια που επιβάλλει η επιτακτική ιστορική ανάγκη -δηλαδή η συμμαχία των εθνών του δυτικού κόσμου για την προάσπιση του πολιτισμού- και χωρίς να ζημιωθή το εθνικό μας κύρος». («Καθημερινή», 22.12.1954) Το άρθρο στοίχισε στον Θεοτοκά πολλές χυδαίες επιθέσεις για «προδοσία».

 

Ο Θεοτοκάς κατήγγειλε την προσπάθεια ορισμένων διανοουμένων να κλονίσουν τη θέση της Ελλάδας στη Δύση. Δεν το έκανε τυχαία. Είχε προηγηθεί η πραγματοποίηση του «πανεπιστημιακού» συλλαλητηρίου της 15ης Αυγούστου 1954, που είχε συγκαλέσει ο πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών, Απόστολος Δασκαλάκης, ο οποίος στη σχετική ομιλία του διατύπωσε για πρώτη φορά ένα από τα πιο επαίσχυντα επιχειρήματα του ελληνικού λαϊκισμού:

«Και αναγκαζόμεθα ακόμη να σας υπενθυμίσωμεν [στους Βρετανούς] ότι εις εποχήν κατά την οποίαν οι πρόγονοι των σημερινών Κυπρίων και των άλλων Ελλήνων ανήγειρον Παρθενώνας και διεκήρυσσον τα ιδεώδη των δημοκρατικών ελευθεριών με έναν Περικλέα και έδιδον τον αληθή προορισμόν του ανθρώπου με έναν Σωκράτην και εδόξαζον το ανθρώπινον πνεύμα με έναν Πλάτωνα και έναν Αριστοτέλην, εκείνοι οι οποίοι έζων εις την νήσον σας και τους οποίους αποκαλείτε προγόνους σας, είχον ως μόνην ασχολίαν να πηδούν από δένδρου εις δένδρον διά να εξοικονομήσουν την τροφήν των και από απόψεως πολιτικής και πνευματικής ωριμότητος δεν ήσαν εις καλλιτέραν κατάστασιν από τους Μάου-Μάου της Αφρικής, οι οποίοι σήμερον καταπολεμούν την κυριαρχίαν σας. […] Δεν θα παύσωμεν να χύνωμεν εις την ψυχήν της Ελληνικής νεότητος το δηλητήριον του αδιαλλάκτου μίσους εναντίον της [Βρετανίας]».

Το επόμενο διάστημα, ο Δασκαλάκης πέρασε δύσκολες ώρες στη Σύγκλητο, μέλη της οποίας -κυρίως οι καθηγητές της Νομικής Ξενοφών Ζολώτας και Μιχαήλ Δένδιας- κυριολεκτικά τον ταπείνωσαν, τόσο επειδή το συλλαλητήριο ήταν παράτυπο (είχε οργανωθεί χωρίς την άδεια της Συγκλήτου) όσο και για την εκφορά κηρυγμάτων μίσους. Αλλά οι εκκλήσεις για διεθνή απομόνωση δεν σταμάτησαν. Ορισμένα ενδεικτικά παραδείγματα: Τον Οκτώβριο του 1956 -ενώ τα σύννεφα του πολέμου μαζεύονταν λόγω της κρίσης στο Σουέζ- ο αρχηγός της ΕΟΚΑ, Γεώργιος Γρίβας, με προκήρυξή του ζητούσε την αποχώρηση της Ελλάδας από το ΝΑΤΟ. Ακόμη πιο εντυπωσιακό: η πρόταση Γρίβα υποστηρίχθηκε από τον Ιωάννη Πασαλίδη, πρόεδρο της ΕΔΑ, καθώς και από την εφημερίδα του κόμματος, την «Αυγή» (19-20.10.1956). Όταν, λίγες ημέρες αργότερα, εξαπολύθηκε η αγγλογαλλική επίθεση εναντίον της Αιγύπτου, η εφημερίδα «Εστία» ζήτησε και αυτή τη διάρρηξη των δεσμών με το ΝΑΤΟ και τους «ληστοσυμμορίτας του ιμπεριαλισμού» (31.10.1956), θέση που υποστηρίχθηκε την επομένη από ένα μόνο κόμμα, την ΕΔΑ. Ανάλογα παραδείγματα μπορούν να βρεθούν πολλά, τόσο από τη δεκαετία του 1950 όσο και από την κρίση του 1964, όταν μάλιστα -θα ήταν διασκεδαστικό, εάν δεν είχε γίνει, στο μεταξύ, τόσο επώδυνο- διατυπώθηκε και το αίτημα να ανοίξει «ο φάκελος του Κυπριακού», τον οποίο, προφανώς, κυνηγάμε ως κοινωνία επί μακρότερο χρόνο από όσο νομίζαμε, και πάντως πριν από την τουρκική εισβολή του 1974… Οπως τόνισε ο Θεόδωρος Κουλουμπής στη διδακτορική διατριβή του, δημοσιευμένη το 1966 από το Πανεπιστήμιο του Yale, το Κυπριακό είχε μια «αποσαθρωτική επίδραση» στις σχέσεις της Ελλάδας με το ΝΑΤΟ.

