Πραγματικότητα: το ισχυρότερο εργαλείο

Ό,τι δεν κατάφερε ο Πλάτωνας με τις αντιδημοκρατικές του απόπειρες στις Συρακούσες, οι απολυταρχικοί φιλόσοφοι του 16ου και 17ου αιώνα, οι Γάλλοι θετικιστές με τις αντιλαϊκιστικές «θεωρίες του πλήθους» (crowd psychology) αλλά και ο μαρξισμός με τις εξαίσιες και απελευθερωτικές του συνταγές, φαίνεται ότι τελικά θα το καταφέρουν, σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο, μέσα στον 21οαιώνα, οι μετα-αλήθειες. Τα τελευταία χρόνια μας διδάσκουν καθημερινά ένα πικρό μάθημα: αφού φτάσαμε στο σημείο η ερμηνεία των γεγονότων να υπερβαίνει τα ίδια τα γεγονότα, η υπέρβαση του «μύθου της αντικειμενικότητας» έχει πλέον ολοκληρωθεί. Μόνο που όλη αυτή η απελευθέρωση από την αλήθεια, την αντικειμενικότητα και τον ρεαλισμό δεν είχε τα χειραφετητικά αποτελέσματα που προφήτευαν οι μεταδομιστές, μεταμοντέρνοι, μετα-θεμελιοκράτες, σχετικιστές, αντιαυταρχικοί της μπλουμσμπεριανής αριστεράς (και της προόδου), μαζί και οι φιλελευθεριακοί διανοούμενοι. Η υπόθεση ότι ο «πραγματικός κόσμος» θα γίνει «ένας ακόμη μύθος» δεν επαληθεύτηκε. Όχι μόνο δεν είδαμε απελευθέρωση από τα δεσμά του στιλ, από μια «καταπιεστική, μονολιθική και κλειστή πραγματικότητα», αλλά μπροστά στα μάτια μας ολόκληρος ο πραγματικός κόσμος καθίσταται αντικείμενο εκπόρνευσης από την ψηφιακή φρενίτιδα και την κατανάλωση χρόνου στα λεγόμενα «social media». Μέσα σε αυτούς τους εικονικούς και μή πραγματικούς χώρους ρευστοποιείται με στόχο να μπορεί να γίνει εκ’ νέου αντικείμενο προς πώληση (ξανά και τούμπαλιν). Επιπλέον, η ιδέα του «όλα είναι σχετικά» που εισήγαγε το ακαδημαϊκό ρεύμα του πολιτικού σχετικισμού δεν θα μπορούσε παρά να καταστεί και αυτή αντικείμενο εκμετάλλευσης από τον ψευτολαϊκισμό των μέσων ενημέρωσης σε ένα σύστημα που όποιος αναλάβει την εξουσία μπορεί να υποδύεται ότι θα καταφέρει να μας κάνει να πιστέψουμε οτιδήποτε και τίποτα την ίδια στιγμή. Παντού στις ειδήσεις, στα τηλεοπτικά προγράμματα και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης «δεν υπάρχουν πλέον γεγονότα, παρά μόνο ερμηνείες». Όλα λοιπόν είναι σχετικά, ανώνυμα, ανώδυνα και ρευστά, εκτός από ένα και μόνο γεγονός, το οποίο δεν δέχεται διαφορετικές ερμηνείες: ο ηγεμονικός λόγος, ο λόγος του ισχυρότερου και του πιο διάσημου που είναι πάντα ο καλύτερος και ο πιο σωστός.

Ενδεικτικά σημεία

Χαρακτηριστικό μιας εποχής που βυθίζεται μέσα στις ίδιες τις αντιφάσεις της είναι η ιλαροτραγωδία του φαινομένου Trump: θα έμοιαζε με υπεραπλούστευση να λέγαμε ότι έχουμε να κάνουμε -απλά και μόνο- με έναν «ανόητο και ξεμωραμένο νάρκισσο» που συνεχώς υπερηφανεύεται για το μεγάλο του κουμπί! Η ουσία του προβλήματος έχει βαθύτερες ρίζες, καθότι η τάση μας να αναπαράγουμε τον Τραμπικό ναρκισσισμό ενισχύει την λουμπενοποίηση του λόγου και της πράξεως. Παρότι ο Trump αποτελεί τρανή απόδειξη τούτης της λουμπενοποίησης με παιδιάστικες δηλώσεις να δίνουν και να παίρνουν, αν την ίδια στιγμή εστιάσουμε βαθύτερα στο πρόβλημα θα δούμε ότι ο ίδιος ο ρευστός ψηφιακός κόσμος από τη μια επιτρέπει τη διάχυση ενός τέτοιου λόγου, και από την άλλη η απομάκρυνση των προτύπων, των standards, των αξιών, των νορμών και του γενικού προσανατολισμού από τον συλλογικό και ατομικό βίο, επιτρέπει την ανάδυση μιας κουλτούρας που φετιχοποιεί την μετριότητα (και όχι τη λαϊκότητα, την ευγνωμοσύνη, την αλληλεγγύη και την ηθική ευπρέπεια). Τούτη η τάση να αναπαράγουμε τέτοια κακέκτυπα αγγίζει αυτό που αποκαλούμε συμπεριφορά (behaviour) που σε αντίθεση με την πράξη (action, κατά την Hannah Arendt) δεν προϋποθέτει σκέψη, παρά μίμηση. Από την άλλη βέβαια, θα πρέπει να είναι κανείς μια άμορφη μάζα βόειου κρέατος για να πιστέψει πως αυτή η ιστορία της υποψηφιότητας της Oprah Winfrey για το 2020, αποτελεί σοβαρό πολιτικό διακύβευμα και όχι μια από τις πολλές α-νοησίες που πρέπει να υιοθετήσουμε ώστε να αισθανθούμε πως επιβεβαιώνεται η οπτιμιστική μας ουτοπία, πως είμαστε με τη σωστή πλευρά και με το καλό που θα νικήσει στο τέλος. Επιβεβαιώνεται, με άλλα λόγια η α-νοησία που χαρακτηρίζει το άλλο στρατόπεδο, αυτό που μας καλεί να ενστερνιστούμε όχι έναν λαλίστατο τιμονιέρη με πορτοκαλί μαλλί, αλλά το ανεστραμμένο του είδωλο. Βεβαίως έχουμε γνώση της δυσκολίας αυτοπεριορισμού· κατανοούμε τη μας ροπή προς τον εγωισμό, όπως θα έλεγε και ο Reinhold Niebuhr. Όμως μόνο ως βιασμό της νοημοσύνης μας μπορούμε να εκλάβουμε το γεγονός ότι άνθρωποι που αναδείχθηκαν μέσα από έναν πολιτικό χώρο που δίδασκε συνεχώς ότι «η αλήθεια είναι σχετική», ξαφνικά προωθούν τον εαυτό τους ως «λάτρεις της αλήθειας» -του «μεγαλύτερου και ισχυρότερου εργαλείου μας» (κατά τα λεγόμενα της Oprah)- που άμεσο στόχο έχουν να προστατέψουν τον Αμερικανό πολίτη «από την πανούκλα των fake news του Trump»!

