Η Δύση είναι τελειωμένη, αλλά γιατί;

Του Andre Vltchek.

Παρά κάποιες οικονομικές και κοινωνικές καθυστερήσεις και προβλήματα, η δυτική αυτοκρατορία τα πάει αρκετά καλά, αν μετρήσουμε, δηλαδή, την επιτυχία με την ικανότητα ελέγχου του κόσμου, επηρεασμού της σκέψης των ανθρώπων σε όλες τις ηπείρους και συντριβής  σχεδόν όλων των ουσιωδών διαφωνιών, εντός και εκτός των χωρών της.

Αυτό που έχει σχεδόν εξαφανιστεί από τη ζωή σε μέρη όπως η Νέα Υόρκη, το Λονδίνο ή το Παρίσι είναι η απλή ανθρώπινη χαρά, που είναι τόσο οφθαλμοφανής όταν υπάρχει. Παραδόξως, στα ίδια τα κέντρα εξουσίας, οι άνθρωποι φαίνεται να έχουν αγωνιώδη, άδεια σχεδόν τρομακτική ζωή.Όλο αυτό κάπως δεν ταιριάζει. Δεν θα έπρεπε οι πολίτες των κατακτητικών χωρών του κόσμου, του νικηφόρου καθεστώτος, να είναι τουλάχιστον βέβαιοι για τον εαυτό τους και αισιόδοξοι;

Βεβαίως, υπάρχουν πολλοί λόγοι που δεν είναι και κάποιοι φίλοι μου ήδη έχουν περιγράψει με λεπτομερή και παραστατική γλώσσα τις βασικές, τουλάχιστον, αιτίες για την κατάθλιψη και την έλλειψη ικανοποίησης από τη ζωή που στην κυριολεξία καταβροχθίζουν ζωντανούς εκατοντάδες εκατομμύρια πολίτες της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής.

Η κατάσταση αναλύεται κυρίως από κοινωνικο-οικονομική σκοπιά.  Ωστόσο, πιστεύω ότι οι πιο σημαντικές αιτίες της παρούσας κατάστασης πραγμάτων είναι πολύ πιο απλές: η Δύση και οι αποικίες της κατέστρεψαν σχεδόν ολοκληρωτικά τα πιο ουσιαστικά ανθρώπινα ένστικτα: την ικανότητα των ανθρώπων να ονειρεύονται, να είναι παθιασμένοι, να εξεγείρονται και να «ανακατεύονται» – να συμμετέχουν.

Η προσήλωση, η αποφασιστικότητα, η αισιοδοξία, η αθωότητα έχουν σχεδόν εξαφανιστεί.  Όμως αυτά ακριβώς είναι τα ποιοτικά χαρακτηριστικά που πάντα κινούσαν προς τα εμπρός τους ανθρώπους.

***

Παρά αυτά που σήμερα πιστεύουν συνήθως στη Δύση, δεν είναι η «γνώση» ούτε απόλυτα η «επιστήμη» που βρίσκονταν πίσω από τα μεγαλύτερα άλματα του ανθρώπινου πολιτισμού.

Πάντα υπήρχε ένας βαθύς και ενστικτώδης ανθρωπισμός, συνοδευόμενος από πίστη (δεν μιλώ για κάποια θρησκευτική πίστη)  και τεράστια αφοσίωση και  αφιέρωση στο σκοπό. Χωρίς αθωότητα, χωρίς απλοϊκότητα, δεν θα μπορούσε ποτέ να  επιτευχθεί  τίποτε μεγάλο.

Η επιστήμη πάντα υπήρχε και ήταν σημαντική για τη βελτίωση πολλών πρακτικών πλευρών της ανθρώπινης ζωής, αλλά δεν ήταν ποτέ η βασική κινητήρια δύναμη  μιας χώρας προς μια δίκαιη, εξισορροπημένη και «αξιοβίωτη» κοινωνία.  Όταν χρησιμοποιήθηκε από κάποιο φωτισμένο σύστημα, η επιστήμη έπαιξε σημαντικό ρόλο στο χτίσιμο ενός καλύτερου κόσμου, αλλά ποτέ αντίστροφα.

Η πρόοδος  πάντα τροφοδοτούνταν και προκαλούνταν από τα ανθρώπινα συναισθήματα, από φαινομενικά παράλογα και μη επιτεύξιμα όνειρα, από ουτοπίες, από την ποίηση και από μια ευρεία κλίμακα παθών που φλόγιζαν τις καρδιές.  Οι πιο ωραίες ιδέες για τη βελτίωση του πολιτισμού συχνά δεν φαίνονταν καν λογικές, γεννήθηκαν απλά από κάποια ευγενικά ανθρώπινα ένστικτα, εμπνεύσεις και επιθυμίες (η λογική εφαρμόστηκε αργότερα, όταν έπρεπε να προχωρήσουν στις πρακτικές λεπτομέρειες).

Τώρα, η «γνώση», η ορθολογικότητα και η «λογική» , τουλάχιστον στη Δύση, σπρώχνουν τις ανθρώπινες υπάρξεις στη γωνία.  Η «λογική» παίρνει τη θέση των παραδοσιακών θρησκειών – γίνεται κάτι σαν θρησκεία. Η εμμονή με τα «γεγονότα», με την «κατανόηση» των πάντων, γίνεται παράλογα ακραία, δογματική, ακόμη και φονταμενταλιστική.

Όλη αυτή η φανατική συλλογή γεγονότων συχνά μοιάζει εξωπραγματική, «μεταλλική», ψυχρή και εντελώς αφύσικη για πολλούς από εκείνους που έρχονται «απέξω» (γεωγραφικά ή πνευματικά).

Ας μην ξεχνούμε ότι τα «γεγονότα» που καταναλώνουν οι μάζες, ακόμη και οι σχετικά μορφωμένοι Δυτικοί, προέρχονται κατά κανόνα από τις ίδιες πηγές. Χρησιμοποιείται ο ίδιος τύπος λογικής και εφαρμόζονται αρκετά κοινά εργαλεία ανάλυσης. Η κατανάλωση υπερβολικής ποσότητας ειδήσεων, «γεγονότων» και «αναλύσεων» συνήθως δεν οδηγεί στην σε βάθος κατανόηση ή σε αληθινά κριτικές σκέψεις, το αντίθετο – στην πραγματικότητα σκοτώνει την ικανότητα να εξετάσουμε ολοκληρωτικά νέες έννοιες και ειδικά να εξεγερθούμε ενάντια στα διανοητικά κλισέ και στερεότυπα. Έτσι δεν εκπλήσσει το ότι η μεσαία τάξη των Ευρωπαίων και των Βορειοαμερικανών περιλαμβάνει τους πιο κομφορμιστές ανθρώπους στη Γη.

Η συλλογή βουνών από «δεδομένα» και «πληροφορίες» δεν οδηγεί πουθενά, στις περισσότερες περιπτώσεις. Για εκατομμύρια ανθρώπους είναι απλώς ένα χόμπι, όπως κάθε άλλο, όπως τα βιντεοπαιχνίδια και το PlayStation. Κρατά ένα άτομο «στην αιχμή των γεγονότων», έτσι ώστε να μπορεί να εντυπωσιάζει τους γνωστούς ή απλά να ικανοποιεί μια νευρωτική ανάγκη συνεχούς κατανάλωσης ειδήσεων.

Και το χειρότερο είναι ότι  οι περισσότεροι Δυτικοί (και σχεδόν όλοι οι εκδυτικισμένοι ξένοι) είναι μονίμως κλειδωμένοι  σε έναν περίπλοκο ιστό «πληροφοριών» και προσλήψεων, με τα μέλη της οικογένειάς τους, τους φίλους και τους συνεργάτες. Υπάρχει συνεχής πίεσης προσαρμογής σε ένα χώρο πολύ μικρό και σχεδόν καμιά ανταμοιβή για το αληθινό πνευματικό θάρρος ή αυθεντικότητα.

***

Τα καθεστώτα έχουν ήδη καταφέρει σε μεγάλο βαθμό να τυποποιήσουν τη «γνώση» αξιοποιώντας κυρίως την ποπ κουλτούρα και κατηχώντας τους ανθρώπους μέσα από τους «εκπαιδευτικούς» θεσμούς.

Οι άνθρωποι κλείνονται εκούσια επί χρόνια στα σχολεία και στα πανεπιστήμια, χάνοντας το χρόνο τους, πληρώνοντας τα χρήματά τους, φορτώνονται ακόμη και με χρέη, προκειμένου να διευκολύνουν το σύστημα να τους κατηχεί και να τους μετατρέπει σε καλούς και υπάκουους  υποτελείς της αυτοκρατορίας.

Ήδη, εδώ και δεκαετίες, το σύστημα παράγει επιτυχώς ολόκληρες γενιές συναισθηματικά νεκρών και τελούντων εν συγχύσει ατόμων.

Αυτοί οι άνθρωποι είναι τόσο κατεστραμμένοι που δεν μπορούν να παλέψουν για τίποτε πια (εκτός, μερικές φορές, για τα δικά τους προσωπικά και ιδιοτελή συμφέροντα). Δεν μπορούν να πάρουν θέση και δεν μπορούν ούτε να αναγνωρίσουν τους δικούς τους σκοπούς και επιθυμίες. Προσπαθούν μονίμως (και αποτυγχάνουν) «να βρουν κάτι που να έχει νόημα» και να «εκπληρώσουν» αυτό που θα μπορούσαν να κάνουν στη ζωή τους. Πάντα ψάχνουν να βρουν κάτι, όχι να ενωθούν σε αγώνες που έχουν νόημα ή να επινοήσουν κάτι τελείως νέο για χάρη της ανθρωπότητας. Συνεχίζουν να «επιστρέφουν στο σχολείο», να φωνάζουν για «χαμένες ευκαιρίες», επειδή «δεν σπούδασαν αυτό που νόμιζαν ότι έπρεπε να σπουδάσουν πραγματικά» (ανεξάρτητα από το τι  πραγματικά σπουδάζουν ή κάνουν στο σχολείο της ζωής, αισθάνονται ανικανοποίητοι, ούτως ή άλλως).

Πάντα φοβούνται ότι θα τους απορρίψουν, τρομοκρατούνται με τη σκέψη ότι η άγνοια και η ανικανότητά τους να κάνουν κάτι με αληθινό νόημα θα μπορούσε να αποκαλυφθεί και να γελοιοποιηθεί (πολλοί αντιλαμβάνονται πόσο άδεια είναι η ζωή τους).

Είναι δυστυχισμένοι, κάποιοι σε άθλια κατάσταση, ακόμη και αυτοκτονικοί. Όμως η απελπισία τους δεν τους ωθεί στη δράση. Οι περισσότεροι δεν εξεγείρονται ποτέ, δεν αντιμετωπίζουν στα ίσα το καθεστώς, δεν αμφισβητούν το άμεσο περιβάλλον τους.

Αυτές οι εκατοντάδες εκατομμύρια τσακισμένοι και αδρανείς άνθρωποι (εκ των οποίων αρκετοί είναι ευφυείς) αποτελούν μια τρομακτική απώλεια για τον κόσμο. Αντί να σηκώνουν οδοφράγματα, να γράφουν οργισμένα διηγήματα και να γελοιοποιούν ανοικτά αυτή τη δυτική φαρσοκωμωδία, υποφέρουν σιωπηλά, υποκύπτουν στην κακοποίηση ή σκέφτονται την αυτοκτονία.

Εάν φανεί η ευκαιρία να αλλάξουν πραγματικά τη ζωή τους δεν μπορούν να την αναγνωρίσουν πια. Δεν μπορούν να την αρπάξουν. Γιατί δεν μπορούν να αγωνιστούν. Έχουν «εξημερωθεί» από την πολύ νεαρή ηλικία, από το σχολείο.

Έτσι ακριβώς θέλει το σύστημα τους πολίτες του. Είναι όπου τους πήγε.

Είναι σοκαριστικό το ότι κανείς δεν λέει αυτό τον εφιάλτη με το πραγματικό όνομά του – τερατώδες έγκλημα!

***

Οι άνθρωποι αγοράζουν βιβλία για να βγάλουν κάποιο νόημα για το τι συμβαίνει, αλλά δεν καταφέρνουν να τα διαβάσουν μέχρι το τέλος. Είναι πολύ απασχολημένοι, τους λείπει η συγκέντρωση και η αποφασιστικότητα. Ούτως ή άλλως, τα περισσότερα βιβλία που βρίσκονται στα ράφια δεν δίνουν ουσιαστικές απαντήσεις.