Στο σημείο αυτό πρέπει να αποφευχθεί μια παρανόηση που συχνά γίνεται από τους αναλυτές: δεν έφταιγε η Κύπρος για όλα τούτα. Επρόκειτο για σύγκρουση δύο βασικών αντιλήψεων: η μία ήθελε τη διατήρηση των δεσμών με τη Δύση (χωρίς τους οποίους, άλλωστε, δεν νοείτο ευνοϊκή λύση του Κυπριακού) και η άλλη προέκρινε μια συγκρουσιακή λογική απόλυτης εθνικής «αυτοτέλειας», δηλαδή απομόνωσης. Είναι γνωστό ότι η επιμονή των κυβερνήσεων Καραμανλή στη διεξαγωγή του κυπριακού αγώνα «στο πλαίσιο των συμμαχιών της χώρας» (δηλαδή αυτό ακριβώς που ζητούσε ο Θεοτοκάς το 1954) στοίχισε, και σε αυτές, όπως και στον Θεοτοκά, σκληρότατες κατηγορίες περί εθνικής προδοσίας, και μάλιστα και από πολιτικές δυνάμεις που κατά τα άλλα επικαλούνταν τον Θεοτοκά… Ωστόσο, το 1955-59 η ελληνική πλευρά κατόρθωνε σε γενικές γραμμές να εξασφαλίζει ένα βαθμό στήριξης από τους Αμερικανούς και τους Δυτικογερμανούς, ώστε να εξισορροπεί τις αγγλοτουρκικές πιέσεις.

Είναι, όμως, δύσκολο να περιγραφεί ο βαθμός της σύγχυσης που επικράτησε στην ελληνική πολιτική (ελλαδική και κυπριακή) μετά την κατάρρευση της «Ζυρίχης» το 1963-64. Τότε άρχισε να αναδύεται η ιδέα μιας «χειρουργικού» χαρακτήρα ελλαδικής στρατιωτικής επέμβασης στην Κύπρο, την οποία πρότεινε το ΓΕΕΘΑ στα τέλη του 1963. Έμπειρος πολιτικός, ο Γεώργιος Παπανδρέου απέρριψε τέτοιες ιδέες. Αντίθετα, προσπάθησε να εξασφαλίσει την αμερικανική υποστήριξη για την Ένωση, μέσω του σχεδίου Ατσεσον. Ωστόσο, και αυτό το εγχείρημα έπεσε στο κενό, καθώς ο ίδιος ο Γ. Παπανδρέου, που είχε ανεβάσει υπέρμετρα τις προσδοκίες της κοινής γνώμης, δεν μπόρεσε να επιβάλει παρόμοια λύση στον Μακάριο. Παράλληλα, αποδέχθηκε την εκ νέου μετάβαση του Γρίβα στην Κύπρο ως επικεφαλής των ελληνικών δυνάμεων (Ιούνιος 1964): λησμονείται πολύ συχνά ότι στο Κυπριακό η «μακαριακή» πολιτική δύναμη ήταν η κυβέρνηση Καραμανλή, ενώ το Κέντρο ήταν γριβικό, καθώς τον πρώην αρχηγό της ΕΟΚΑ και το Κέντρο ένωναν οι καταγγελίες εναντίον του Καραμανλή (και του Μακαρίου) για την «προδοσία της Ζυρίχης». Αλλά έτσι γινόταν η πολιτική στη δεκαετία του 1960: η σύγχυση και ο λαϊκισμός κυριάρχησαν στη λήψη των αποφάσεων και στον δημόσιο λόγο. Πάντως, έστω και εάν η πολιτική τους απέτυχε, οι κοινοβουλευτικές κυβερνήσεις του 1963-67 ποτέ δεν εξέτασαν το ενδεχόμενο μιας μονομερούς ενέργειας που θα οδηγούσε σε μια ελληνοτουρκική μονομαχία στην Κύπρο, χωρίς η Αθήνα να διαθέτει την αναγκαία διεθνή υποστήριξη.