Αποτελεί ή όχι το γεγονός αυτό από μόνο του δείγμα κατάπτυστου ελιτισμού; Πραγματικά, ποιός επιζητεί την προστασία των Δημοκρατικών και των χίπστερ των Ανατολικών και Δυτικών παραλιακών πόλεων από τον Trump; Η επιτομή της πολιτικής υποκρισίας διαφαίνεται από το γεγονός ότι οι ίδιοι οι άνθρωποι που εκφράστηκαν με τόσο αρνητικό τρόπο για ένα εκλογικό κοινό (που ούτε καν στην πλειοψηφία του δεν επέλεξε τον Trump), βαφτίζοντας συλλήβδην τους μισούς Αμερικανούς ως «σεξιστές» και «οπισθοδρομικούς»» (μην ξεχνάμε, βέβαια, και την περίπτωση Michael Moore, βάσει του οποίου οι λευκοί δυτικοί άνδρες δεν αποτελούν τίποτα άλλο παρά ένα συνονθύλευμα ηλίθιων) την ίδια στιγμή επιθυμούν να γίνουν σωτήρες, να μετατραπούν σε αυτό που ο George Carlin έλεγε, «the white daddy who knows better»! Αν μη τι άλλο, η λογική του «παντοδύναμου σωτήρα» και του «ανίκανου λαού να σωθεί από μόνος του» μάλλον κάποια αποικιοκρατική νοοτροπία ξεθάβει! Ας το ξεχάσουμε όμως αυτό για την ώρα… Κατά την απονομή των Golden Globe, στην ομιλία της, η Oprah Winfrey μας είπε για το Όσκαρ του Sidney Poitier το 1964. Στη συνέχεια, αφιέρωσε αρκετά λόγια στην υπεράσπιση του λατρεμένου της Τύπου και την «ακόρεστη αφοσίωσή της στην ανακάλυψη της απόλυτης αλήθειας». Ιδού λοιπόν η θαρραλέα «αντίσταση» στον «ολοκληρωτικό Τραμπισμό», μεταφερόμενη αυτούσια μέσα από την κωμικότητα που διακατέχει μερικές βαρύγδουπες δηλώσεις, οι οποίες καταλήγουν σε γενικές και αόριστες καταγγελίες εναντίον της βίας των γυναικών (βεβαίως, όχι των γυναικών που ζουν στα γκέτο, στο flyover country και στις αποβιομηχανοποιημένες ζώνες αλλά στον «πρώτο κόσμο» της Αμερικής, στον κόσμο του star system, στις βιτρίνες της Νέας Υόρκης και τη Βοστώνης και στις παραλίες του Los Angeles). Ας πάει, βέβαια, στα κομμάτια η έλλειψη επαφής των Δημοκρατικών με τον απλό κόσμο που τόσο έντονα καυτηριάζει ο Thomas Frank και ας πούμε πως «όλα όσα μας είπε η Oprah είναι καλά και άγια». Συνιστούν, ωστόσο, όλα αυτά κάποια καίρια πολιτική πρόταση; Ενδεχομένως αργά ή γρήγορα κάποιος θα κάνει και τη σύγκριση μεταξύ Oprah Winfrey και Ronald Reagan. Γιατί όχι; Μήπως δεν υπήρξε ηθοποιός και ο Reagan πριν προβληθεί στο Αμερικανικό κοινό για την «κούρσα στην κορυφή», παριστάνοντας μάλιστα δύο φορές τον κυβερνήτη της California. Ασφαλώς για τις show business και τις ελίτ του Καλιφορνισμού, η Oprah είναι μια ιδιαίτερα έξυπνη γυναίκα· σίγουρα πολύ πιο έξυπνη από τον Reagan -ενδεχομένως και από τον Trump). Επομένως αν και όλοι γνωρίζουν ότι η Oprah Winfrey δεν κατέχει την πολιτική, αυτό δεν αποτελεί καν πρόβλημα, αφού ήδη για πολλούς αρκούν μερικές συνεδρίες με τον Joe Biden.

Η αιτία που μας ωθεί να ισχυριστούμε ότι η Oprah δεν είναι πρόσωπο που κατέχει την πολιτική, βασίζεται όχι στην αντίληψη ότι η πολιτική είναι συνώνυμη με τη ειδική γνώση, αλλά στο γεγονός ότι η συγκεκριμένη παρουσιάστρια δεν έχει, έστω και μια φορά, συμμετάσχει σε μια συνέλευση/συνεύρεση με ανθρώπους σε υποβαθμισμένες γειτονιές. Αν και θα μπορούσαμε να δεχτούμε ότι είναι άκρως επιδεκτική μαθήσεως, η αλήθεια είναι η ίδια εμπίπτει στην κατηγορία όλων αυτών των πολιτικών που δεν έχουν -και προφανώς δεν θέλουν να έχουν- επαφή με καμία κοινωνική ομάδα εκτός του αστραφτερού σύμπαντος των διασημοτήτων. Πέρα τούτου όμως, το πραγματικό δράμα βρίσκεται στην κυρίαρχη συλλογική τάση να συγχέονται οι επιθυμίες με την πραγματικότητα, να επεμβαίνει η βούληση -δηλαδή οι εγωιστικές παρορμήσεις- στην κρίση. Αναφερόμαστε, κυρίως, στις μόδες των επαναστάσεων, των «ιπποτών κοινωνικής δικαιοσύνης» και στις φιλοσοφικές φλυαρίες Oprah-ικού τύπου η οποία συνεχώς επικαλείται, και διεγείρει τεχνηέντως, συναισθήματα, μπας και κυλήσει και κανένα τηλεοπτικό δάκρυ. Αναφερόμαστε σε όλες αυτές τις τάσεις των όμορφων, των κουλ, των καλογυαλισμένων και πολιτικά ορθών διάσημων προσώπων του star system, της «πεφωτισμένης» και «πολιτισμένης μειοψηφίας» που μετατρέπεται, ανά τον κόσμο, σε παραδείγματα ιδιαίτερου και αξιέπαινου «πολιτικού» στιλ. Επιστρέφοντας στην πραγματικότητα ας θυμηθούμε πως σύσσωμο το Χόλιγουντ τάχθηκε στο πλευρό της Hillary Clinton (παρότι η υπόθεση Clinton Foundation διερευνάται από το FBI, γεγονός για το οποίο δεν θα δημοσιευτούν χιλιάδες άρθρα). Όμως παρά τη στήριξη αυτή η νίκη της Hillary Clinton ήταν τόσο ισχνή που μάλιστα δεν της επέτρεψε να βρεθεί στο τιμόνι της εξουσίας. Κάτι τέτοιο φανερώνει ότι ένα τεράστιο τμήμα της Αμερικανικής κοινωνίας (παρότι μή πλειοψηφικό) είχε μπουχτίσει με τα γυαλιστερά πολιτικά μοντέλα, φορτωμένα με ποικίλες ιδεολογικές λειτουργίες κοινωνικού ελέγχου, κεντρικού κοινωνικού σχεδιασμού (με την έγκριση και τη βούλα των «ειδικών») και διατήρησης ενός status quo που μιλά στον εαυτό του (echo chamber). Επιπλέον ας θυμηθούμε ότι κανείς δεν διερωτάται σήμερα για το σκάνδαλο στο οποίο επίσης βασίστηκε η Η. Clinton για την εκλογή της, δηλαδή εκείνο της βιομηχανίας της πληροφορικής: τους υπέροχους της Silicon Valley με άλλα λόγια.