Κι όμως, πολλοί προσπαθούν: αναλύουν και αναλύουν και αναλύουν, άσκοπα. «Δεν καταλαβαίνουν και θέλουν να μάθουν». Δεν συνειδητοποιούν ότι αυτό το μονοπάτι της συνεχούς σκέψης, εφαρμόζοντας τα προκαθορισμένα εργαλεία ανάλυσης, είναι μια τεράστια παγίδα.

Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει τίποτε για να κατανοηθεί.  Από τους ανθρώπους έχουν κλέψει τη ζωή, τα φυσικά ανθρώπινα αισθήματα, τη ζεστασιά, το πάθος ακόμη και την αγάπη (αυτό που αποκαλούν «έρωτα» συχνά είναι ένα υποκατάστατο και τίποτε άλλο).

Όλα αυτά δεν αναφέρονται ούτε καν στα βιβλία φαντασίας, εκτός αν διαβάζει κανείς στα ισπανικά ή τα ρωσικά. Η επιτυχία της αυτοκρατορίας στην παραγωγή υπάκουων, φοβισμένων και στερημένων φαντασίας υπάρξεων είναι τώρα πλήρης.

Οι μεγάλες εταιρείες προκόβουν, οι ελίτ μαζεύουν τεράστια λεία, ενώ η μεγάλη πλειονότητα των ανθρώπων στη Δύση χάνει σταδιακά την ικανότητά της να ονειρεύεται και να αισθάνεται. Χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις, δεν είναι δυνατή η εξέγερση. Η έλλειψη φαντασίας, μαζί με τη συναισθηματική αναισθητοποίηση αποτελεί  τον πιο αποτελεσματικό τρόπο στασιμότητας, ακόμη και οπισθοδρόμησης.

Γι’ αυτό η Δύση είναι τελειωμένη.

***

Η γκροτέσκα εμμονή με την επιστήμη, με τις ιατρικές πρακτικές και με τα «γεγονότα» συντελούν στο να αποσπάται η προσοχή από τα πραγματικά και τρομακτικά θέματα.

Οι συνεχείς συζητήσεις, αναλύσεις και το να «δούμε τα πράγματα από διαφορετικές οπτικές γωνίες» δεν οδηγούν παρά μόνο στην παθητικότητα. Το να δρα κανείς είναι πολύ τρομακτικό και οι άνθρωποι δεν είναι συνηθισμένοι να παίρνουν μεγάλες αποφάσεις πια ή ακόμη και  να κάνουν δραματικές χειρονομίες.

Η κατάσταση αυτή  οδηγεί επίσης στο  ότι, στη Δύση, κανείς σχεδόν δεν είναι πλέον έτοιμος να στρατευθεί κάτω από μια ιδεολογική σημαία ή να ενστερνιστεί με όλη του την καρδιά αυτά που αποκαλούνται υποτιμητικά «ταμπέλες».

Επί χιλιετίες, οι άνθρωποι συμμετείχαν αυθόρμητα σε διάφορα κινήματα, πολιτικά κόμματα και ομάδες. Καμιά σημαντική αλλαγή δεν έγινε ποτέ από μεμονωμένα άτομα  (αν και κάποιος ισχυρός ηγέτης επικεφαλής ενός κινήματος, κόμματος ή ακόμη και κυβέρνησης θα μπορούσε να πετύχει πολλά πράγματα).

Το να είναι κανείς μέρος κάποιου σημαντικού ή επαναστατικού κινήματος συμβόλιζε συχνά το αληθινό νόημα της ζωής. Οι άνθρωποι ήταν (και σε πολλά μέρη του κόσμου είναι ακόμη) αφοσιωμένοι, δεσμευμένοι  σε σημαντικούς και ηρωικούς αγώνες. Προσπαθώντας να χτίσουν έναν καλύτερο κόσμο, να αγωνιστούν για έναν καλύτερο κόσμο, ακόμη και να πεθάνουν γι’ αυτό το σκοπό: αυτό συχνά θεωρούνταν το πιο τιμητικό που θα μπορούσε να πράξει ένας άνθρωπος στη διάρκεια της ζωής του.

Στη Δύση, αυτή η αντίληψη είναι νεκρή, βαθιά κατεστραμμένη. Εκεί βασιλεύει ο κυνισμός. Πρέπει να αμφισβητείς τα πάντα, να μην εμπιστεύεσαι τίποτα και να μην αφοσιώνεσαι σε τίποτα.

Το αναμενόμενο είναι να μην εμπιστεύεσαι καμιά κυβέρνηση. Να πρέπει να γελοιοποιείς όποιον πιστεύει σε κάποιο σκοπό, ιδίως αν κάτι είναι αγνό και ευγενικό. Πρέπει να διασύρεις και να λασπώνεις κάθε μεγάλη προσπάθεια να βελτιωθεί ο κόσμος, είτε αυτή γίνεται στο Εκουαδόρ, στις Φιλιππίνες, στην Κίνα, στη Ρωσία ή στη Νότια Αφρική.

Η επίδειξη συμπάθειας προς κάποιον ηγέτη, πολιτικό κόμμα ή κυβέρνηση χώρας που ακόμη έχει αγωνιστικό πάθος αντιμετωπίζεται με λοιδορία και σαρκασμό σε μέρη όπως το Λονδίνο ή η Νέα Υόρκη: «Είμαστε όλοι κλέφτες και άρα όλες οι κυβερνήσεις είναι ίδιες», αυτή είναι η θανάσιμα τοξική «σοφία».

Βεβαίως: όταν ξοδεύονται ώρες επί ωρών για να αναλύεται κάποιος φλογερός ηγέτης ή κίνημα για παράδειγμα στη Λατινική Αμερική, κάποια «βρομιά» θα βγει στο τέλος, καθώς κανένας άνθρωπος και καμιά ομάδα δεν είναι τέλεια. Αυτό δίνει στους Δυτικούς το θαυμάσιο άλλοθι να μη συμμετέχουν σε τίποτα.  Ιδού πώς είναι το σχέδιο: «Χάνοντας την ελπίδα για έναν τέλειο κόσμο σημαίνει απλά ότι δεν μπορείς να πιστέψεις σε τίποτα πλέον και άρα πήγαινε να λικνιστείς σε κανένα κλαμπ στο Λονδίνο ή στη Νέα Υόρκη». Μετά, γύρνα στο σχολείο ή κάνε την  ανούσια δουλειά σου. Ή μαστούρωσε.

Αυτό είναι πολύ πιο εύκολο από το να προσπαθείς σκληρά να σώσεις τον κόσμο ή τη χώρα σου. Είναι πολύ πιο εύκολο από το να διακινδυνεύεις τη ζωή σου και να αγωνίζεσαι για τη δικαιοσύνη. Είναι πολύ πιο εύκολο από το να προσπαθείς να σκεφτείς πραγματικά, να επινοήσεις κάτι νέο για τον φοβισμένο κόσμο μας.

***

Μια παλιά ρωσική μπαλάντα λέει «Είναι τόσο δύσκολο να αγαπάς … και τόσο εύκολο να φεύγεις…»

Η επανάσταση, τα κινήματα, οι αγώνες, ακόμη και οι κυβερνήσεις που υποστηρίζεις μοιάζουν πολύ με την αγάπη. Την αγάπη ποτέ δεν την εξετάζεις λεπτομερώς, δεν την αναλύεις πλήρως, αλλιώς δεν είναι αγάπη. Δεν υπάρχει τίποτε και δεν πρέπει να υπάρχει τίποτα ορθολογικό και μόνο όταν πεθαίνει αρχίζεις να την αναλύεις, ψάχνοντας δικαιολογίες για να κλείσεις πίσω σου την πόρτα.

Όταν όμως υπάρχει, είναι ζωντανή, θερμή και παλλόμενη, το να εφαρμόζουμε την «αντικειμενικότητα» στο άλλο πρόσωπο θα ήταν βάρβαρο και ασεβές, θα ήταν κατά κάποιο τρόπο προδοσία.

Μόνοι οι «νέοι Δυτικοί» μπορούν να κάνουν τέτοιες καρικατούρες, αναλύοντας τον έρωτα, γράφοντας «οδηγούς» για το πώς να αντιμετωπίζει κανείς τα ανθρώπινα αισθήματα, πώς να μεγιστοποιεί τα κέρδη από τις συγκινησιακές του επενδύσεις.

Πώς θα μπορούσε ένας άνδρας που αγαπά μια γυναίκα να κάτσει σ’ ένα καναπέ και να αναλύει: «Την αγαπώ, αλλά θα πρέπει να το σκεφτώ δυο φορές, διότι η μύτη της είναι πολύ μεγάλη και τα οπίσθιά της πολύ φαρδιά». Αυτό είναι μια απόλυτη ανοησία. Η γυναίκα που αγαπά κανείς  αληθινά είναι η ομορφότερη στον κόσμο.

Το ίδιο και ο αγώνας.

Αλλιώς, χωρίς αφοσίωση τίποτε δεν πρόκειται να αλλάξει ποτέ ούτε να βελτιωθεί.

Ας μην ξεχνάμε όμως – η αυτοκρατορία δεν θέλει να αλλάξει ο κόσμος της ούτε κατά κεραία. Γι’ αυτό διασπείρει τον απεριόριστο κυνισμό και μηδενισμό. Γι’ αυτό σπιλώνει κάθε αγνό και φυσικό, εμφυτεύοντας αλλόκοτα «μοντέλα τελειότητας», έτσι ώστε ο κόσμος πάντα να συγκρίνει με βάση αυτά, να κρίνει με βάση αυτά, να έχει αμφιβολίες και να απέχει από τη σοβαρή δράση.

Η αυτοκρατορία θέλει να σκέφτονται οι άνθρωποι, αλλά με τον τρόπο που τους προγραμματίζει. Θέλει να αναλύουν, αλλά μόνο χρησιμοποιώντας τις δικές της μεθόδους. Και θέλει να περιφρονούν, ακόμη και να απορρίπτουν τα φυσικά ένστικτα και τα συναισθήματά τους.

Το αποτέλεσμα είναι σαφές: ατομισμός, ιδιοτέλεια, σύγχυση, διαλυμένες κοινωνίες, κατάρρευση σχέσεων και  γενική απέχθεια για τις  υψηλές προσδοκίες.

Και αυτό δεν αφορά μόνο τα μαρξιστικά ή επαναστατικά πολιτικά κόμματα, τις εξεγέρσεις ή τους διεθνιστικούς, αντιιμπεριαλιστικούς αγώνες.

Έχετε παρατηρήσει πόσο ρηχές, πόσο ασταθείς έχουν γίνει οι μεταξύ των ανθρώπων σχέσεις στη Δύση; Κανείς δεν θέλει να «εμπλέκεται» πραγματικά. Οι άνθρωποι δοκιμάζουν ο ένας τον άλλο. Συνεχώς σκέφτονται, δύσκολα αισθάνονται. Τα μεγάλα πάθη καταλαγιάζουν (τα συναισθηματικά ξεσπάσματα θεωρούνται «μη αξιοπρεπή» ακόμη και ντροπιαστικά): τώρα αίφνης όλα περιστρέφονται γύρω από το «αισθάνομαι καλά», πάντα «ήρεμα», αλλά παραδόξως κανείς δεν αισθάνεται καλά ούτε είναι ήρεμος πια σ’ αυτή τη «νέα Δύση».

Όλα μεταλλάσσονται στο ακριβώς αντίθετο από αυτό που κάποτε ήταν είτε η αγάπη είτε το αληθινά επαναστατικό έργο (πολιτικό ή καλλιτεχνικό) και απλώς να θυμίσω ότι αυτό ήταν το πιο όμορφο, η πιο τρελή αναταραχή , η απόλυτη απομάκρυνση από τη ζοφερή κανονικότητα.

Στη Δύση, δεν γράφεται πλέον μεγάλη ποίηση, ούτε μελωδίες που στοιχειώνουν, ούτε στίχοι.

Ξαφνικά, η ζωή έγινε ρηχή, προβλέψιμη και προγραμματισμένη.

Αν κανείς δεν μπορεί να αγαπήσει με πάθος, να έχει δοτικότητα, να κάνει θυσίες χωρίς όρους, δεν μπορεί να γίνει μεγάλος επαναστάτης.

Βεβαίως, στην απαθή Δύση με την εμμονή σ’ εκείνον τον τύπο της γνώσης που δεν φωτίζει, με τις εφαρμοσμένες επιστήμες και τον βαθιά ριζωμένο εγωκεντρισμό, δεν υπάρχει γόνιμο έδαφος για μεγάλα πάθη και άρα πιθανότητα για αληθινή επανάσταση.