Η δικτατορία και το Κυπριακό

Το πρόβλημα μεγιστοποιήθηκε μετά την 21η Απριλίου 1967. Η δικτατορία των συνταγματαρχών αντιμετώπιζε μια ευρύτερη διεθνή απομόνωση. Κατάφερε να εκμαιεύσει την ανοχή των Αμερικανών (που δεν ήθελαν να ανοίξουν νέα μέτωπα σε έναν Ψυχρό Πόλεμο που δεν πήγαινε καλά γι’ αυτούς, ειδικά την εποχή του Βιετνάμ), αλλά ποτέ δεν διέθετε υποστήριξη των διεθνών δρώντων στο Κυπριακό. Ωστόσο, οι δικτάτορες ήταν κατ’ εξοχήν υποστηρικτές των παράτολμων «χειρουργικών» κτυπημάτων. Αυτό δεν θα πρέπει να εκπλήσσει: ο τυχοδιωκτισμός ήταν μέρος της ιδεολογίας τους, που αποτελούσε τη συνισταμένη στοιχείων εθνικιστικών, μικροαστικών και λαϊκιστικών. Εξ άλλου, οι δικτάτορες ήταν ανώτεροι, όχι ανώτατοι αξιωματικοί, που καταλάβαιναν τις τακτικές ανάγκες ενός πραξικοπήματος, όχι όμως τις στρατηγικές προτεραιότητες για τη λήψη μιας απόφασης ειρήνης ή πολέμου. Αλλωστε, με τέτοια «χειρουργικά» κτυπήματα πήραν την εξουσία και οι δύο εκδοχές της δικτατορίας, το 1967 και το 1973.

Το κόστος της απομόνωσης και του τυχοδιωκτισμού έγινε σαφές από νωρίς, αλλά δεν ελήφθη υπ’ όψιν από τους δικτάτορες. Οπως αναφέρουν οι Β. Θεοδωρόπουλος, Ε. Λαγάκος και Μ. Αλεξανδράκης στο βιβλίο τους, τον Σεπτέμβριο του 1967 οι έμπειροι διπλωμάτες του υπουργείου Εξωτερικών κατέβαλαν μια απέλπιδα προσπάθεια για να πείσουν τους αδαείς συνταγματάρχες πως η σχεδιαζόμενη συνάντηση του Εβρου θα κατέληγε σε τουρκικό θρίαμβο: οι διπλωμάτες οργάνωσαν και μια αναπαράσταση του πιθανού διαλόγου, με τους ίδιους να παίζουν το ρόλο των Ελλήνων και των Τούρκων συνομιλητών, ώστε να τους δείξουν εμπράκτως πως, ό,τι και να έλεγε η ελληνική πλευρά, η τουρκική θα επικρατούσε. Δεν τους έπεισαν. Η αποτυχία της συνάντησης του Εβρου ακολουθήθηκε από την κρίση της Κοφίνου και την ταπεινωτική αποχώρηση της «Μεραρχίας», ακριβώς επειδή η ελληνική πλευρά βρέθηκε απόλυτα απομονωμένη διεθνώς και σε δυσχερή στρατιωτική θέση. Στα επόμενα χρόνια, οι δικτάτορες συνέχισαν τις ενέργειες εναντίον του Μακαρίου, από τις απόπειρες δολοφονίας του έως τις προσπάθειες ανατροπής του. Αντιμετώπισαν συχνά την αμερικανική αντίθεση και έκαναν πίσω.