Άλλωστε ενδεικτικό της πολιτικής παρακμής του (δεξιού και αριστερού) φιλελεύθερου χώρου είναι το γεγονός ότι βιβλία όπως το «Fire and Fury: inside the Trump White House» που εμπεριέχουν βουνά χυδαίων κουτσομπολιών, και ανούσιες ιστορίες τύπου reality show, αποτελούν πλέον τη μοναδική αντιπολίτευση σε μια ανίσχυρη κυβέρνηση. Με άλλα λόγια, το γεγονός και μόνο ότι ο αντιπολιτευτικός λόγος κατακλύζεται από ειδήσεις που θυμίζουν κιτρινισμένες φυλλάδες και όχι με βάσιμες αντιπροτάσεις, αποτελεί τεκμήριο της παρακμής του στρατοπέδου των αντι-Τραμπιστών, επισφραγίζοντας στην τελική τη νίκη του Trump. Διότι ένας τέτοιος κακής ποιότητας και ευτελής λόγος φανερώνει πλήρη ανικανότητα ανατροπής ενός ήδη αδύναμου αντιπάλου, μιας κυβέρνησης που δεν φαίνεται να είναι και τόσο ισχυρή (τουλάχιστον όχι όσο η ίδια υπαινίσσεται). Υποδεικνύει, βέβαια, πως τούτος ο αντίπαλος έχει ήδη κερδίσει κατά κράτος, διότι επεδίωξε να πετύχει αυτό που εξ’ αρχής (άμεσα ή έμμεσα) στόχευε: να υποβιβάσει τον λόγο σε ένα μέσο ανίκανο να παράξει πολιτικό έργο, όπως είχε ειπωθεί και παλαιότερα. Βέβαια κάτι τέτοιο δεν επιτυγχάνεται μονάχα με δηλώσεις τσογλανίστικου χαρακτήρα, πως η Αϊτή και συγκεκριμένα κράτη της Αφρικής είναι «χώρες υπόνομοι». Το γεγονός ότι παρόμοια σχόλια είχαν γίνει εξίσου και από φιλελεύθερους πολιτικούς -όπως για παράδειγμα, ότι οι χώρες του νότου ξόδεψαν όλα τους τα οικονομικά αποθέματα σε ποτά και γυναίκες (όπως είχε ισχυριστεί και μια αδελφή ψυχή)– οδηγεί ακριβώς στο ίδιο αποτέλεσμα. Πολύ περισσότερο συμβάλλουν οι δηλώσεις, όπως αυτές του πρώην πρωθυπουργού της Βρετανίας, Tony Blair, περί μετάνοιας για τη συμμετοχή του στον Πόλεμο στο Ιράκ, δηλώσεις που αφήνουν να εννοηθεί πως το παιχνίδι έχει εκφυλιστεί και δεν υπάρχει πλέον κανένα κίνητρο να ασχοληθεί κανείς με την πολιτική όντας βουτηγμένη στο βούρκο της υποκρισίας (πέρα από το προσωπικό όφελος).

Στον κόσμο της μετα-αλήθειας και της υποκρισίας η πολιτική ουσία του Γιατί συμβαίνει κάτι δεν έχει πλέον καμία σημασία. Αυτό που έχει σημασία είναι οι μανίες καταδίωξης του Προέδρου που δεν θέλει κανέναν να αγγίζει την οδοντόβουρτσά του γιατί φοβάται ότι θα τον δηλητηριάσουν (και για αυτό πηγαίνει συχνά στα McDonald’s). Το πολιτικό ενδιαφέρον του μέσου Αμερικανού εστιάζεται στο ότι η Πρώτη Κυρία, κοιμάται σε ξεχωριστά κρεβάτια, ενώ ο Πρόεδρος αρέσκεται να πηγαίνει με τις γυναίκες των φίλων της, ή να ακριβοπληρώνει πορνοστάρ. Η διάγνωση ολοκληρώθηκε: πρόκειται για έναν νάρκισσο και μανιακό, για έναν άνθρωπο που θα κάνει οτιδήποτε προκειμένου να τραβήξει τα φώτα της δημοσιότητας (και όπως φαίνεται το πετυχαίνει δίχως ιδιαίτερο κόπο έχοντας βρει το κατάλληλο έδαφος, την φιλελεύθερη υστερία περί «επερχόμενου ολοκληρωτισμού»).