“Εξεγείρομαι, άρα υπάρχω», έλεγε πολύ σωστά ο Αλμπέρ Καμί.

Η συλλογική εξέγερση κορυφώνεται στην επανάσταση. Χωρίς την επανάσταση ή τη μόνιμη προσδοκία γι’ αυτήν, δεν υπάρχει ζωή.

Η Δύση έχασε την ικανότητα να αγαπά και να εξεγείρεται.

Και γι΄αυτό είναι τελειωμένη.

***

Υπάρχει μια εύστοχη ρήση: «Δεν μπορείς να καταλάβεις τη Ρωσία με το νου. Μπορείς μόνο να πιστεύεις σ’ αυτήν». Το ίδιο ισχύει για την Κίνα, την Ιαπωνία και για πολλά άλλα μέρη.

Είναι πραγματικά τρελό να πάει κανείς στην Ασία ή τη Ρωσία και ν’ αρχίσει να τις περιηγείται προσπαθώντας να τις «καταλάβει».  Δεν υπάρχει λόγος να το κάνει ούτε η πιθανότητα να το πετύχει σε λίγους μήνες, ακόμη και σε χρόνια.

Η νευρωτική και βαθιά δυτική αντίληψη περί συνεχούς προσπάθειας «κατανόησης» των πάντων με το νου μπορεί να τα καταστρέψει όλα και  δια παντός απ’ την αρχή. Ο καλύτερος τρόπος για να αρχίσεις να κατανοείς την Ασία είναι με την απορρόφηση, αφήνοντας να σε οδηγούν ευγενικά άλλοι, βλέποντας, αισθανόμενος, αγνοώντας όλες τις προκαταλήψεις και τα κλισέ. Η κατανόηση δεν έρχεται απαραιτήτως μέσω της λογικής. Στην πραγματικότητα, δεν έρχεται καν μέσω αυτής. Έχει να κάνει με τις αισθήσεις και τις συγκινήσεις και συνήθως έρχεται ξαφνικά, απροσδόκητα.

Η επανάσταση, και όλοι οι έντιμοι αγώνες επίσης προετοιμάζονται επί πολύ καιρό και επίσης έρχονται απροσδόκητα, ξεπηδώντας κατευθείαν από την καρδιά

Όταν έρχομαι στη Νέα Υόρκη, αλλά ιδίως στο Λονδίνο ή το Παρίσι και όταν συναντώ εκείνους τους γνωστούς «θεωρητικούς αριστερούς», χαμογελάω με πικρία ακούγοντας τις άνευ ουσίας, μακροσκελείς συζητήσεις τους για κάποια θεωρία που είναι πλήρως διαχωρισμένη από την πραγματικότητα. Και αφορά αποκλειστικά τους ίδιους: είναι τροτσκιστές, και γιατί. Ή πιθανώς είναι αναρχοσυνδικαλιστές, και γιατί. Ή μαοϊκοί … Ό,τι και να είναι, πάντα αρχίζουν σ’ έναν καναπέ ή στα σκαμνιά του μπαρ και εκεί τελειώνουν, αργά το βράδυ.

Στην περίπτωση που μόλις έχεις έλθει από τη Βενεζουέλα ή τη Βολιβία, όπου οι άνθρωποι δίνουν πραγματικές μάχες επιβίωσης των επαναστάσεών τους, αυτή είναι μια εμπειρία που σοκάρει. Οι περισσότεροι άνθρωποι στο Altiplano δεν έχουν ακούσει ποτέ για τον  Τρότσκι ή τον αναρχοσυνδικαλισμό. Το μόνο που ξέρουν είναι ότι βρίσκονται σε πόλεμο, αγωνίζονται για όλους μας, για έναν πολύ καλύτερο κόσμο και χρειάζονται άμεση και συγκεκριμένη υποστήριξη: οικονομική βοήθεια, διαδηλώσεις, στελέχη. Και το μόνο που παίρνουν είναι λόγια. Δεν παίρνουν σχεδόν τίποτε από τη Δύση και δεν θα πάρουν ποτέ.

Διότι δεν είναι αρκετά καλοί για τους Βρετανούς και τους Γάλλους. Είναι πολύ «πραγματικοί», όχι «αρκετά αγνοί». Κάνουν λάθη. Είναι πολύ ανθρώπινοι, δεν είναι αποστειρωμένοι και «δεν συμπεριφέρονται καλά». «Παραβιάζουν πού και πού κάποια δικαιώματα». Είναι πολύ συναισθηματικοί. Είναι αυτό ή εκείνο, και τελικά «δεν μπορεί κανείς να ρίξει όλο του το βάρος  για να τους υποστηρίξει».

Κάνουν λάθη από «επιστημονικής απόψεως». Αν κάποιος κάθεται δέκα ώρες στην παμπ ή στο σαλόνι συζητώντας γι’ αυτούς, τελικά θα υπάρξουν αρκετά επιχειρήματα γι να μην τους δοθεί καμιά στήριξη. Το ίδιο ισχύει για τους επαναστάτες και για τις επαναστατικές αλλαγές στις Φιλιππίνες και σε τόσους άλλους τόπους.

Μ’ αυτό τον τρόπο σκέψης, η Δύση δεν μπορεί να συνδεθεί. Δεν βλέπει τον παραλογισμό στη δική της συμπεριφορά και τη στάση. Έχει χάσει το πνεύμα της, την καρδιά της, τα αισθήματα, από τη δεξιά μέχρι και την αριστερά.  Αντί γι’ αυτά το μυαλό; Υπάρχει άραγε κάτι πολύ σημαντικό που να έρχεται μόνο απ’ αυτό;

Και γι’ αυτό είναι τελειωμένη.

Οι άνθρωποι της Δύσης δεν είναι πρόθυμοι να στρατευθούν σε κάτι πραγματικό. Να στρατευθούν σε κάποια αληθινή επανάσταση, κίνημα, κυβέρνηση, εκτός αν αυτά είναι όμοια με εκείνες τις πλαστικές τοξικές γυναίκες από τα φανταχτερά μαγαζιά μόδας: τέλειες για τους άνδρες που έχουν χάσει όλη τη φαντασία και την ατομικότητά τους, αλλά εντελώς βαρετά προϊόντα μαζικής παραγωγής για όλους τους υπόλοιπους.

* Ο Andre Vltchek είναι φιλόσοφος, διηγηματογράφος,
γυρίζει ταινίες και υπηρετεί την ερευνητική δημοσιογραφία.
Έχει καλύψει πολέμους και συγκρούσεις σε δεκάδες χώρες.

πηγή

Μετάφραση: Αριάδνη Αλαβάνου

Οι καλλιεργημένοι άνθρωποι, κατά Αντόν Τσέχωφ

Οι καλλιεργημένοι άνθρωποι σέβονται την ανθρώπινη ατομικότητα και γι’ αυτό είναι πάντοτε συγκαταβατικοί, γελαστοί, ευγενικοί, υποχρεωτικοί.

Δεν χαλούν τον κόσμο για το σφυρί ή για τη γομολάστιχα που χάθηκαν. Δεν αγανακτούν για τους θορύβους ή το κρύο. Δέχονται με καλοσύνη τα χωρατά και την παρουσία ξένων ανθρώπων στο σπιτικό τους. Δεν συμπονούν μονάχα τους κατώτερους, τους αδύναμους και τις γάτες. Πονάει η ψυχή τους και για κείνο που δεν φαίνεται με γυμνό μάτι.

Είναι ντόμπροι και φοβούνται το ψέμα σαν τη φωτιά. Δεν λένε ψέματα ακόμα και για τιποτένια πράγματα. Το ψέμα προσβάλλει εκείνους που το ακούνε και ταπεινώνει στα μάτια τους εκείνους που το λένε. Δεν παίρνουν ποτέ πόζα, στο δρόμο είναι όπως και στο σπίτι τους, δεν ρίχνουν στάχτη στα μάτια του κατώτερου τους.

Δεν είναι φλύαροι και δεν αναγκάζουν τον άλλο να ακούει τις εκμυστηρεύσεις τους όταν δεν τους ρωτάει. Δεν ταπεινώνονται για να κεντήσουν τη συμπόνια του διπλανού. Δεν παίζουν με τις ευαίσθητες χορδές της ψυχής των άλλων για να κερδίζουν σαν αντάλλαγμα αναστεναγμούς και χάδια.

Δεν λένε «εμένα κανείς δεν με καταλαβαίνει», ούτε «πουλήθηκα για πέντε δεκάρες», γιατί αυτά δείχνουν πως αποζητάν τις φτηνές εντυπώσεις. Είναι πρόστυχα τερτίπια, ξεθωριασμένα, ψεύτικα. Δεν είναι ματαιόδοξοι. Δεν τους απασχολούν τέτοια ψεύτικα διαμάντια, όπως οι γνωριμίες με εξοχότητες.

Όταν κάνουν δουλειά που δεν αξίζει ένα καπίκι, δεν γυρίζουν με χαρτοφύλακα των εκατό ρουβλιών και δεν καμαρώνουν πως τάχα τους άφησαν να μπουν εκεί που δεν επιτρέπουν στους άλλους. Κι ο Κριλώφ ακόμα λέει πως το άδειο βαρέλι ακούγεται πιο πολύ από το γεμάτο.

Αν έχουν ταλέντο, το σέβονται. Θυσιάζουν γι’ αυτό την ησυχία τους, τις γυναίκες, το κρασί, την κοσμική ματαιότητα. Είναι περήφανοι για την αξία τους και έχουν συνείδηση της αποστολής τους. Αηδιάζουν από την ασχήμια και καλλιεργούν μέσα τους την ομορφιά.

Δεν μπορούν να κοιμηθούν με τα ρούχα, δεν μπορούν να βλέπουν στο τοίχο κοριούς, να πατούν σε φτυσιές. Δαμάζουν όσα μπορούν και εξευγενίζουν το ερωτικό ένστικτο. Δεν κατεβάζουν βότκα όπου βρεθούν. Πίνουν μονάχα όταν είναι ελεύθεροι και τους δίνεται ευκαιρία. Γιατί τους χρειάζεται «γερό μυαλό σε γερό κορμί».

Απόσπασμα από ένα γράμμα του Αντόν Τσέχωφ στον αδερφό του Νικολάι

πηγή

(έργο του Γιώργου Βακιρτζή, χωρίς τίτλο, 1985)

Άρτουρ Σοπενχάουερ: Η τέχνη του να έχεις πάντα δίκιο

12049224_10206229017776821_605915021271036440_nΣτο βιβλίο «Η τέχνη του να έχεις πάντα δίκιο», ο γλαφυρός Σοπενχάουερ αφήνει για λίγο στην άκρη τον παθητικό του μηδενισμό, αποκαλύπτοντας ποια είναι η τέχνη που κερδίζει οποιονδήποτε δεινό συνομιλητή. Διαβάστε το ενδιαφέρον απόσπασμα:

Μπορείτε επίσης να χρησιμοποιήσετε σαν θέσφατο μια κοινή προκατάληψη, διότι οι περισσότεροι άνθρωποι συντάσσονται με τη θέση του Αριστοτέλη ότι μπορούμε να ισχυριστούμε ως σωστό αυτό που πιστεύουν οι πολλοί.

Δεν υπάρχει γνώμη, όσο παράλογη κι αν είναι που οι άνθρωποι να μην είναι έτοιμοι να την ασπαστούν μόλις πειστούν πως είναι κοινώς αποδεκτή. Το παράδειγμα των άλλων επηρεάζει τόσο τη σκέψη τους όσο και τις πράξεις τους. Είναι σαν πρόβατα που ακολουθούν τον αρχηγό του κοπαδιού όπου τους οδηγήσει. Θα προτιμούσαν να τον ακολουθήσουν στο θάνατο παρά να σκεφτούν από μόνοι τους.

Είναι πολύ περίεργο που η γενική απήχηση μιας γνώμης έχει για τους ανθρώπους τόση βαρύτητα. Η ίδια τους η εμπειρία είναι σε θέση να τους διδάξει πως η αποδοχή μια γνώμης γίνεται άκριτα και είναι αποτέλεσμα μίμησης. Παρόλα αυτά οι ίδιοι δεν το αντιλαμβάνονται ποτέ, καθώς δεν κατέχουν αυτογνωσία. Μόνο οι εκλεκτοί σύμφωνα με τον Πλάτωνα: «τις πολλοίς πολλά δοκεί», που σημαίνει πως ο κόσμος μπορεί να σκέφτεται αμέτρητες ανοησίες, και δεν είναι δυνατό ν’ ασχοληθούμε με όλες.