Τον Νοέμβριο του 1973 τα πράγματα έγιναν ακόμη χειρότερα. Ο Δημήτριος Ιωαννίδης, ο σκληρότερος εκπρόσωπος της χούντας και υπέρμαχος της «ιδεολογικής» της καθαρότητας, ήταν κατ’ εξοχήν προσανατολισμένος στις ιδέες των τετελεσμένων (δηλαδή των πραξικοπημάτων) που αναλαμβάνονταν με θράσος και καταλάμβαναν εξαπίνης τους άλλους πρωταγωνιστές. Αυτό άλλωστε είχε κάνει ο ίδιος και το 1967 και το 1973, και είχε επιτύχει τους στόχους του. Υπολόγιζε ότι το ίδιο θα έκανε και το 1974. Δεν αντιλαμβανόταν ότι στις δύο πρώτες περιπτώσεις τα «χειρουργικά» του πλήγματα αφορούσαν ένα διακύβευμα -τον έλεγχο της Ελλάδας- για το οποίο οι «Άλλοι» δεν ενδιαφέρονταν ιδιαίτερα. Αλλά τώρα, για τον έλεγχο της Κύπρου, στον οποίο, όπως πίστευαν, βάσιζαν θεμελιώδη τους συμφέροντα, οι Τούρκοι θα αντιδρούσαν εμπράκτως. Έχοντας μόνο τη στενή -αν όχι και επαρχιώτικη- «εσωτερική» εμπειρία, ο Ιωαννίδης νόμιζε ότι και το διεθνές σύστημα θα λειτουργούσε έτσι… Με αυτήν τη βασική αντίληψη αποφάσισε το πραξικόπημα εναντίον του Μακαρίου, που εκτελέστηκε στις 15 Ιουλίου. Από εκεί και πέρα, τα πάντα κατέρρευσαν.

Καταστροφή το 1974

Οι αποφάσεις ειρήνης και πολέμου οφείλουν να σταθμίσουν μια σειρά παραμέτρων, όπως η επάρκεια των διαθέσιμων μέσων για την επίτευξη του σκοπούμενου στόχου, οι συσχετισμοί της ισχύος, η γεωγραφία, η δυνατότητα για εξασφάλιση διεθνούς υποστήριξης. Δεν θα αποτελέσει πρωτοτυπία του παρόντος άρθρου η επισήμανση ότι ο Ιωαννίδης παραβίασε κάθε κανόνα όχι απλώς της στρατηγικής, αλλά και της κοινής λογικής. Αντιμετωπίζοντας τις δυσμενείς οικονομικές επιπτώσεις του πρώτου πετρελαϊκού σοκ που υπονόμευε ακόμη περισσότερο τη δικτατορία, επέλεξε να ανεβάσει κατακόρυφα τους τόνους στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, με αφορμή τη διατύπωση τουρκικών διεκδικήσεων στην υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου. Επιζήτησε, δηλαδή, την εκτόνωση του εσωτερικού του προβλήματος σε μια εξωτερική κρίση. Αλλά οι προοπτικές ήταν δυσμενείς. Στις 19 Απριλίου 1974, στο δεύτερο υπόμνημά του προς τον «πρόεδρο της Δημοκρατίας» Φαίδωνα Γκιζίκη, ο πρώην υπουργός Εξωτερικών Ευάγγελος Αβέρωφ προειδοποιούσε ότι, σε περίπτωση πολέμου, λόγω πολλών παραγόντων συμπεριλαμβανομένης της αποκοπής του από τον λαό, «το Καθεστώς δεν δύναται, φοβούμαι, να κάμη επιστράτευσιν». Αν το γνώριζε τούτο ο Αβέρωφ -ιδιώτης τότε- σίγουρα το γνώριζε και η Τουρκία (και είναι πραγματικά τραγικό το ότι δεν το καταλάβαιναν οι ίδιοι οι δικτάτορες…). Η κατάρρευση της επιστράτευσης που κήρυξε το καθεστώς και η απόλυτη αδυναμία του να αντιδράσει στην τουρκική εισβολή ήταν το βασικό αίτιο της κατάρρευσής του. Η γεωγραφική απόσταση και η αδυναμία παρέμβασης των ελληνικών αεροπορικών δυνάμεων αποδείχθηκαν καθοριστικές στην κρίσιμη φάση της εδραίωσης του τουρκικού προγεφυρώματος, 20 και 21 Ιουλίου. Οι όποιες δυσκολίες (και οι πράγματι σημαντικές αποτυχίες) του πρώτου «Αττίλα» προήλθαν από τον αναμφισβήτητο ηρωισμό των Ελλήνων στρατιωτών και αξιωματικών, ηρωισμό που αποτελεί αναγκαία αλλά όχι επαρκή προϋπόθεση ενός νικηφόρου αγώνα.