Θεωρητικοί συλλογισμοί

«Ο Diego Marconi χαρακτήρισε την αντιπαράθεση ανάμεσα στους ρεαλιστές και τους αντιρεαλιστές ως μια σύγκρουση ανάμεσα σε δύο διαισθήσεις. Η πρώτη, η ρεαλιστική, πιστεύει ότι υπάρχουν πράγματα (για παράδειγμα βουνά με ύψος πάνω από 4000 μέτρα στη Σελήνη) που δεν εξαρτώνται από τα εννοιολογικά μας συστήματα. Η δεύτερη (την οποία ο Marconi ονομάζει «ερμηνευτική» ή «καντιανή») θεωρεί ότι το γεγονός των βουνών στη Σελήνη, με ύψος 4000 μέτρα, δεν είναι ανεξάρτητο από τα εννοιολογικά μας συστήματα ή απλά από τις λέξεις που χρησιμοποιούμε (θα μπορούσαμε να πούμε ότι υπάρχουν βουνά στο φεγγάρι αν δεν είχαμε τις έννοιες ή τις λέξεις «βουνό», «φεγγάρι», κλπ.;). Η δεύτερη αυτή διαίσθηση μπορεί να ονομαστεί και «εποικοδομητική» ή «κονστρουκτιβιστική», δεδομένου ότι θέλει μεγαλύτερα ή μικρότερα τμήματα της πραγματικότητας να είναι κατασκευασμένα από τα εννοιολογικά σχήματα και από τα συστήματα αντίληψής μας» (Maurizio Ferraris – Manifesto del Νuovo Realismo)

Ας φανταστούμε τώρα έναν τρελό επιστήμονα που τοποθετεί πολυάριθμους εγκεφάλους σε μια δεξαμενή με τα απαραίτητα ζωτικά στοιχεία και τους τροφοδοτεί τεχνητά. Ας φανταστούμε επίσης ότι μέσω της ηλεκτρικής διέγερσης, οι εγκέφαλοι αυτοί έχουν την εντύπωση ότι ζουν σε έναν πραγματικό κόσμο, αλλά στην πραγματικότητα αυτό που βιώνουν είναι η συνέπεια απλών ηλεκτρικών διεγέρσεων. Μέσα από αυτά τα ερεθίσματα απεικονίζονται καταστάσεις που απαιτούν και τις αντίστοιχες ηθικές θέσεις: υπάρχουν εκείνοι οι εγκέφαλοι που κατασκοπεύουν και αυτοί που αγωνίζονται για την ελευθερία, εκείνοι που διαπράττουν υπεξαιρέσεις και άλλοι καλοκάγαθες πράξεις. Μπορούμε να πούμε ότι υπό αυτές τις συνθήκες υπάρχουν και ηθικές πράξεις; Ή μήπως υπάρχει κάποια πολιτική δραστηριότητα; Ασφαλώς και όχι. Στην καλύτερη περίπτωση πρόκειται για παραστάσεις με ένα ηθικό και πολιτικό περιεχόμενο, οι οποίες όμως δεν λαμβάνουν χώρα στον εξωτερικό κόσμο. Η θέση ενισχύεται ακόμη περισσότερο εάν εξετάσουμε το ενδεχόμενο να τροποποιηθούν αυτές οι πράξεις κατά βούληση, για παράδειγμα μέσω κάποιου διαφορετικού τύπου διέγερσης. Αυτό το υποθετικό πείραμα δείχνει ότι η σκέψη από μόνη της δεν αρκεί για να υπάρξει ηθική πράξη και πολιτική δραστηριότητα. Επίσης η οντολογία μας λέει ότι υπάρχει ένας κόσμος στον οποίο οι πράξεις μας είναι πραγματικές και όχι μόνο όνειρα ή φαντασία. Σε ποιον κόσμο βασίζεται λοιπόν μια μελλοντική εκλογή της Oprah Winfrey στον Λευκό Οίκο, μήπως εκεί όπου ο Σάκης Ρουβάς διεκδικεί κάποια αυριανή το Μέγαρο Μαξίμου;

Και για να δώσουμε ένα παράδειγμα φιλοσοφικο-πολιτικής χροιάς, υπενθυμίζουμε ότι δεν έχει νόημα να αναφερόμαστε στην ενδέκατη θέση του Marx για τον Feuerbach, πως «οι φιλόσοφοι έχουν απλώς ερμηνεύσει τον κόσμο µε διάφορους τρόπους· το ζήτημα είναι να τον αλλάξουµε». Όταν, όμως, ξεχνάμε σχεδόν πάντα να αναφέρουμε προηγουμένως την πρώτη: «Ο Feuerbach θέλει αισθητηριακά αντικείμενα – που διαφέρουν πραγματικά από τα νοητά αντικείμενα: αλλά δεν συλλαμβάνει την ίδια την ανθρώπινη δραστηριότητα ως αντικειμενική δραστηριότητα».

Όπως προτείνει ο Maurizio Ferraris: ο συστατικός νόμος των κοινωνικών αντικειμένων είναι Object = Registered Act. Αυτό σημαίνει ότι ένα κοινωνικό αντικείμενο είναι το αποτέλεσμα μιας κοινωνικής πράξης (όπως η συμμετοχή τουλάχιστον δύο ανθρώπων ή μιας εξουσιοδοτημένης μηχανής και ενός ατόμου) που χαρακτηρίζεται από την καταγραφή, σε ένα κομμάτι χαρτί, σε ένα αρχείο υπολογιστή ή ακόμη και στο μυαλό των ατόμων που συμμετέχουν στην πράξη αυτή. Επομένως το να παραδεχτούμε έναν ήπιο «κονστρουκτιβισμό» και, υπό προϋποθέσεις, ορισμένες κοινωνικές κατασκευές, που όμως δεν καθορίζουν και δεν επηρεάζουν την ρεαλιστική μας διαίσθηση, δεν σημαίνει πλήρη παράδοση στην άυλη φύση των πάντων και αποδοχή της θέσης του Ντεριντά ότι «δεν υπάρχει τίποτα έξω από το κείμενο». Πώς μπορούμε να αποκλείσουμε το γεγονός ότι και μή κοινωνικές τάσεις που μας επηρεάζουν και μας διαμορφώνουν (όπως, για παράδειγμα, η οντότητα που αποκαλούμε ψυχή, την οποία καμία κοινωνία δεν μπορεί να δαμάσει πλήρως), και αξίες αναλλοίωτες που κάθε ανθρώπινη κοινότητα αναπαράγει (παρά τη μικρή διαφοροποίησή τους), όπως η ομορφιά και η αλήθεια, έννοιες που με βάση τη Simone Weil συνδέονται μεταξύ τους κάτω από μία κοινή αρχή. Οποιαδήποτε απόρριψη αυτών των σημασιών όχι μόνο αποτελεί πολιτική στρουθοκαμήλου, εφηβική αφέλεια και ένδειξη ανωριμότητας, αλλά μας καθιστά ευάλωτους στις ερμηνείες του κόσμου από τη θέση των fashionable nonsenses. Και τέλος πάντων είναι κατά πολύ προτιμότερο το ενδεχόμενο να εξαπατήσουν την κρίση μας οι αισθήσεις και η βούληση, παρά οι παραισθήσεις -οι δικές μας ή ακόμη χειρότερα κάποιων άλλων.