Για να μιλήσουμε με σοβαρότητα, η γενική απήχηση μιας γνώμης δεν αποτελεί απόδειξη. Στην πραγματικότητα, δεν καθιστά καν πιθανή την ορθότητά της.

Όσοι ισχυρίζονται το αντίθετο πρέπει να λάβουν υπόψη τους τα παρακάτω:

Σε βάθος χρόνου μια κοινώς αποδεκτή γνώμη χάνει την ισχύ της, διαφορετικά θα έπρεπε να αποκαταστήσουμε όλες τις παλαιότερες λανθασμένες απόψεις, που κάποτε θεωρούνταν ως κοινά αποδεκτές αλήθειες. Για παράδειγμα, θα έπρεπε να επαναφέρουμε το σύστημα του Πτολεμαίου ή να καθιερωθεί ξανά ο καθολικισμός στις προτεσταντικές χώρες.

Το ίδιο αποτέλεσμα έχει και η φυσική απόσταση, αλλιώς μια συναφής κοινώς αποδεκτή γνώμη των υποστηρικτών του βουδισμού, του χριστιανισμού και του Ισλάμ, θα τους έφερνε σε δύσκολη θέση

Αν εξετάσουμε το θέμα διεξοδικά, θα δούμε πως, αυτό που αποκαλούμε κοινώς αποδεκτή γνώμη, δεν είναι παρά η γνώμη 2 ή 3 ατόμων. Αν μπορούσαμε να παρακολουθήσουμε την πραγματική διαδικασία γέννησης μιας γνώμης, δεν θα είχαμε γι’ αυτό την παραμικρή αμφιβολία.

Θα ανακαλύπταμε ότι, δεν είναι παρά 2 ή 3 άνθρωποι που δέχτηκαν, προώθησαν και υποστήριξαν την άποψη την 1η φορά, κι ότι οι υπόλοιποι πίστεψαν αφελώς πως οι 2-3 αυτοί άνθρωποι την είχαν εξετάσει εξονυχιστικά, προτού τη διαδώσουν. Ύστερα, αποδέχτηκαν τη γνώμη αυτοί μερικοί επιπλέον, οι οποίοι ήταν πεπεισμένοι εξαρχής πως οι άνθρωποι που την διέδωσαν είχαν την απαραίτητη κατάρτιση. Στη συνέχεια, σ’ αυτούς βασίστηκαν πολλοί άλλοι, που από οκνηρία προτίμησαν να πιστέψουν κάτι χωρίς δεύτερη σκέψη, παρά να κοπιάσουν εξετάζοντας οι ίδιοι το ζήτημα. Έτσι, ο αριθμός των νωθρών και εύπιστων υποστηρικτών μεγάλωσε μέρα με τη μέρα. Μόλις η συγκεκριμένη άποψη κέρδισε ευρεία υποστήριξη, οι υπόλοιποι που αποφάσισαν να την ενστερνιστούν απέδωσαν τη μεγάλη της απήχηση στην ορθότητά της. Τότε, όσοι είχαν απομείνει αναγκάστηκαν να αποδεχτούν ότι ήταν πλέον κοινώς αποδεκτό, προκειμένου να μην θεωρηθούν ταραξίες που απαρνιούνται τις γενικώς παραδεδεγμένες απόψεις, ή θρασείς, που θεωρούν ότι είναι πιο έξυπνοι απ’ όλους τους άλλους.

Όταν μια γνώμη φτάνει σε αυτό το βαθμό αποδοχής, η συγκατάνευση αποτελεί πλέον καθήκον. Από το σημείο αυτό και στο εξής οι λίγοι που είναι ικανοί να κρίνουν θα σιωπήσουν. Μιλούν μόνο όσοι είναι παντελώς ανίκανοι να σχηματίσουν οποιαδήποτε γνώμη ή κρίση, αφού παπαγαλίζουν απλώς τις απόψεις των άλλων. Ωστόσο, υπερασπίζονται τις συγκεκριμένες απόψεις με υπερβάλλοντα ζήλο και μισαλλοδοξία, καθώς αυτό που απεχθάνονται στους ανθρώπους με διαφορετικό τρόπο από το δικό τους δεν είναι τόσο οι διαφορετικές τους κρίσεις, όσο η τόλμη να θέλουν να σχηματίσουν τη δική τους άποψη. Εν ολίγοις, ελάχιστοι είναι ικανοί να σκεφτούν, όλοι όμως θέλουν να έχουν άποψη. Συνεπώς, δεν απομένει παρά να ενστερνιστούν έτοιμες απόψεις άλλων αντί να σχηματίσουν τις δικές τους.

Εφόσον αυτό συμβαίνει, τι αξία έχει μια γνώμη, ακόμη κι αν έχει εκατοντάδες χιλιάδες υποστηρικτές;

Δεν είναι περισσότερο τεκμηριωμένη από ένα ιστορικό γεγονός καταγεγραμμένο από 100 ιστορικούς, οι οποίοι αποδεικνύεται πως έχουν αντιγράψει ο ένας από τον άλλο, η άποψη στο τέλος μπορεί ν’ αποδοθεί σ’ ένα και μόνο άτομο. Άλλα θα πω εγώ, άλλα εσύ κι άλλα κάποιος άλλος. Δεν πρόκειται για τίποτα περισσότερο από μια σειρά ισχυρισμών.

Ο Άρτουρ Σοπενχάουερ έγραψε τον 19ο αιώνα το οξύ, οργισμένο, ανατρεπτικό και ταυτόχρονα σοφό, γλαφυρό και με υποδόριο χιούμορ δοκίμιο (που εκδόθηκε μετά θάνατον) υπό τον εύγλωττο τίτλο «Η τέχνη του να έχεις πάντα δίκιο», που αυτοσυστήνεται ως εγχειρίδιο επικράτησης έναντι οποιουδήποτε αντιπάλου σε μια αντιπαράθεση. «Εριστική διαλεκτική» έγραψε ο ίδιος ο Σοπενχάουερ, συγκαλύπτοντας έτσι κάθε ειρωνικό τόνο, «είναι η τέχνη του να λογομαχεί κανείς – και να λογομαχεί με τέτοιο τρόπο, ώστε να υπερασπίζεται επαρκώς τις θέσεις του, είτε έχει δίκιο, είτε άδικο». Και σαν να ήθελε να διαβεβαιώσει τους αναγνώστες του ότι το εννοούσε ειλικρινά αυτό, πρόσθεσε: «Σε μια αντιπαράθεση, πρέπει να αγνοήσουμε την αντικειμενική αλήθεια, ή μάλλον να την εκλάβουμε ως μια τυχαία συγκυρία, και να επικεντρωθούμε μόνο στην υπεράσπιση της θέσης μας και στην αντίκρουση της θέσης του αντιπάλου». Ασφαλώς, η αληθινή πρόθεση του Σοπενχάουερ ήταν να επιστήσει την προσοχή των αναγνωστών του στα τεχνάσματα που χρησιμοποιούν κατά κόρον οι υπόλοιποι, είτε πρόκειται για πολιτικούς, είτε για δημοσιογράφους, διαφημιστές ή εμπόρους. Προφασιζόμενος ότι διδάσκει τη «στρεψοδικία» (όπως χαρακτήρισε αργότερα ο ίδιος τη ρητορική), στην πραγματικότητα δίδαξε πώς να την αναγνωρίζει κανείς και, κατ’ επέκταση, πώς να την αντιμετωπίζει. Αυτό το δηκτικό μικρό έργο παραμένει ακόμη και σήμερα ένα πολύτιμο εργαλείο για τον σκοπό αυτό.

Zygmunt Bauman: Η εποχή μας είναι ξανά μια εποχή φόβων

Zygmunt BaumanΠαράξενη αλλά τόσο κοινή και οικεία σε όλους μας είναι η ανακούφιση που νιώθουμε, και η αιφνίδια συρροή ενέργειας και θάρρους, όταν μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα ανησυχίας, αγωνίας, σκοτεινών προαισθημάτων, ημερών γεμάτων φόβο και άγρυπτων νυχτών, αντιμετωπίζουμε τελικά τον πραγματικό κίνδυνο: μια απειλή την οποία μπορούμε να δούμε και να αγγίξουμε. Ή ίσως αυτή η εμπειρία να μην είναι τόσο παράξενη όσο φαίνεται αν, επιτέλους, μαθαίνουμε τι κρυβόταν πίσω από αυτό το ασαφές αλλά πείσμον αίσθημα κάποιου πράγματος φρικτού και προορισμένου να συμβεί, που συνέχιζε να δηλητηριάζει τις μέρες κατά τις οποίες θα έπρεπε να χαιρόμαστε, για κάποιο λόγο όμως δεν μπορούσαμε – και που έκανε τις νύχτες μας άγρυπνες … Τώρα που γνωρίζουμε από που έρχεται το πλήγμα, γνωρίζουμε επίσης, αν μη τι άλλο, τι μπορούμε να κάνουμε για να το αποκρούσουμε – ή τουλάχιστον έχουμε μάθει πόσο περιορισμένη είναι η ικανότητά μας να βγούμε αλώβητοι και τι είδους απώλεια, ή βλάβη, ή πόνο, πρέπει να περιμένουμε.

Όλοι έχουμε ακούσει ιστορίες για δειλούς που έγιναν ατρόμητοι μαχητές όταν αντιμετώπισαν κάποιον «πραγματικό κίνδυνο», όταν η καταστροφή που περίμεναν κάθε μέρα, αλλά μάταια είχαν προσπαθήσει να φανταστούν, επιτέλους ήρθε. Ο φόβος φτάνει στο αποκορύφωμά του όταν είναι διάχυτος, διάσπαρτος, ασαφής, όταν δεν συνδέεται με κάτι, όταν παραμένει αποσπασμένος από την πραγματικότητα και αιωρείται ελεύθερα, χωρίς σαφή αναφορά ή αιτία — όταν μας στοιχειώνει χωρίς ορατό ειρμό ή λόγο, όταν η απειλή που θα έπρεπε να φοβόμαστε μπορεί να αναφανεί φευγαλέα παντού, δεν μπορούμε όμως να την αντικρίσουμε πουθενά. «Φόβος» είναι το όνομα που δίνουμε στην αβεβαιότητά μας: στην άγνοιά μας για την απειλή και για ό,τι πρέπει να κάνουμε – ό,τι μπορούμε και ό,τι δεν μπορούμε να κάνουμε – προκειμένου να τη σταματήσουμε καθ’οδόν – ή να της αντισταθούμε, αν η αναχαίτισή της ξεπερνά τις δυνάμεις μας.

Η εμπειρία της ζωής στην Ευρώπη του 16ου αιώνα – στο χρόνο και στον τόπο όπου η μοντέρνα εποχή μας ήταν έτοιμη να γεννηθεί – συνοψίστηκε κοφτά, και θαυμάσια, από τον Lucien Febvre σε τέσσερις μόνο λέξεις: «Peur toujours, peur partout» («φόβος πάντα, φόβος παντού»). Ο Febvre συνέδεσε την πανταχού παρουσία του φόβου με το σκοτάδι, που άρχιζε έξω από την πόρτα της καλύβας και σκέπαζε τον κόσμο έξω από το φράκτη του αγροκτήματος. Στο σκοτάδι μπορούν να συμβούν τα πάντα, ουδείς όμως γνωρίζει τι ακριβώς θα συμβεί τελικά: το σκοτάδι δεν είναι η αιτία του φόβου, είναι όμως το φυσικό περιβάλλον της αβεβαιότητας – κι επομένως του φόβου.

Η νεωτερικότητα επρόκειτο να είναι το μεγάλο άλμα προς τα εμπρός: μακριά από το φόβο και προς έναν κόσμο απαλλαγμένο από την τυφλή και αδιαπέραστη μοίρα – αυτό το θερμοκήπιο φόβων. Όπως συλλογιζόταν ο Βίκτωρ Ουγκό, νοσταλγικά και με λυρική διάθεση εν προκειμένω: ωθημένη από την επιστήμη («ο θρόνος της πολιτικής θα μεταμορφωθεί σε θρόνο της επιστήμης»), θα έρθει μια εποχή που θα δώσει τέλος στις εκπλήξεις, τις συμφορές, τις καταστροφές – αλλά και τέλος στις διενέξεις, τις αυταπάτες, τους παρασιτισμούς… Με άλλα λόγια, μια εποχή που θα δώσει τέλος σέ όλα αυτά τα υλικά από τα οποία φτιάχνονται οι φόβοι.