Στο διεθνές πεδίο, η ανεπάρκεια της δικτατορίας Ιωαννίδη προκαλεί απόγνωση. Η δικτατορία γνώριζε ότι η αμερικανική κυβέρνηση δεν υποστήριζε μια πραξικοπηματική κίνηση εναντίον του Μακαρίου. Αυτή η αμερικανική στάση είχε διατυπωθεί σε πολλές περιστάσεις, από το 1967. Είναι αλήθεια ότι ο Χένρι Κίσινγκερ (σε αντίθεση με τις εισηγήσεις του State Department) απέτρεψε την επαναδιατύπωσή της στον ίδιο τον Ιωαννίδη λίγο πριν από το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου, και εκεί βρίσκεται ένα σημαντικό σημείο της δικής του ευθύνης. Ωστόσο, η αμερικανική στάση δεν ήταν άγνωστη στους δικτάτορες. Και εάν, αργότερα, ο Ιωαννίδης άφηνε να εννοηθεί ότι είχε μιλήσει με «κάποιους» Αμερικανούς (εδώ υπονοούνταν κάποιες σκιώδεις μορφές των μυστικών υπηρεσιών), απλώς επιβεβαίωνε ότι δεν καταλάβαινε πώς λειτουργεί ο πραγματικός κόσμος: η αμερικανική πολιτική δεν καθορίζεται από «πράκτορες», αλλά από την επίσημη κυβέρνηση της χώρας.

Ποτέ άλλοτε δεν έφτασε η Ελλάδα σε μια σύγκρουση τόσο απομονωμένη όσο το 1974. Παρά τη συνέχιση της συμμετοχής της στο ΝΑΤΟ, η Ελλάδα της δικτατορίας είχε υποστεί το «πάγωμα» της Συμφωνίας Σύνδεσης με την ΕΟΚ και είχε ταπεινωτικά εκδιωχθεί από το Συμβούλιο της Ευρώπης. Οι δίκες των αντιστασιακών είχαν κινητοποιήσει εναντίον της τη διεθνή και κυρίως τη δυτική κοινή γνώμη. Οι περισσότερες δυτικές κυβερνήσεις κατήγγελλαν τη δικτατορία και όσες την ανέχονταν το έκαναν με δυσφορία· δεν θα την υποστήριζαν στην ανατροπή ενός δημοκρατικά εκλεγμένου ηγέτη όπως ο Μακάριος. Είναι αλήθεια ότι, λόγω της δεύτερης τουρκικής εισβολής τον Αύγουστο, η διεθνής κοινή γνώμη τελικά κινήθηκε σε κατευθύνσεις φιλικότερες προς την ελληνική υπόθεση. Αλλά δεν πρέπει να λησμονούμε πως ο διεθνής Τύπος -ακόμη και ο πιο φιλελεύθερος- κατά τη διάρκεια του πρώτου «Αττίλα» είδε θετικά την τουρκική εισβολή, την οποία εξέλαβε (λανθασμένα, αλλά έτσι την εξέλαβε) ως την αντίδραση έναντι μιας στρατιωτικής επιβουλής από το τυραννικό καθεστώς της Αθήνας. Τόση ήταν η απομόνωση της ελληνικής δικτατορίας.