Γνωστική απομόνωση και κανονικότητα

Στην εποχή της μετα-αλήθειας αποδεικνύεται τεράστια η σημασία του παραδείγματος των δεινοσαύρων: αυτοί υπήρξαν πριν από εκατομμύρια χρόνια, μετά εξαφανίστηκαν και σήμερα τα απολιθώματά τους παραμένουν. Απόδειξη του γεγονότος ότι μπορεί να υπάρχουν ολόκληρα είδη οργανωμένης ζωής που αναπτύσσονται σε μια μορφή εντελώς ανεξάρτητη από τη γλώσσα και τα εννοιολογικά μας σχήματα. Αντίθετα η εποχή μας, προκειμένου να θεωρηθούμε πολιτικά ορθοί και για να μην χαρακτηριστούμε φανατικοί απολογητές του Trump (sic), μας καλεί να «κανονικοποιηθούμε» (να γίνουμε normies), μετασχηματίζοντας το λόγο μας σε μια μαζικά αποδεκτή «ειρωνική και ουτοπική θεωρητικολογία» που θα αναστέλλει (σε ένα άγνωστο μέλλον) κάθε επιτακτικότητα για επιβεβαίωση και που θα αναγνωρίζει στα γεγονότα και στους κανόνες ένα ακόμη κακό. Το μόνο καλό είναι οι αγελαίες συμπεριφορές και οι ομαδικές κραυγές εδώ και τώρα: η πραγματικότητα είναι «ντεμοντέ και παλιακιά» -όπως και το ασορτί. Ο Roland Gérard Barthes αντιπροσώπευσε πολύ καλά το Zeitgeist όταν -αστειευόμενος, αλλά όχι και τόσο- είπε ότι «η γλώσσα είναι φασιστική γιατί έχει σημασιολογία, σύνταξη και γραμματική». Φτάσαμε να επιλέγουμε, να διαβάζουμε και να πιστεύουμε μια σειρά πληροφοριών οι οποίες έχουν ήδη προσαρμοστεί στα γούστα μας, έτσι ώστε η ατομική επιλογή καταλήγει να είναι απλώς μια ψευδαίσθηση. Όλο και περισσότερο τείνουμε να διαβάζουμε τις απόψεις και τα άρθρα που απλά επιβεβαιώνουν τις απόψεις μας. Η ψηφιακή κοινωνία της πληροφορίας τελικά μας οδηγεί σε μια «γνωστική απομόνωση». Μας αφήνει να ζούμε με την ψευδαίσθηση ότι ολόκληρος ο κόσμος βρίσκεται στην διάθεση του υπολογιστή μας, ενώ στην πραγματικότητα ποτέ δεν απομακρυνόμαστε από το προφίλ μας.

Καταλήγοντας, όπως είπαμε, αν o Trump είναι αυτό που είναι, δεν είναι υποχρεωτικό να γίνουμε και εμείς σαν αυτόν, μόνο και μόνο για να συμμετέχουμε στη συλλογική χαρά του κοσμοπολίτικου πανηγυριού που μας θέλει να επικρίνουμε αβλεπί όπως κάνουν -με επιλεκτική σκληρότητα- τα διάφορα ανώνυμα τρολς του διαδικτύου. Ακριβώς όπως δεν είναι υποχρεωτικό να επινοήσουμε κάποια ανύπαρκτα όπλα μαζικής καταστροφής, ώστε να διαπιστώσουμε ότι ο Saddam Hussein ήταν ένας άσχημος και φιλοπόλεμος άνθρωπος. Απ’ την αρχή του κόσμου, εκτός απ’ το δρεπάνι του χάρου, υπάρχουν και τα γεγονότα: το πιο επαναστατικό πράγμα σήμερα, σε πείσμα των καιρών, είναι να καταφέρνουμε να εστιάζουμε σε αυτά και στην πραγματικότητα, διακρίνοντας τα γούστα, τις φαντασιώσεις και τις ερμηνείες ανύπαρκτων κόσμων.

Συνδιαμόρφωση κειμένου: Γιώργος Κουτσαντώνης και Μιχάλης Θεοδοσιάδης 

πηγή

Δημόσια σφαίρα και αδιέξοδα

Δημόσια σφαίρα

του Γιώργου Κουτσαντώνη

Μόνη θετική όψη της κρίσης αποτελεί το γεγονός ότι αυτή που ζούμε είναι, στην ουσία, μια εποχή μετάβασης. Μοιάζει σιγά σιγά ένα κόσμος να πεθαίνει κι ένας καινούργιος να γεννιέται μέσα σε κλυδωνισμούς, αίματα, δάκρυα και πόνους. Μαζί με την Ελλάδα, η Ευρώπη αλλά και ολόκληρη η ανθρωπότητα βρίσκεται σε μια τεράστια αναστάτωση. Ό,τι παλαιότερα φάνταζε σταθερό, αδιαμφισβήτητο, καθιερωμένο, φθείρεται, καταρρέει (αργά ή απότομα) και τη θέση του παίρνουν νέα σχήματα, άλλες ρυθμίσεις ίσως ακόμα αβέβαιες, ρευστές και αδοκίμαστες, ωστόσο νέες και ελπιδοφόρες.

Κάποιοι βλέπουν ή και δημιουργούν (όταν έχουν την ισχύ να το κάνουν) μόνο αδιέξοδα και φαντάζονται τη μελλοντική «σωτηρία» των κοινωνιών στη σφυρηλάτηση μιας αλυσίδας (με την μορφή ενός τεράστιου τοίχους ή ακόμη ενός γιγαντιαίου ομογενοποιητικού μίξερ ανθρώπινων συνειδήσεων και ψυχών) που κατά κάποιο τρόπο θα «δέσει σφιχτά» την ανθρωπότητα. Τους κρίκους αυτής της αλυσίδας θα αποτελούν ασφαλώς «ισχυροί άνδρες», ηγέτες κατ’ επίφαση δημοκρατικών καθεστώτων (που στην ουσία θα είναι ολιγαρχικά και ολοκληρωτικά), φύλακες του θεού, του νόμου και της τάξης. Και το λουκέτο αυτής της αλυσίδας θα αποτελεί μια υπερδύναμη-ηγεμόνας (ή μια συμμαχία δυνάμεων) ως κεφαλή και στρατηγείο μιας παγκόσμιας αστυνόμευσης, παραπληροφόρησης και πολιτισμικής ένδειας που θα προσφέρει κι άλλο χρόνο στους ολίγους να συνεχίσουν – με τις μειοψηφίες που τους στηρίζουν πιστά – το παράλογο παγκόσμιο όργιο σπατάλης, εκμετάλλευσης, πλανητικής καταστροφής, απληστίας, παρακμής, υποκρισίας και απανθρωπιάς.