Ό,τι έμελλε όμως να είναι μια οδός διαφυγής, αποδείχθηκε τουναντίον μια μακρά παράκαμψη. Πέντε αιώνες μετά, σε μας που βρισκόμαστε στο άλλο άκρο του πελώριου νεκροταφείου ρημαγμένων ελπίδων, η ετυμηγορία του Febvre ηχεί – ξανά – εντυπωσιακά ταιριαστή και επίκαιρη.  Η εποχή μας είναι, ξανά, μια εποχή φόβων.


Πηγή: Ζίγκμουντ Μπάουμαν, Ρευστός Φόβος, Εισαγωγή: Σχετικά με την καταγωγή, τη δυναμική και τις χρήσεις του φόβου, Μετ. Γιώργος Καραμπελας, Εκδόσεις Πολύτροπον 2077,

Κατάρρευση: Πως οι κοινωνίες επιλέγουν να αποτύχουν ή να επιτύχουν

ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗΗ εκπαίδευση είναι μια διαδικασία στην οποία εμπλέκονται δυο ομάδες, οι οποίες υποτίθεται ότι παίζουν διαφορετικούς ρόλους: δάσκαλοι που μεταδίδουν γνώση σε σπουδαστές και σπουδαστές που απορροφούν γνώση από τους δασκάλους. Στην πραγματικότητα, όπως ανακαλύπτει κάθε ανοιχτόμυαλος δάσκαλος, η εκπαίδευση αφορά επίσης τη μετάδοση γνώσης από τους σπουδαστές στους δασκάλους τους, με την αμφισβήτηση όσων οι δάσκαλοι υποθέτουν και με την υποβολή ερωτήσεων τις οποίες εκείνοι δεν είχαν ξανασκεφθεί.

Ανακάλυψα και πάλι το γεγονός αυτό προσφάτως, όταν δίδασκα ένα μάθημα, σχετικά με το πώς οι κοινωνίες αντιμετωπίζουν τα περιβαλλοντικά προβλήματα, σε προπτυχιακούς φοιτητές που έτρεφαν μεγάλο ενδιαφέρον για τέτοια ζητήματα, στο ίδρυμα όπου εργάζομαι, το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Λος Αντζελες (UCLA).

Η πρώτη μου διάλεξη μετά τη συνάντηση γνωριμίας της τάξης αφορούσε την κατάρρευση της κοινωνίας του Νησιού τού Πάσχα. Στη συζήτηση μετά την παρουσίασή μου, το φαινομενικά απλό ερώτημα που προβλημάτιζε περισσότερο τους σπουδαστές μου ήταν ένα ερώτημα του οποίου την πραγματική πολυπλοκότητα δεν είχα συνειδητοποιήσει προηγουμένως: πώς στην ευχή μπορούσε μια κοινωνία να πάρει μια τόσο προφανώς καταστροφική απόφαση, να κόψει όλα τα δέντρα από τα οποία εξαρτιόταν;

Ένας από τους σπουδαστές ρώτησε τι πίστευα ότι έλεγε ο κάτοικος του νησιού ο οποίος έκοψε τον τελευταίο φοίνικα τη στιγμή που το έκανε. Για κάθε άλλη κοινωνία που διαπραγματεύθηκα σε κατοπινές διαλέξεις, οι σπουδαστές μου έθεταν ουσιαστικά το ίδιο ερώτημα. Έθεταν επίσης το παραπλήσιο ερώτημα: πόσο συχνά προκαλούν οι άνθρωποι οικολογικές ζημιές σκόπιμα, ή έχοντας τουλάχιστον επίγνωση των πιθανών συνεπειών; Αντιστρόφως, πόσο συχνά οι άνθρωποι ενεργούσαν έτσι χωρίς πρόθεση ή από άγνοια; Οι σπουδαστές μου αναρωτιούνταν εάν

οι άνθρωποι του επόμενου αιώνα —αν απομείνουν άνθρωποι ζωντανοί σε εκατό χρόνια από τώρα— θα νιώθουν την ίδια έκπληξη για τη δική μας τύφλωση σήμερα, όπως νιώθουμε εμείς για την τύφλωση των κατοίκων του Νησιού τού Πάσχα.

Το ερώτημα τούτο, γιατί οι κοινωνίες καταλήγουν να καταστρέφουν τον εαυτό τους με ολέθριες αποφάσεις, δεν εκπλήσσει μόνο τους φοιτητές μου στο UCLA αλλά και τους επαγγελματίες ιστορικούς και αρχαιολόγους. Για παράδειγμα, ίσως το πιο συχνά μνημονευόμενο βιβλίο σχετικά με καταρρεύσεις κοινωνιών είναι το The Collapse of Complex Societies (Η κατάρρευση των σύνθετων κοινωνιών) του αρχαιολόγου Joseph Tainter. Αξιολογώντας τις αντικρουόμενες εξηγήσεις για τις αρχαίες καταρρεύσεις, ο Tainter δίσταζε να αποδεχθεί ακόμη και τη δυνατότητα να οφείλονταν απλώς και μόνο στην εξάντληση περιβαλλοντικών πόρων, διότι ένα τέτοιο αποτέλεσμα του φαινόταν εκ των προτέρων πολύ απίθανο. Ο συλλογισμός του ήταν ο εξής:

«Η εν λόγω άποψη προϋποθέτει ότι οι κοινωνίες εκείνες αρκέστηκαν στο να παρατηρούν την αδυναμία που τις καταλάμβανε χωρίς να λαμβάνουν διορθωτικά μέτρα. Εδώ υπάρχει μια βασική δυσκολία. Οι σύνθετες κοινωνίες χαρακτηρίζονται από συγκεντρωτική λήψη αποφάσεων, σημαντική ροή πληροφοριών, μεγάλης έκτασης συντονισμό των μερών τους, επίσημους διαύλους διοίκησης και συνδυασμένη αξιοποίηση των πόρων. Ένα μεγάλο μέρος της δομής αυτής φαίνεται ότι έχει την ικανότητα, αν όχι τον σχεδιασμένο σκοπό, να αντισταθμίζει τις διακυμάνσεις και τις ελλείψεις της παραγωγικότητας. Με τη διοικητική τους δομή και την ικανότητα να κατανέμουν τόσο την εργασία όσο και τους πόρους, η αντιμετώπιση αντίξοων περιβαλλοντικών συνθηκών είναι ίσως ένα από τα πράγματα που οι σύνθετες κοινωνίες κάνουν καλύτερα (βλ., για παράδειγμα, Isbell [1978]). Είναι παράξενο να καταρρέουν όταν αντιμετωπίζουν ακριβώς εκείνες τις συνθήκες τις οποίες έχουν προετοιμαστεί να παρακάμψουν. […] Καθώς γίνεται σαφές στα μέλη ή τους ιθύνοντες μιας σύνθετης κοινωνίας ότι η κατάσταση ενός βασικού πόρου επιδεινώνεται, το πιο λογικό είναι να υποθέσουμε ότι λαμβάνονται κάποια εύλογα μέτρα ώστε να υπάρξει μια λύση. Η αντίθετη υπόθεση —της αδράνειας μπροστά στην καταστροφή— απαιτεί ένα λογικό άλμα μπροστά στο οποίο δικαιολογημένα διστάζουμε».

Ο συλλογισμός δηλαδή του Tainter τον οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι οι σύνθετες κοινωνίες είναι απίθανο να αφεθούν να καταρρεύσουν εξαιτίας της αδυναμίας τους να διαχειριστούν τους περιβαλλοντικούς πόρους τους. Και όμως, προκύπτει σαφώς από όλες τις περιπτώσεις που εξετάστηκαν ότι τούτο ακριβώς συνέβη επανειλημμένα.

Πώς τόσο πολλές κοινωνίες έκαναν τόσο μεγάλα λάθη;

Οι φοιτητές μου στο UCLA, και ο Joseph Tainter επίσης, έχουν εντοπίσει ένα φαινόμενο που προκαλεί αμηχανία: την αδυναμία δηλαδή ομαδικής λήψης αποφάσεων από ολόκληρες κοινωνίες ή άλλες ομάδες. Το πρόβλημα σχετίζεται φυσικά με το πρόβλημα της αδυναμίας ατομικής λήψης αποφάσεων. Τα μεμονωμένα άτομα λαμβάνουν επίσης κακές αποφάσεις: συνάπτουν κακούς γάμους, προβαίνουν σε κακές επενδύσεις και κακές επιλογές για τη σταδιοδρομία τους, οι επιχειρήσεις τους αποτυγχάνουν κ.λπ. Αλλά στην αδυναμία ομαδικής λήψης αποφάσεων υπεισέρχονται μερικοί πρόσθετοι παράγοντες, όπως η σύγκρουση συμφερόντων των μελών της ομάδας και η δυναμική της ομάδας. Προφανώς πρόκειται για σύνθετο θέμα και δεν μπορεί να υπάρχει μία μοναδική απάντηση για όλες τις καταστάσεις.

Θα προτείνω αντιθέτως έναν οδικό χάρτη με τους παράγοντες που συμβάλλουν στην αδυναμία ομαδικής λήψης αποφάσεων. Θα διαιρέσω τους παράγοντες σε μια ασαφώς οριοθετημένη σειρά τεσσάρων κατηγοριών.

  • Κατ’ αρχάς, μια ομάδα ίσως δεν καταφέρει να προβλέψει ένα πρόβλημα πριν εκείνο όντως εμφανιστεί.
  • Δεύτερον, όταν εμφανιστεί το πρόβλημα, μπορεί η ομάδα να μην το αντιληφθεί.
  • Κατόπιν, αφού το αντιληφθεί, μπορεί να μην προσπαθήσει καν να το λύσει.
  • Τέλος, μπορεί να προσπαθήσει να το λύσει και να μην το κατορθώσει.

Μολονότι όλη η συζήτηση για τους λόγους της αποτυχίας και της κατάρρευσης των κοινωνιών μπορεί να φαίνεται καταθλιπτική, η άλλη όψη του νομίσματος —η επιτυχημένη δηλαδή λήψη αποφάσεων— είναι ένα ζήτημα που μας εμψυχώνει. Εάν κατανοήσουμε τους λόγους που οι ομάδες παίρνουν συχνά κακές αποφάσεις, ίσως μπορέσουμε έτσι να χρησιμοποιήσουμε τη γνώση αυτή ως οδηγό ώστε οι ομάδες να παίρνουν καλές αποφάσεις.

………..

Η πρώτη στάση στον οδικό μου χάρτη αφορά το γεγονός ότι οι ομάδες μπορούν να κάνουν καταστροφικά πράγματα διότι δεν κατάφεραν να προβλέψουν ένα συγκεκριμένο πρόβλημα πριν εκείνο εμφανιστεί, για μια σειρά από λόγους.

Ένας λόγος είναι ότι ίσως δεν είχαν προηγούμενη εμπειρία από τέτοια προβλήματα, οπότε δεν ευαισθητοποιήθηκαν μπροστά σε μια τέτοια δυνατότητα.

Κορυφαίο παράδειγμα συνιστά ο κυκεώνας που δημιούργησαν οι βρετανοί άποικοι όταν εισήγαγαν αλεπούδες και κουνέλια από τη Βρετανία στην Αυστραλία τον 19ο αιώνα. Και τα δύο κατατάσσονται σήμερα μεταξύ των πιο καταστροφικών περιπτώσεων επίδρασης ξένων ειδών σε περιβάλλον όπου δεν ανήκαν. Η συγκεκριμένη εισαγωγή καθίσταται ακόμη πιο τραγική καθώς έγινε σκόπιμα και με πολλές προσπάθειες και όχι τυχαία, όπως συνέβη σε τόσο πολλές περιπτώσεις εγκατάστασης δηλητηριωδών ζιζανίων μέσω μικροσκοπικών σπόρων οι οποίοι μεταφέρθηκαν μαζί με σανό και δεν έγιναν αντιληπτοί. Οι αλεπούδες άρχισαν να κυνηγούν πολλά είδη ιθαγενών θηλαστικών της Αυστραλίας που είχαν εξελιχθεί χωρίς εμπειρία από αλεπούδες και τα εξολόθρευσαν, ενώ τα κουνέλια καταναλώνουν μεγάλο μέρος της φυτικής τροφής η οποία προορίζεται για πρόβατα και βοοειδή, ανταγωνίζονται τα ιθαγενή φυτοφάγα θηλαστικά και υπονομεύουν το έδαφος με τις στοές τους.