Cyprus 1974Η ήττα του 1974 προδιαγράφηκε με βάση αυτά τα στοιχεία: ανεπάρκεια των εθνικών μέσων, πλήρης αγνόηση των πραγματικών δεδομένων, πλήρης διεθνής απομόνωση. Σύντομα η Τουρκία έλεγξε την κατάσταση: είχε πατήσει το νησί· λόγω της κατάρρευσης της ελληνικής επιστράτευσης δεν υπήρχε ελληνικός στρατός ως αξιόμαχο σύνολο (παρά μόνο ορισμένες επίλεκτες μονάδες) ικανό να την αντιμετωπίσει και στην Κύπρο, και στο ανοχύρωτο Αιγαίο. Η Άγκυρα εκμεταλλεύθηκε το πλεονέκτημά της με τον πιο παράλογο τρόπο στα μέσα Αυγούστου, εξαπολύοντας τον δεύτερο «Αττίλα» – και εκεί η Δύση (σε κρίση λόγω της παραίτησης του Ρίτσαρντ Νίξον ακριβώς στις 9 Αυγούστου) έδειξε μια μη αποδεκτή και αναπάντεχη αβελτηρία. Αλλά ο αγώνας είχε κριθεί στις 20-21 Ιουλίου. Το 1974 αποτελεί ένα εφιαλτικό υπόδειγμα του πώς οι φαντασιώσεις, ο λαϊκισμός, ο απομονωτισμός, ο τυχοδιωκτισμός και η αγνόηση της κοινής λογικής μπορούν να οδηγήσουν ένα μικρό έθνος στην καταστροφή.

του Ευάνθη Χατζηβασιλείου, αναπληρωτή καθηγητή Ιστορίας του Μεταπολεμικού Κόσμου στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών

Πηγή

Zygmunt Bauman: Η εποχή μας είναι ξανά μια εποχή φόβων

Zygmunt BaumanΠαράξενη αλλά τόσο κοινή και οικεία σε όλους μας είναι η ανακούφιση που νιώθουμε, και η αιφνίδια συρροή ενέργειας και θάρρους, όταν μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα ανησυχίας, αγωνίας, σκοτεινών προαισθημάτων, ημερών γεμάτων φόβο και άγρυπτων νυχτών, αντιμετωπίζουμε τελικά τον πραγματικό κίνδυνο: μια απειλή την οποία μπορούμε να δούμε και να αγγίξουμε. Ή ίσως αυτή η εμπειρία να μην είναι τόσο παράξενη όσο φαίνεται αν, επιτέλους, μαθαίνουμε τι κρυβόταν πίσω από αυτό το ασαφές αλλά πείσμον αίσθημα κάποιου πράγματος φρικτού και προορισμένου να συμβεί, που συνέχιζε να δηλητηριάζει τις μέρες κατά τις οποίες θα έπρεπε να χαιρόμαστε, για κάποιο λόγο όμως δεν μπορούσαμε – και που έκανε τις νύχτες μας άγρυπνες … Τώρα που γνωρίζουμε από που έρχεται το πλήγμα, γνωρίζουμε επίσης, αν μη τι άλλο, τι μπορούμε να κάνουμε για να το αποκρούσουμε – ή τουλάχιστον έχουμε μάθει πόσο περιορισμένη είναι η ικανότητά μας να βγούμε αλώβητοι και τι είδους απώλεια, ή βλάβη, ή πόνο, πρέπει να περιμένουμε.