Είναι αλήθεια ότι στην Ελλάδα αλλά και αλλού η γενικευμένη αίσθηση μειονεξίας, οικονομικής εξαθλίωσης αλλά και εξουθένωσης που νοιώθουν όλο και περισσότεροι άνθρωποι από τις επαχθείς συνθήκες που έχουν επιφέρει οι οικονομικές συμφωνίες και τα δάνεια-χρέη κρύβει μια επικίνδυνη συνύπαρξη παθητικότητας αλλά και επιθετικότητας που σε συνδυασμό με μια αδυναμία εντοπισμού θετικών στοιχείων (και επομένως οράματος) δημιουργεί ένα εκρηκτικό μείγμα. Κατάσταση ιδιαίτερα επικίνδυνη γιατί θα μπορούσε να μετατραπεί σε έπαρση και εχθρότητα οδηγώντας σε μια αίσθηση «ανωτερότητας» που θα διογκώσει περαιτέρω την κοινωνική διάλυση. Αυτός είναι στην ουσία και ο μηχανισμός επιτυχίας κάθε είδους φασισμού… η εργαλειοποίηση δηλαδή των ανθρώπων μέσα από την μετατροπή της αίσθησης κατωτερότητας σε μια αίσθηση υποτιθέμενης «ανωτερότητας». Η τεχνητή, αρχικά, δηλαδή δημιουργία της αίσθησης αδιεξόδου και η καθοδήγηση των ανθρώπων, στη συνέχεια, προς την απάνθρωπη φασιστική «διέξοδο». Σε αυτό, σε ευρωπαϊκό και όχι μόνο επίπεδο, συμβάλει καθοριστικά το γεγονός ότι η εξουσία έχει μεταβιβαστεί σε μια μικρή ομάδα ξιπασμένων τεχνοκρατών-λογιστών που φαίνεται να μην γνωρίζουν τίποτα για την ιστορία της Ευρώπης και της αβύσσου όπου έχει συχνά βυθιστεί από τα τραγικά σφάλματα του πρόσφατου παρελθόντος. Όμως, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι τα αδιέξοδα αφορούν μόνο ό,τι έχει ιστορικά ξοφλήσει και επομένως ξεπερνιέται από την ίδια την αναπόδραστη πορεία των πραγμάτων. Προσωπικά πιστεύω ότι η ανθρωπότητα δεν έχει ξοφλήσει, ούτε θα επιτρέψει να αφανιστεί από τους ολίγους, ούτε να επιστρέψει στην άβυσσο της εξαθλίωσης, της φτωχοποίησης, του φασισμού και του ολοκληρωτισμού.

Σε αντίθεση με τους πρώτους (που βλέπουν μόνο αδιέξοδα) όσοι έχουν καταλάβει κάτι από την ιστορία γνωρίζουν ότι κάθε εποχή μεγάλης μετάβασης παίρνει τη μορφή μιας βαθύτατης κρίσης που τελικά δεν αφήνει τίποτα και καμία έκφραση της ζωής άθικτη. Όσοι από εμάς συνεχίζουν να πιστεύουν στον άνθρωπο, στις αξίες που δημιούργησε και τις δυνατότητές του, όσοι συνεχίζουν να οραματίζονται μια καλύτερη κοινωνία – μια ευτοπία που θα αφορά και θα ορίζεται από τους πολλούς – έχουν ταυτόχρονα και παράδοξα μέσα τους μια διττή αίσθηση. Αυτή της ατυχίας (να βρίσκονται μέσα στο χάος) αλλά και του προνομίου (να οραματίζονται ένα άλλο αύριο). Έχουν επίσης την βεβαιότητα ότι όσος πόνος, όση αδικία και όσο αίμα κι αν χύθηκε σε κάθε εποχή μεγάλης μετάβασης, η ανθρωπότητα απέναντι σε κάθε τυραννία (σε όλες τις εκφράσεις και εκφάνσεις της) όλο και κάτι παραπάνω κέρδισε, βήμα το βήμα (κάποιες φορές ίσως με μερικά βήματα προς τα πίσω) αλλά συνολικά κέρδισε. Κάτι περισσότερο κέρδισε και κάτι περισσότερο έμαθε. Πίσω από αυτή την ιστορική πραγματικότητα βρίσκεται ο αγώνας χιλιάδων αφανών ανθρώπων από τα μικρά και καθημερινά – στα μεγάλα και σπουδαία που κάνουν την ζωή πιο άξια να τη ζει κανείς και τις κοινωνίες πιο ανθρώπινες. Ανθρώπων που δεν σκέφτηκαν, δεν πρόλαβαν ή δεν θέλησαν ποτέ να δοξαστούν ούτε ως πρωτοπόροι ούτε ως επιφανείς.

Στην Ελλάδα, όσο τα χρόνια περνούν, η κρίση εμφανίζεται με πολλές ιδιοτυπίες που οφείλονται κυρίως στο γεγονός ότι η ελληνική έγινε κατά βάση μια μετα-βιομηχανική καταναλωτική κοινωνία, πριν περάσει από το πολύχρονο στάδιο της βιομηχανικής ανάπτυξης. Ακριβώς για τον παραπάνω λόγο (και σε συνδυασμό με το ότι η ελληνική κοινωνία ήταν απούσα στις μεγάλες ζυμώσεις τις αναγέννησης και του διαφωτισμού) ο μεγαλύτερος κίνδυνος  – μαζί με αυτόν της φασιστικής παραπλάνησης – είναι αυτός μιας παράλληλης πολιτισμικής καθίζησης, δηλαδή μιας παρακμής που δεν θα είναι μόνον οικονομική, θα είναι συνολική. Αυτό γιατί το βαθύτερο νόημα της εποχής μπορεί να μην γίνει ευρέως και μαζικά αντιληπτό, πράγμα που θα έχει ως αποτέλεσμα να μην αναπτυχθούν οι αναγκαίες δυνάμεις ώστε να ξεπεραστεί συνολικά – ολιστικά η κρίση. Θεωρώ ότι το βαθύτερο νόημα αυτής της εποχής (σε επίπεδο ελληνικής ιδιαιτερότητας), είναι ότι ενώ παραμένουμε σε βαθύτατα απαρχαιωμένες οργανωτικές, διοικητικές, οικονομικές και ασφαλώς πολιτικές δομές έχουμε αναπτύξει (και κάποιοι θέλουν πάση θυσία να διατηρήσουν) έναν υπερμοντέρνο καταναλωτικό τρόπο ζωής που συνδυάζεται με ένα σαθρό και χρεοκοπημένο πολιτικό σύστημα. Έναν τρόπο ζωής που λειτουργεί απομονωτικά και απαγορευτικά σε κάθε προσπάθεια ανοίγματος, δημιουργίας και μετάλλαξης της ελληνικής κοινωνίας. Που οξύνει τις ταξικές ανισότητες και συμπιέζει συνεχώς τους πιο αδύναμους.