Με το πλεονέκτημα της εκ των υστέρων γνώσης, θεωρούμε σήμερα απίστευτη ανοησία το γεγονός ότι οι άποικοι εξαπέλυσαν σκόπιμα στην Αυστραλία δύο ξένα θηλαστικά, τα οποία έχουν προκαλέσει ζημιές και έξοδα δισεκατομμυρίων δολαρίων προκειμένου να τεθούν υπό έλεγχο. Αναγνωρίζουμε σήμερα, από πολλά άλλα τέτοια παραδείγματα, ότι παρόμοιες εισαγωγές συχνά αποδεικνύονται καταστροφικές με απροσδόκητους τρόπους. Αυτός είναι ο λόγος που, όταν πηγαίνει κανείς στην Αυστραλία ή τις ΗΠΑ ως επισκέπτης, ή κατά την επιστροφή του εάν διαμένει εκεί, μία από τις πρώτες ερωτήσεις που κάνουν οι υπάλληλοι της υπηρεσίας μετανάστευσης είναι εάν μεταφέρει φυτά, σπόρους ή ζώα —ώστε να μειωθεί ο κίνδυνος να διαφύγουν και να εγκατασταθούν. Έχουμε πλέον μάθει από άφθονες προγενέστερες εμπειρίες να προβλέπουμε (συχνά, αλλά όχι πάντα) τουλάχιστον τους πιθανούς κινδύνους της εισαγωγής ειδών. Αλλά παραμένει δύσκολο ακόμη και για επαγγελματίες οικολόγους να προβλεφθεί ποια εισαγόμενα είδη όντως θα εγκατασταθούν, ποια από εκείνα που θα πετύχουν να εγκατασταθούν θα αποδειχθούν καταστροφικά και γιατί το ίδιο είδος εγκαθίσταται σε ορισμένους τόπους εισαγωγής και όχι σε άλλους. Συνεπώς, δεν θα έπρεπε να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι οι Αυστραλοί του 19ου αιώνα, χωρίς την εμπειρία του 20ού αιώνα σχετικά με τέτοιες καταστροφικές εισαγωγές, δεν κατάφεραν να προβλέψουν τις επιπτώσεις από τα κουνέλια και τις αλεπούδες.

…. Δίνοντας μεγάλο βάρος στο κυνήγι του θαλάσσιου ίππου, ώστε να εξάγουν φίλντισι στην Ευρώπη, οι Σκανδιναυοί της Γροιλανδίας δεν μπορούσαν να προβλέψουν ότι οι Σταυροφορίες θα εξαφάνιζαν την αγορά για το φίλντισι του θαλάσσιου ίππου, καθώς θα επέτρεπαν πάλι την πρόσβαση της Ευρώπης στο ασιατικό και αφρικανικό ελεφαντόδοντο ή ότι η αύξηση των πάγων στις θάλασσες θα εμπόδιζε τη ναυτική επικοινωνία με την Ευρώπη. Επιπλέον, καθώς δεν ήταν εδαφολόγοι, οι Μάγια τού Κοπάν δεν μπορούσαν να προβλέψουν ότι η αποδάσωση στις πλαγιές των λόφων θα πυροδοτούσε τη διάβρωση του εδάφους και ότι το χώμα θα παρασυρόταν από τις πλαγιές και θα κατέληγε στον πυθμένα των κοιλάδων.

Αλλά ακόμη και μια προηγούμενη εμπειρία δεν εγγυάται ότι η κοινωνία θα προβλέψει ένα πρόβλημα, εάν η εμπειρία είναι τόσο παλιά ώστε να έχει ξεχαστεί. Τούτο αποτελεί πρόβλημα ιδιαίτερα για μη εγγράμματες κοινωνίες, οι οποίες έχουν μικρότερη ικανότητα από τις εγγράμματες να διατηρούν λεπτομερείς μνήμες γεγονότων από το μακρινό παρελθόν, λόγω των περιορισμών της προφορικής μετάδοσης πληροφοριών σε σχέση με τη γραπτή. Για παράδειγμα, η κοινωνία των Ανασάζι στο Τσάκο Κάνιον επέζησε σε αρκετές ξηρασίες πριν υποκύψει σε μια μεγάλη ξηρασία του 12ου μ.Χ. αιώνα. Αλλά οι προγενέστερες ξηρασίες είχαν παρουσιαστεί πολύ πριν γεννηθεί οποιοσδήποτε Ανασάζι από εκείνους που έπληξε η μεγάλη ξηρασία· έτσι, εκείνη δεν θα μπορούσε να έχει προβλεφθεί, καθώς οι Ανασάζι δεν διέθεταν γραφή. Με τον ίδιο τρόπο, οι Μάγια των βαθυπέδων της Κλασικής Περιόδου υπέκυψαν σε μια ξηρασία τον 9ο αιώνα, μολονότι η περιοχή τους είχε πληγεί ξανά από ξηρασίες αιώνες πριν. Στην προκειμένη περίπτωση, μολονότι οι Μάγια είχαν γραφή, κατέγραφαν έργα βασιλέων και αστρονομικά συμβάντα, και όχι αναφορές για τις καιρικές συνθήκες, οπότε η ξηρασία του 3ου αιώνα δεν βοήθησε τους Μάγια να προβλέψουν την ξηρασία του 9ου αιώνα.

Στις σύγχρονες εγγράμματες κοινωνίες που τα γραπτά τους κείμενα διαπραγματεύονται και άλλα ζητήματα εκτός από βασιλείς και πλανήτες, δεν έπεται απαραίτητα ότι διδασκόμαστε από προηγούμενες καταγεγραμμένες εμπειρίες. Και εμείς επίσης συνηθίζουμε να ξεχνάμε. Για ένα ή δύο χρόνια μετά την έλλειψη βενζίνης κατά την πετρελαϊκή κρίση του Κόλπου το 1973, εμείς οι Αμερικανοί αποφεύγαμε τα βενζινοβόρα αυτοκίνητα, αλλά, κατόπιν, λησμονήσαμε την εμπειρία εκείνη και σήμερα αγκαλιάζουμε τα τετρακίνητα οχήματα ελεύθερου χρόνου, παρά τους τόνους μελάνης που χύθηκε γύρω από τα γεγονότα τού 1973. Όταν η πόλη Τούσον της Αριζόνας δοκιμάστηκε από μια σοβαρή ξηρασία τη δεκαετία τού 1950, οι κάτοικοί της, ανήσυχοι, ορκίστηκαν ότι θα διαχειρίζονταν το νερό τους καλύτερα, αλλά γρήγορα ξαναγύρισαν στις συνήθειές τους της υπερκατανάλωσης νερού, κατασκευάζοντας γήπεδα γκολφ και ποτίζοντας τους κήπους τους.

Ένας άλλος λόγος για τον οποίο μια κοινωνία ίσως δεν μπορέσει να προβλέψει ένα πρόβλημα αφορά το συλλογισμό με λανθασμένες αναλογίες. Όταν βρισκόμαστε σε μια άγνωστη κατάσταση, καταφεύγουμε σε αναλογίες με παλιές οικείες καταστάσεις. Πρόκειται για έναν καλό τρόπο δράσης εάν η παλιά και η νέα κατάσταση είναι όντως ανάλογες, αλλά μπορεί να αποδει-χθεί επικίνδυνος εάν μοιάζουν μόνο επιφανειακά. Για παράδειγμα, οι Βίκινγκς που άρχισαν να μεταναστεύουν στην Ισλανδία γύρω στο 870 μ.Χ. είχαν έλθει από τη Νορβηγία και τη Βρετανία, οι οποίες έχουν βαριά αργιλώδη χώματα, αλεσμένα από τους παγετώνες. Ακόμη και αν αυτά τα χώματα απογυμνωθούν από τη βλάστηση που τα καλύπτει, είναι τόσο βαριά ώστε δεν τα παρασύρουν οι άνεμοι. Όταν οι άποικοι Βίκινγκς συνάντησαν στην Ισλανδία πολλά από τα είδη δέντρων της Νορβηγίας και της Βρετανίας, παραπλανήθηκαν από τη φαινομενική ομοιότητα του τοπίου . Δυστυχώς, τα χώματα της Ισλανδίας δεν σχηματίστηκαν από τη δράση των παγετώνων αλλά από την ελαφριά στάχτη ηφαιστειακών εκρήξεων που μετέφεραν οι άνεμοι. Όταν οι Βίκινγκς έκοψαν τα δάση της Ισλανδίας για να δημιουργήσουν βοσκοτόπους για τα ζώα τους, τα ελαφριά χώματα έμειναν εκτεθειμένα στους ανέμους που άρχισαν να τα παρασύρουν πάλι, και μεγάλο μέρος των επιφανειακών χωμάτων της Ισλανδίας γρήγορα διαβρώθηκε.

Ένα τραγικό και διάσημο σύγχρονο παράδειγμα συλλογισμού με λανθασμένες αναλογίες αφορά τις γαλλικές στρατιωτικές προετοιμασίες για τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μετά το φρικτό λουτρό αίματος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, η Γαλλία αναγνώρισε τη ζωτική ανάγκη να προστατευθεί από την πιθανότητα άλλης μιας γερμανικής εισβολής. Δυστυχώς, το επιτελείο του γαλλικού στρατού υπέθεσε ότι ο επόμενος πόλεμος θα διεξαγόταν όπως και ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, κατά τον οποίο το Δυτικό Μέτωπο μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας είχε καθηλωθεί επί τέσσερα χρόνια σε έναν στατικό πόλεμο χαρακωμάτων. Αμυντικές δυνάμεις πεζικού που επάνδρωναν περίπλοκα οχυρά μπορούσαν συνήθως να αποκρούουν επιθέσεις πεζικού, ενώ οι επιτιθέμενες δυνάμεις ανέπτυσσαν τα τανκς, που είχαν μόλις εφευρεθεί, σε μεμονωμένες περιπτώσεις και μόνο σε υποστήριξη του επιτιθέμενου πεζικού. Συνεπώς, η Γαλλία κατασκεύασε ένα ακόμη πιο περίπλοκο και δαπανηρό σύστημα οχυρών, τη Γραμμή Μαζινό, για να περιφρουρήσει τα ανατολικά της σύνορα απέναντι στη Γερμανία. Αλλά το επιτελείο του γερμανικού στρατού, που είχε ηττηθεί στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αναγνώρισε την ανάγκη μιας διαφορετικής στρατηγικής. Χρησιμοποίησε τα τανκς αντί για το πεζικό ως αιχμή των επιθέσεών του, τα συγκέντρωσε σε χωριστές τεθωρακισμένες μεραρχίες, παρέκαμψε τη Γραμμή Μαζινό περνώντας μέσα από δασώδεις εκτάσεις που θεωρούνταν μέχρι τότε ακατάλληλες για τανκς και νίκησε έτσι τη Γαλλία μέσα σε έξι εβδομάδες μόνο. Με τους συλλογισμούς τους βάσει λανθασμένων αναλογιών με τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι γάλλοι στρατηγοί διέπραξαν ένα συνηθισμένο λάθος: συχνά οι στρατηγοί εκπονούν σχέδια για τον επόμενο πόλεμο σαν να πρόκειται να είναι ίδιος με τον προηγούμενο, ιδιαίτερα εάν ο προηγούμενος πόλεμος ήταν νικηφόρος για τη δική τους πλευρά.

………..

Η δεύτερη στάση στον οδικό μου χάρτη αφορά την ικανότητα ή την ανικανότητα μιας κοινωνίας να αντιληφθεί ένα πρόβλημα όταν όντως έχει αυτό εμφανιστεί, είτε προηγουμένως το προέβλεψε είτε δεν κατάφερε να το προβλέψει.

Υπάρχουν τουλάχιστον τρεις λόγοι για τέτοιες αποτυχίες, όλοι τους συνηθισμένοι στον κόσμο των επιχειρήσεων και τους ακαδημαϊκούς κύκλους.