Όλοι έχουμε ακούσει ιστορίες για δειλούς που έγιναν ατρόμητοι μαχητές όταν αντιμετώπισαν κάποιον «πραγματικό κίνδυνο», όταν η καταστροφή που περίμεναν κάθε μέρα, αλλά μάταια είχαν προσπαθήσει να φανταστούν, επιτέλους ήρθε. Ο φόβος φτάνει στο αποκορύφωμά του όταν είναι διάχυτος, διάσπαρτος, ασαφής, όταν δεν συνδέεται με κάτι, όταν παραμένει αποσπασμένος από την πραγματικότητα και αιωρείται ελεύθερα, χωρίς σαφή αναφορά ή αιτία — όταν μας στοιχειώνει χωρίς ορατό ειρμό ή λόγο, όταν η απειλή που θα έπρεπε να φοβόμαστε μπορεί να αναφανεί φευγαλέα παντού, δεν μπορούμε όμως να την αντικρίσουμε πουθενά. «Φόβος» είναι το όνομα που δίνουμε στην αβεβαιότητά μας: στην άγνοιά μας για την απειλή και για ό,τι πρέπει να κάνουμε – ό,τι μπορούμε και ό,τι δεν μπορούμε να κάνουμε – προκειμένου να τη σταματήσουμε καθ’οδόν – ή να της αντισταθούμε, αν η αναχαίτισή της ξεπερνά τις δυνάμεις μας.

Η εμπειρία της ζωής στην Ευρώπη του 16ου αιώνα – στο χρόνο και στον τόπο όπου η μοντέρνα εποχή μας ήταν έτοιμη να γεννηθεί – συνοψίστηκε κοφτά, και θαυμάσια, από τον Lucien Febvre σε τέσσερις μόνο λέξεις: «Peur toujours, peur partout» («φόβος πάντα, φόβος παντού»). Ο Febvre συνέδεσε την πανταχού παρουσία του φόβου με το σκοτάδι, που άρχιζε έξω από την πόρτα της καλύβας και σκέπαζε τον κόσμο έξω από το φράκτη του αγροκτήματος. Στο σκοτάδι μπορούν να συμβούν τα πάντα, ουδείς όμως γνωρίζει τι ακριβώς θα συμβεί τελικά: το σκοτάδι δεν είναι η αιτία του φόβου, είναι όμως το φυσικό περιβάλλον της αβεβαιότητας – κι επομένως του φόβου.

Η νεωτερικότητα επρόκειτο να είναι το μεγάλο άλμα προς τα εμπρός: μακριά από το φόβο και προς έναν κόσμο απαλλαγμένο από την τυφλή και αδιαπέραστη μοίρα – αυτό το θερμοκήπιο φόβων. Όπως συλλογιζόταν ο Βίκτωρ Ουγκό, νοσταλγικά και με λυρική διάθεση εν προκειμένω: ωθημένη από την επιστήμη («ο θρόνος της πολιτικής θα μεταμορφωθεί σε θρόνο της επιστήμης»), θα έρθει μια εποχή που θα δώσει τέλος στις εκπλήξεις, τις συμφορές, τις καταστροφές – αλλά και τέλος στις διενέξεις, τις αυταπάτες, τους παρασιτισμούς… Με άλλα λόγια, μια εποχή που θα δώσει τέλος σέ όλα αυτά τα υλικά από τα οποία φτιάχνονται οι φόβοι.

Ό,τι έμελλε όμως να είναι μια οδός διαφυγής, αποδείχθηκε τουναντίον μια μακρά παράκαμψη. Πέντε αιώνες μετά, σε μας που βρισκόμαστε στο άλλο άκρο του πελώριου νεκροταφείου ρημαγμένων ελπίδων, η ετυμηγορία του Febvre ηχεί – ξανά – εντυπωσιακά ταιριαστή και επίκαιρη.  Η εποχή μας είναι, ξανά, μια εποχή φόβων.


Πηγή: Ζίγκμουντ Μπάουμαν, Ρευστός Φόβος, Εισαγωγή: Σχετικά με την καταγωγή, τη δυναμική και τις χρήσεις του φόβου, Μετ. Γιώργος Καραμπελας, Εκδόσεις Πολύτροπον 2077,