Και λειτουργεί με αυτόν τον τρόπο γιατί στην νεοελληνική πραγματικότητα (με εξαίρεση κάποιες μικρές αλλά φωτεινές εξαιρέσεις), απουσιάζει μια ουσιαστική δημόσια σφαίρα διαλόγου, προβληματισμού, λήψης αποφάσεων και τελικά δράσεων και συλλογικών ενεργειών. Μια δημόσια σφαίρα ανοιχτή που θα εκθέτει τα «σωστά» και τα «λάθη», θα δημιουργεί αυθεντική κοινή γνώμη και άποψη… που θα ανοίξει το δρόμο προς τη δημοκρατία. Είμαστε διαχρονικά έρμαια της κατεστημένης πνευματικής ηγεσίας (Πανεπιστήμια, Εκκλησία, Μέση και Κατώτερη εκπαίδευση, Επιστημονικά σωματεία, ΜΜΕ κλπ.). Μιας ηγεσίας η οποία ελέγχεται κεντρικά με περισσή φροντίδα σε τέτοιο τρόπο ώστε η «επίσημη άποψη» να παρεμποδίζει την όποια διαμόρφωση «ανορθόδοξων» εκφράσεων της κοινής γνώμης (ακόμη και όταν αυτές είναι απολύτως λογικές) από οποιονδήποτε άλλο φορέα (μεμονωμένων πολιτών και/ή ομάδων πολιτών). Πολλές αυτονόητες «αλήθειες μας» δυστυχώς πολύ συχνά δεν είναι παρά συστηματικά καλλιεργημένες αυταπάτες, που κληρονομούνται άκριτα από γενιά σε γενιά χωρίς διακοπή, χωρίς αμφισβήτηση και επομένως χωρίς αναθεώρηση. Αυτό είναι ένα ζήτημα που – σε συνδυασμό με την επιρροή πολλών «διανοούμενων» (που ξεπέφτουν τάχα όταν ασχολούνται με τα «μικρά και καθημερινά» διότι είναι αποστασιοποιημένοι-θεωρητικοί άρχοντες των «μεγάλων και τρανών») – είναι ένα ζήτημα που συνιστά ένα πολύ σημαντικό εμπόδιο/παράγοντα αποπροσανατολισμού στην πορεία προς τη δημιουργία μιας δημόσιας σφαίρας. Στην Ελλάδα, ακόμη και σήμερα, παραμένουμε χωρίς ταυτότητα αναγκασμένοι να ζούμε με το ένα πόδι στην ανατολή και το άλλο στη δύση, ακριβώς γιατί δεν έχουμε ανοίξει αυτόν τον δημόσιο διάλογο. Όμως ο διάλογος και η ανάγκη για λήψη αποφάσεων από τους ανθρώπους που τα προβλήματα τους αφορούν (τους πολλούς και όχι τους επαγγελματίες πολιτικούς που στην συντριπτική τους πλειοψηφία έχουν προβλήματα άσχετα με την κοινωνία) οδήγησε τους αρχαίους Έλληνες στην επινόηση της έννοιας του πολίτη και επομένως της δημοκρατίας. Χρόνια τώρα καταναλώνεται τόση προσπάθεια, τόση ενέργεια και τόσα αξιακά αποθέματα ώστε να γίνουμε πιστοί ψηφοφόροι και ελάχιστα ξοδεύονται ώστε να γίνουμε ικανοί πολίτες.

Η δημοκρατία είναι το μοναδικό πολίτευμα που έχει ως προϋπόθεση τη συμμετοχή όλων των ανθρώπων, απαιτεί την άμεση συμμετοχή τους, οφείλεται στη συμμετοχή τους, λειτουργεί και διατηρείται χάρις στη συμμετοχή τους και έχει ως σκοπό, μεταξύ άλλων, την πραγματική συμμετοχή των ανθρώπων.

Παράλληλα, ειδικά σήμερα, η σύνδεση και η ταύτιση – που κάνουν πολλοί – της δημοκρατίας με την αριστερά και την λεγόμενη αριστεροσύνη είναι παραπλανητική και αποτελεί μια προσπάθεια ιδεολογικοποίησης της δημοκρατίας που όχι μόνο δεν προάγει τον εκδημοκρατισμό αλλά θολώνει και το τοπίο των κινημάτων-ρευμάτων και των ανθρώπων που επιζητούν αυτή τη ανοιχτή δημόσια σφαίρα. Σε ό,τι αφορά στη δημοκρατία το απαραίτητο στοιχείο είναι η άμεση συμμετοχή των πολιτών, δεν είναι η αντιπροσώπευση αλλά η βιωματική σύνδεση του κοινωνικού με το πολιτικό. Άλλωστε όταν ένα ιδεολόγημα εισχωρήσει βαθιά μέσα στο συνειδητό και στο υποσυνείδητο, ο άνθρωπος που φυλακίζει το μυαλό του μέσα του είναι ικανός για όλα… από την «χρήσιμη» απάτη και το «ωφέλιμο» μίσος μέχρι την «απαραίτητη» βία και τον «αναπότρεπτο» φόνο. Αυτά πιστεύω ότι ισχύουν για όλες τις ιδεολογίες ακόμη και εκείνες που παρουσιάζονται ως «ανθρωπινότερες» είναι ικανές να δημιουργήσουν τέτοιους «ικανούς» ανθρώπους. Έτσι όμως ο άνθρωπος, όταν βρεθεί σε αδιέξοδο, μπορεί να οδηγηθεί σε ψυχικό μαρασμό που αποτελεί την ύστατη και μέγιστη παρακμή που γεννάει άκαρπες και σκοτεινές σκέψεις. Με αυτό τον τρόπο δημιουργείται εκείνη η γνωστή – άγνωστη «κινητήρια» δύναμη που τον εξωθεί σε παρατάσεις και έπειτα σε παράλογες εκρήξεις. Τελικά παθητικά και άσκοπα παγιώνεται μέσα του μια οδυνηρή εσωστρέφεια. Τα παραπάνω δεν αποτελούν μια στείρα καταγγελία (άλλωστε η πλήρης αποϊδεολογικοποίηση δεν είναι ούτε εφικτή, ούτε κατ’ ανάγκη ωφέλιμη, μάλιστα μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα επικίνδυνη) αλλά εστιάζουν στην τεράστια ανάγκη για αποδογματισμό και παράλληλο επαναπροσδιορισμό των αξιών και των ηθικών στοιχείων που τόσο συμπιέστηκαν υπό το τεράστιο βάρος των μεγάλων ιδεολογιών.