Πρώτον, η έναρξη κάποιων προβλημάτων είναι κυριολεκτικά ανεπαίσθητη. Για παράδειγμα, οι θρεπτικές ουσίες στις οποίες οφείλεται η γονιμότητα του εδάφους είναι αόρατες διά γυμνού οφθαλμού, και μόνο στη σύγχρονη εποχή έγιναν μετρήσιμες με τη χημική ανάλυση. Στην Αυστραλία, τη Μανγκαρέβα, σε περιοχές στα νοτιοδυτικά των ΗΠΑ και σε πολλές άλλες τοποθεσίες, οι περισσότερες θρεπτικές ουσίες είχαν ήδη παρασυρθεί από τις βροχές πριν από την εγκατάσταση του ανθρώπου. Όταν έφτασαν οι άνθρωποι και άρχισαν να καλλιεργούν τη γη, οι θρεπτικές ουσίες που απέμεναν εξαντλήθηκαν γρήγορα, με αποτέλεσμα την αποτυχία των καλλιεργειών. Εντούτοις, τέτοια εδάφη φτωχά σε θρεπτικές ουσίες έχουν συχνά βλάστηση με πλούσια εμφάνιση· εκείνο που συμβαίνει είναι ότι οι περισσότερες θρεπτικές ουσίες του οικοσυστήματος περιέχονται στη βλάστηση και όχι στο έδαφος, οπότε χάνονται εάν κάποιος αφαιρέσει τη βλάστηση. Οι πρώτοι άποικοι της Αυστραλίας και της Μανγκαρέβα δεν είχαν κανέναν τρόπο να αντιληφθούν τούτο το πρόβλημα εξάντλησης των θρεπτικών ουσιών του εδάφους —ούτε οι αγρότες σε περιοχές με άλατα στο υπέδαφος (όπως στην ανατολική Μο-ντάνα και σε τμήματα της Αυστραλίας και της Μεσοποταμίας) είχαν τρόπο να αντιληφθούν την έναρξη της αλάτωσης— ούτε θα μπορούσε κανείς να αντιληφθεί τον τοξικό χαλκό και τα οξέα που ήταν διαλυμένα στα απόνερα των ορυχείων με θειούχα κοιτάσματα.

Μια άλλη συχνή αιτία της αδυναμίας να γίνει αντιληπτό ένα πρόβλημα μετά την ανάδυσή του είναι ότι οι ιθύνοντες μπορεί να βρίσκονται πολύ μακριά, κατάσταση πιθανή σε κάθε μεγάλη κοινωνία ή επιχείρηση. Για παράδειγμα, η μεγαλύτερη ιδιωτική εταιρεία ξυλείας και ιδιοκτησίας γης σήμερα στη Μοντάνα δεν έχει τη βάση της μέσα στην Πολιτεία αλλά σε απόσταση 645 χιλιομέτρων, στο Σιάτλ της Πολιτείας τής Ουάσινγκτον. Καθώς δεν βρίσκονται επί τόπου, τα στελέχη της εταιρείας πιθανόν να μην αντιληφθούν ότι έχουν ένα μεγάλο πρόβλημα στη δασική τους περιουσία εξαιτίας των ζιζανίων. Οι επιχειρήσεις που διοικούνται σωστά αποφεύγουν τέτοιες εκπλήξεις στέλνοντας ανά διαστήματα στελέχη τους «επί του πεδίου» για να παρατηρήσουν τι πραγματικά συμβαίνει· έτσι και ένας ψηλός φίλος μου, που ήταν πρόεδρος κολεγίου, έκανε τακτική εξάσκηση με τους μαθητές του σχολείου του στα γήπεδα του μπάσκετ, ώστε να παραμένει ενήμερος σχετικά με τον τρόπο σκέψης των μαθητών. Το αντίθετο της αποτυχίας λόγω απομακρυσμένων στελεχών είναι η επιτυχία λόγω επιτόπιας παρουσίας τους. Ένας από τους λόγους που οι Τικοπιανοί στο μικροσκοπικό τους νησί και οι κάτοικοι των Υψιπέδων της Νέας Γουινέας στις κοιλάδες τους διαχειρίζονται με επιτυχία τους πόρους τους επί 1.000 και πλέον χρόνια έγκειται στο ότι όλοι στο νησί ή στην κοιλάδα είναι εξοικειωμένοι με το σύνολο των εδαφών από τα οποία εξαρτάται η κοινωνία τους.

Ίσως η πιο κοινή περίπτωση στην οποία οι κοινωνίες δεν αντιλαμβάνονται ένα πρόβλημα είναι όταν αυτό παίρνει τη μορφή μιας ανεπαίσθητης τάσης που επισκιάζεται από μεγάλες διακυμάνσεις. Το κυριότερο παράδειγμα στη σύγχρονη εποχή είναι η παγκόσμια θέρμανση. Συνειδητοποιούμε σήμερα ότι οι θερμοκρασίες αυξάνονται παγκοσμίως με αργούς ρυθμούς τις τελευταίες δεκαετίες, σε μεγάλο βαθμό εξαιτίας ατμοσφαιρικών αλλαγών που προκαλούν οι άνθρωποι. Εντούτοις, δεν πρόκειται για περίπτωση όπου το κλίμα είναι κάθε χρόνο ακριβώς 0,01 βαθμούς θερμότερο από τον προηγούμενο χρόνο. Απεναντίας, όπως όλοι γνωρίζουμε, το κλίμα κυμαίνεται ακανόνιστα από χρόνο σε χρόνο: ένα καλοκαίρι είναι 3 βαθμούς θερμότερο από το προηγούμενο, ύστερα το επόμενο καλοκαίρι είναι 2 βαθμούς πάνω, το επόμενο είναι 4 βαθμούς κάτω, άλλον 1 βαθμό κάτω το επόμενο, κατόπιν 5 βαθμούς πάνω κ.λπ. Με τέτοιες μεγάλες και απρόβλεπτες διακυμάνσεις, χρειάστηκε πολύς χρόνος για να διακριθεί η μέση ανοδική τάση των 0,01 βαθμών ετησίως μέσα στο θόρυβο του σήματος. Αυτός είναι ο λόγος που οι περισσότεροι επαγγελματίες κλιματολόγοι, οι οποίοι προηγουμένως ήταν σκεπτικιστές σχετικά με την πραγματικότητα της παγκόσμιας θέρμανσης, πείστηκαν μόλις πριν από λίγα χρόνια. Τη στιγμή, πάντως, που έγραφα τούτες τις γραμμές, ο πρόεδρος Μπους των ΗΠΑ δεν είχε πειστεί και θεωρούσε ότι χρειαζόμαστε περισσότερη έρευνα. Οι μεσαιωνικοί Γροιλανδοί είχαν την ίδια δυσκολία να αναγνωρίσουν ότι το κλίμα τους γινόταν βαθμιαία ψυχρότερο, ενώ οι Μάγια και οι Ανασάζι αδυνατούσαν να διακρίνουν ότι το δικό τους γινόταν ξηρότερο.

Οι πολιτικοί χρησιμοποιούν τον όρο «έρπουσα κανονικότητα» όταν αναφέρονται σε τέτοιου είδους αργή τάση που καλύπτεται από το θόρυβο των διακυμάνσεων. Εάν η οικονομία, τα σχολεία, η κυκλοφοριακή συμφόρηση ή οτιδήποτε άλλο επιδεινώνεται αργά, δύσκολα θα αναγνωρίσουμε ότι ο επόμενος χρόνος είναι κατά μέσον όρο ελαφρώς χειρότερος από τον προηγούμενο, οπότε το βασικό μέτρο για το τι συνιστά «κανονικότητα» μετατοπίζεται βαθμιαία και ανεπαίσθητα. Πιθανόν να χρειαστούν μερικές δεκαετίες με μια μακρά σειρά τέτοιων ελαφριών αλλαγών από χρόνο σε χρόνο πριν αντιληφθούν οι άνθρωποι, ξαφνιασμένοι, ότι οι συνθήκες ήταν πολύ καλύτερες πριν από αρκετές δεκαετίες και ότι εκείνο που γίνεται δεκτό ως κανονικότητα έχει ολισθήσει προς τα κάτω.

Ένας άλλος όρος σχετικός με την έρπουσα κανονικότητα είναι η «αμνησία τοπίου»: λησμονούμε πόσο διαφορετικό ήταν το τοπίο που μας περιβάλλει πριν από πενήντα χρόνια, διότι η αλλαγή από χρόνο σε χρόνο έγινε με πολύ αργούς ρυθμούς. Ένα παράδειγμα αφορά την τήξη των παγετώνων και των χιονισμένων εκτάσεων της Μοντάνα που προκλήθηκε από την παγκόσμια θέρμανση. Αφού πέρασα ως έφηβος τα καλοκαίρια τού 1953 και του 1956 στη Λεκάνη τού Μπιγκ Χόουλ τής Μοντάνα, δεν επέστρεψα εκεί παρά μόνο σαράντα δύο χρόνια αργότερα, το 1998, όταν άρχισα να πηγαίνω κάθε χρόνο. Μερικές από τις ζωντανές μνήμες της εφηβείας μου για το Μπιγκ Χόουλ ήταν το χιόνι που σκέπαζε τις μακρινές βουνοκορφές ακόμη και στα μέσα του καλοκαιριού, η αίσθηση που μου δημιουργούσε ότι μια λευκή λωρίδα χαμηλά στον ουρανό περικυκλώνει τη λεκάνη και η ανάμνηση της εκδρομής ενός σαββατοκύριακου όταν δύο φίλοι μου και εγώ σκαρφαλώσαμε μέχρι τη μαγική εκείνη λωρίδα χιονιού. Καθώς δεν είχα ζήσει τις διακυμάνσεις και τη βαθμιαία ελάττωση του θερινού χιονιού στα σαράντα δύο χρόνια που μεσολάβησαν, ξαφνιάστηκα και στενοχωρήθηκα όταν, επιστρέφοντας στο Μπιγκ Χόουλ το 1998, είδα ότι η λωρίδα είχε σχεδόν εξαφανιστεί, ενώ το 2001 και το 2003 είχε λιώσει εντελώς. Όταν ρώτησα τους φίλους μου που έμεναν στη Μοντάνα, είχαν λιγότερη επίγνωση της αλλαγής: ασυνείδητα συνέκριναν τη λωρίδα (ή την έλλειψή της) με τα λίγα προηγούμενα χρόνια. Η έρπουσα κανονικότητα ή αμνησία τοπίου τούς δυσκόλευε περισσότερο από εμένα να θυμηθούν πώς ήταν οι συνθήκες τη δεκαετία τού 1950. Τέτοιες εμπειρίες είναι σημαντική αιτία της αδυναμίας των ανθρώπων να παρατηρήσουν ένα αναπτυσσόμενο πρόβλημα πριν είναι πολύ αργά.

Υποπτεύομαι ότι η αμνησία τοπίου ήταν ένα μέρος της απάντησης στο ερώτημα των σπουδαστών μου στο UCLA «Τι έλεγε ο κάτοικος του Νησιού τού Πάσχα που έκοψε τον τελευταίο φοίνικα όταν το έκανε;». Φανταζόμαστε ασυνείδητα μια απότομη αλλαγή: τον ένα χρόνο, το νησί καλύπτεται ακόμα από ένα δάσος με ψηλούς φοίνικες που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή κρασιού, φρούτων και ξυλείας για τη μεταφορά και την ανέγερση αγαλμάτων-τον επόμενο χρόνο, έχει απομείνει μόνο ένα δέντρο, το οποίο κόβει ένας νησιώτης σε μια πράξη απίστευτα αυτοκαταστροφικής ανοησίας. Πολύ πιθανότερο, ωστόσο, είναι ότι οι αλλαγές στα δάση από χρόνο σε χρόνο ήταν σχεδόν αδιόρατες: ναι, τούτο το χρόνο κόψαμε λίγα δέντρα εκεί, αλλά αρχίζουν πάλι να φυτρώνουν βλαστάρια εδώ σε τούτο τον εγκαταλελειμμένο κήπο. Μόνο οι γηραιότεροι νησιώτες, που αναλογίζονταν την παιδική τους ηλικία πριν από δεκαετίες, θα μπορούσαν να αναγνωρίσουν μια διαφορά. Τα παιδιά τους δεν θα μπορούσαν να καταλάβουν τα παραμύθια των γονέων τους για ένα δάσος με ψηλά δέντρα, περισσότερο από όσο οι δεκαεπτάχρονοι γιοι μου μπορούν σήμερα να καταλάβουν όσα η γυναίκα μου και εγώ εξιστορούμε για το πώς ήταν το Λος Άντζελες πριν από σαράντα χρόνια. Βαθμιαία, τα δέντρα του Νησιού τού Πάσχα έγιναν λιγότερα, μικρότερα και λιγότερο σημαντικά. Την εποχή που ο τελευταίος ώριμος καρποφόρος φοίνικας κόπηκε, είχε ήδη πάψει από καιρό να έχει οποιαδήποτε οικονομική σημασία.Έτσι έμενε να κόβονται κάθε χρόνο απλώς τα όλο και μικρότερα βλαστάρια φοίνικα, μαζί με άλλους θάμνους και δενδρύλλια. Κανείς δεν θα είχε παρατηρήσει ότι το τελευταίο μικρό βλαστάρι φοίνικα έπεσε. Μέχρι τότε, η μνήμη του πολύτιμου φοινικοδάσους πριν από αιώνες είχε υποκύψει στην αμνησία τοπίου. Αντιστρόφως, η ταχύτητα με την οποία επεκτάθηκε η αποδάσωση στην Ιαπωνία της πρώιμης Περιόδου Τοκουγκάβα διευκόλυνε τους σογκούν της να αναγνωρίσουν τις αλλαγές στο τοπίο και την ανάγκη για προληπτική δράση.