Νομίζω επομένως ότι οφείλουμε να δώσουμε στις αποφάσεις μας μια νέα ευκαιρία αναζητώντας ένα νέο συλλογικό και απελευθερωμένο τρόπο στοχασμού που θα είναι ευρέως αποδεκτός και θα βασίζεται σε αξίες που στο κέντρο τους έχουν τον άνθρωπο (από όπου κι αν αυτός προέρχεται και όποια όψη και άποψη κι αν έχει) ως πολίτη μιας ηθικής και αξιακής κοινωνίας/κοινότητας. Μιας κοινωνίας που θα αποφασίζει ανοιχτά τί θα κρατήσει και τί θα απορρίψει, τί θα μεταβάλλει και τί θα επινοήσει. Ο λόγος, κατά τη γνώμη μου, που αποτυγχάνουμε σχεδόν πάντα είναι ο ίδιος… ξεκινούμε με το λάθος ερώτημα. Αναζητούμε – κάθε φορά και σε κάθε ιστορική στιγμή – τί πρέπει να κάνουμε και όχι τί μπορούμε να κάνουμε. Στα αδιέξοδά μας πέφτουμε σχεδόν πάντα στο ίδιο σφάλμα. Χανόμαστε δηλαδή μέσα σε διαμετρικά αντίθετες λύσεις. Αντί να συνειδητοποιήσουμε το πρόβλημα σε όλο το βάθος και την έκτασή του κάνουμε άλματα ιδεαλισμού, ελιτισμού, έτσι χανόμαστε, διαχωριζόμαστε και τελικά καταλήγουμε σε μικρά γκρουπούσκουλα να ελπίζουμε σε απίθανες λύσεις ή να αφομοιωνόμαστε στις λογικές της κοινοβουλευτικής-κρατικής διαχείρισης.

Εάν δεν αναλογιστούμε ξανά την αξία στην αναζήτηση του μέτρου (ως φορέα των μεγάλων πανανθρώπινων αξιών) που θα γεφυρώσει τα χάσματα, θα παραμείνουμε κατακερματισμένοι και θα αναγκαστούμε να υποστούμε παθητικά τη ροπή των γεγονότων. Η ιστορία δεν τελειώνει έτσι απλά, όπως δεν τελειώνει και η ανθρωπότητα. Αν θέλουμε – και όσοι από εμάς θέλουμε – να ζήσουμε το «προνόμιο» της κρίσης ως δυνατότητα (ξεπερνώντας από κοινού τα προβλήματά μας) θα χρειαστεί να ασχοληθούμε συστηματικά τόσο με τον εκδημοκρατισμό της κοινωνίας μας όσο και με τα μικρά και τα καθημερινά προβλήματα (οικονομικά και μη) και να το κάνουμε συλλογικά, ανοιχτά και δημόσια. Τοπικά σε μικρή ή μεγαλύτερη κλίμακα ωστόσο με επιμονή, συνέπεια και συνολικό στόχο τη συνένωσή μας. Έτσι τα μεγάλα και τα τρανά, αν έρθουν, θα έρθουν με τρόπο ουσιαστικό και γνήσιο και αν δεν εμφανιστούν μπορεί να αποδειχθεί ότι ήταν περιττά ή μικρά για την κοινωνία. Όσα ωστόσο εμφανιστούν θα είναι γνήσιο γέννημα πολλών ελεύθερων ανθρώπων που δεν θέλουν να ζουν ανωνυμοποιημένοι, δίχως χαρακτήρα, δίχως ευθύνη, δίχως γνώμη και λόγο. Άνθρωποι του «είναι» και όχι του «έχειν»… πολίτες μιας δημοκρατικής κοινωνίας η οποία, ανοίγοντας νέους εναλλακτικούς δρόμους, αντιστέκεται με ρεαλισμό στην εξαθλίωση και στην παρακμή. Μια κοινωνία που ενώνεται, δημιουργεί, απαιτεί και κερδίζει. Για να πετύχουμε σε αυτό το εγχείρημα χρειαζόμαστε συγκεκριμένες προτάσεις, συνοχή, πολιτική οργάνωση και μια δυνατή-κατανοητή φωνή που θα ενεργοποιήσει εκείνα τα τμήματα της κοινωνίας που συνεχίζουν, ή να εμπιστεύονται αυτούς που τους προδίδουν, ή να παραμένουν στην λογική του «λιγότερο κακού», ή να βυθίζονται στην απάθεια και τον ατομικισμό.

Φυσικά δεν υπάρχει καμία τελεολογική βεβαιότητα ότι αυτός ο νέος κόσμος όντως θα δημιουργηθεί. Κανένα μοντέλο δε μπορεί να προβλέψει τί μπορεί να δημιουργηθεί όταν μιλάμε για κοινωνίες ανθρώπων. Θεωρώ όμως πως για έναν τέτοιο κόσμο – που δεν θα είμαστε αναγκασμένοι να «επιλέξουμε» ανάμεσα στις «μη εναλλακτικές», που δεν θα πρέπει με το ζόρι να διαλέξουμε ή έναν νέο εθνικισμό ή την πλήρη υποταγή στον νεοφιλελευθερισμό – αξίζει να αγωνιστούμε και νομίζω πως θα έχουμε τις πιθανότητες με το μέρος μας αν καταφέρουμε να γίνουμε πολλοί και να παραμείνουμε ενωμένοι.

Ο Γιώργος Κουτσαντώνης γεννήθηκε το 1973 στην Αθήνα. Μετά από επτά χρόνια σπουδών σε μια σχολή ιατρικής της Ιταλίας, εγκαταλείπει την ιατρική και ακολουθεί τη σπουδή της μετάφρασης. Σήμερα ασκεί, ως ελεύθερος επαγγελματίας, το επάγγελμα του μεταφραστή και διερμηνέα. Η ζωγραφική και η συγγραφή παραμένουν δύο μεγάλα πάθη του μαζί με τη συστηματική μελέτη της πολιτικής φιλοσοφίας και κοινωνιολογίας.

πηγή