………..

Η τρίτη στάση στον οδικό μου χάρτη των αποτυχιών είναι η πιο συχνή, η πιο εκπληκτική και εκείνη η οποία απαιτεί τη μεγαλύτερη συζήτηση, καθώς εμφανίζεται με ευρύτατη ποικιλία μορφών. Αντίθετα με ότι θα περίμενε ο Joseph Tainter και κάθε άλλος σχεδόν, διαπιστώνεται ότι οι κοινωνίες συχνά δεν επιχειρούν καν να λύσουν ένα πρόβλημα από τη στιγμή που αυτό γίνεται αντιληπτό.

Πολλοί από τους λόγους μιας τέτοιας αποτυχίας εμπίπτουν σε ό,τι οι οικονομολόγοι και άλλοι κοινωνικοί επιστήμονες ονομάζουν «ορθολογική συμπεριφορά», η οποία προκύπτει από τη σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ ανθρώπων. Δηλαδή, μερικοί άνθρωποι μπορεί να υπολογίζουν —σωστά— ότι μπορούν να προωθήσουν τα συμφέροντά τους με συμπεριφορά που βλάπτει άλλους ανθρώπους. Οι επιστήμονες ονομάζουν μια τέτοια συμπεριφορά «ορθολογική» ακριβώς επειδή η συλλογιστική της είναι ορθή, έστω και αν μπορεί να κριθεί ηθικά κατακριτέα. Οι δράστες γνωρίζουν ότι συχνά η κακή τους συμπεριφορά θα μείνει ατιμώρητη, ιδιαίτερα εάν δεν υπάρχει νόμος που να την απαγορεύει ή εάν ο νόμος δεν εφαρμόζεται αποτελεσματικά. Αισθάνονται ασφαλείς, διότι συνήθως είναι συγκεντρωμένοι σε μικρούς αριθμούς και έχουν ένα ισχυρό κίνητρο: την προοπτική να δρέψουν μεγάλα, σίγουρα και άμεσα κέρδη, ενώ οι ζημιές διαχέονται σε μεγάλους αριθμούς ανθρώπων. Τούτο δεν αποτελεί κίνητρο για τους χαμένους ώστε να κάνουν τον κόπο να αντιπαλέψουν, διότι το κόστος για τον κάθε χαμένο θα είναι μικρό, ενώ λίγο, αβέβαιο και όχι άμεσο θα είναι το κέρδος του ακόμη και αν αποτινάξει με επιτυχία την αρπάγη της μειοψηφίας.

Ένα παράδειγμα είναι οι επονομαζόμενες παράλογες επιδοτήσεις, τα μεγάλα χρηματικά ποσά που πληρώνουν οι κυβερνήσεις για να στηρίξουν βιομηχανίες οι οποίες χωρίς τις επιδοτήσεις θα ήταν ίσως αντιοικονομικές. Τέτοια είναι πολλά ιχθυοτροφεία, η παραγωγή ζάχαρης στις ΗΠΑ και η βαμβακοκαλλιέργεια στην Αυστραλία (η οποία επιδοτείται έμμεσα, καθώς η κυβέρνηση επωμίζεται το κόστος του νερού για την άρδευση). Οι σχετικά λίγοι ψαράδες και καλλιεργητές ασκούν πίεση πεισματικά για τις επιδοτήσεις οι οποίες αντιπροσωπεύουν μεγάλο μέρος του εισοδήματος τους, ενώ οι χαμένοι (όλοι οι φορολογούμενοι) δεν αντιδρούν εξίσου ενεργητικά, εφόσον η επιδότηση χρηματοδοτείται με ένα μικρό μόνο εκ μέρους τους χρηματικό ποσό, κρυμμένο στο φόρο που καταβάλλει κάθε πολίτης. Μέτρα τα οποία ευνοούν μια μικρή μειοψηφία εις βάρος της μεγάλης πλειοψηφίας είναι ιδιαίτερα πιθανόν να απαντούν σε ορισμένους τύπους δημοκρατίας που δίνουν «ρυθμιστική εξουσία» σε κάποιες μικρές ομάδες: λόγου χάρη, γερουσιαστές από μικρές πολιτείες στη Γερουσία των ΗΠΑ ή μικρά θρησκευτικά κόμματα τα οποία καθορίζουν συχνά το συσχετισμό δυνάμεων στο Ισραήλ, σε βαθμό που κάτι ανάλογο θα ήταν σχεδόν αδύνατο στο κοινοβουλευτικό σύστημα της Ολλανδίας.

Ένας συχνός τύπος ορθολογικής κακής συμπεριφοράς είναι το «καλό για μένα, κακό για σένα και για κάθε άλλον» —για να το πούμε καθαρά, η «εγωιστική» συμπεριφορά. Ένα απλό παράδειγμα είναι το εξής: οι περισσότεροι ψαράδες τής Μοντάνα ψαρεύουν πέστροφες. Λίγοι ψαράδες που προτιμούν να ψαρεύουν λούτσους, ένα μεγαλύτερο σαρκοβόρο ψάρι το οποίο δεν ενδημεί στη δυτική Μοντάνα, εισήγαγαν λαθραία και παράνομα λούτσους σε μερικές λίμνες και ποταμούς της δυτικής Μοντάνα· το αποτέλεσμα ήταν να καταστραφεί η αλιεία της πέστροφας, καθώς όλες εξολοθρεύθηκαν. Αυτό ήταν καλό για τους λίγους ψαράδες λούτσου και κακό για τους πολύ περισσότερους ψαράδες πέστροφας.

Ένα παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο δημιουργούνται περισσότεροι χαμένοι και μεγαλύτερες χρηματικές ζημιές είναι το εξής: Μέχρι το 1971, όταν οι εξορυκτικές εταιρείες στη Μοντάνα έκλειναν ένα ορυχείο, το εγκατέλειπαν απλώς, αφήνοντας το χαλκό, το αρσενικό και τα οξέα να διαρρέουν στους ποταμούς, διότι η Πολιτεία τής Μοντάνα δεν είχε κανένα νόμο που να υποχρεώνει τις εταιρείες να καθαρίσουν τα ορυχεία μετά το κλείσιμό τους. Το 1971, η Πολιτεία τής Μοντάνα υιοθέτησε έναν τέτοιο νόμο, αλλά οι εταιρείες ανακάλυψαν ότι μπορούσαν να εξορύξουν το πολύτιμο μετάλλευμα και μετά να κηρύξουν απλώς χρεοκοπία, πριν υποβληθούν στα έξοδα του καθαρισμού. Το αποτέλεσμα ήταν ένα κόστος περίπου 500 εκατομμυρίων δολαρίων για τον καθαρισμό, το οποίο έπρεπε να επωμιστούν οι πολίτες τής Μοντάνα και των ΗΠΑ. Τα διευθυντικά στελέχη των εταιρειών εξόρυξης είχαν αντιληφθεί σωστά ότι ο νόμος τούς επέτρεπε να εξοικονομήσουν χρήματα για λογαριασμό των εταιρειών τους και να προωθήσουν τα δικά τους συμφέροντα με δώρα και υψηλούς μισθούς, προκαλώντας αναστάτωση και ρύπανση και αφήνοντας τα βάρη στην κοινωνία. Θα μπορούσαν να αναφερθούν αμέτρητα άλλα παραδείγματα τέτοιας συμπεριφοράς στον κόσμο των επιχειρήσεων, αλλά δεν είναι τόσο γενικευμένη όσο υποψιάζονται κάποιοι κυνικοί.

Μια ιδιαίτερη μορφή σύγκρουσης συμφερόντων έχει γίνει πολύ γνωστή με το όνομα τραγωδία των κοινόχρηστων πόρων, που με τη σειρά της συνδέεται στενά με τις αντιπαραθέσεις οι οποίες ονομάζονται «το δίλημμα του φυλακισμένου» και «η λογική της συλλογικής δράσης». Ας θεωρήσουμε μια κατάσταση στην οποία πολλοί καταναλωτές εκμεταλλεύονται έναν πόρο κοινής ιδιοκτησίας, όπως όταν οι ψαράδες αλιεύουν ψάρια σε μια περιοχή του ωκεανού ή όταν οι βοσκοί βόσκουν τα πρόβατά τους σε ένα κοινοτικό λιβάδι. Εάν όλοι υπερεκμεταλλεύονται τον πόρο, αυτός θα εξαντληθεί λόγω υπερβολικής αλιείας ή βόσκησης, οπότε θα παρακμάσει ή θα εξαφανιστεί και όλοι οι καταναλωτές θα υποφέρουν. Συνεπώς, θα ήταν κοινό συμφέρον όλων των καταναλωτών να αυτοσυγκρατηθούν και να αποφύγουν την υπερεκμετάλλευση. Αλλά στο βαθμό που δεν υπάρχει αποτελεσματική ρύθμιση της εκμετάλλευσης η οποία αντιστοιχεί στον κάθε καταναλωτή, τότε ο καθένας θα σκεφθεί με το δίκιο του ότι «Εάν δεν πιάσω αυτά τα ψάρια, ή εάν δεν αφήσω τα πρόβατά μου να βοσκήσουν σε εκείνο το γρασίδι, κάποιοι άλλοι ψαράδες ή βοσκοί θα το κάνουν ούτως ή άλλως, οπότε δεν έχει νόημα να αποφύγω την υπερβολική αλίευση ή βόσκηση». Η σωστή ορθολογική συμπεριφορά στην περίπτωση αυτή είναι να αποκομίσει κανείς οφέλη πριν μπορέσει να το κάνει ο επόμενος καταναλωτής, έστω και αν το τελικό αποτέλεσμα πιθανόν να είναι η καταστροφή του κοινόχρηστου πόρου εις βάρος όλων ανεξαιρέτως των καταναλωτών.

Στην πραγματικότητα, μολονότι η ανωτέρω λογική έχει οδηγήσει σε υπερεκμετάλλευση και καταστροφή πολλών κοινόχρηστων πόρων, άλλοι έχουν διατηρηθεί σε συνθήκες εκμετάλλευσης επί εκατοντάδες, ακόμη και χιλιάδες χρόνια. Μερικά από τα δυσάρεστα αποτελέσματα είναι η υπερεκμετάλλευση και κατάρρευση των περισσότερων μεγάλων θαλάσσιων αλιευτικών πεδίων, καθώς και η εξολόθρευση μεγάλου μέρους της μεγαπανίδας (μεγάλα θηλαστικά, πτηνά και ερπετά) σε κάθε νησί ή ήπειρο όπου εγκαταστάθηκαν άνθρωποι για πρώτη φορά, μέσα στα τελευταία 50.000 χρόνια.

Μια προφανής λύση είναι να επέμβει η κυβέρνηση ή κάποια άλλη εξωτερική δύναμη —με ή χωρίς την πρόσκληση των καταναλωτών— και να επιβάλει ποσοστώσεις, όπως έκαναν σχετικά με την υλοτόμηση οι σογκούν και οι νταιμιο στην Ιαπωνία των Τοκουγκάβα , οι αυτοκράτορες Ίνκας στις Άνδεις και οι πρίγκιπες και πλούσιοι γαιοκτήμονες στη Γερμανία του 16ου αιώνα. Εντούτοις, αυτό δεν είναι πρακτικό σε ορισμένες περιπτώσεις (για παράδειγμα, στον ανοικτό ωκεανό) και συνεπάγεται υπέρογκο κόστος διαχείρισης και αστυνόμευσης σε άλλες περιπτώσεις.

Μια δεύτερη λύση είναι η ιδιωτικοποίηση του πόρου, η διαίρεσή του δηλαδή σε ατομικά ιδιόκτητα τεμάχια όπου κάθε ιδιοκτήτης θα έχει ένα κίνητρο για τη συνετή διαχείριση των συμφερόντων του. Αυτή η πρακτική εφαρμόστηκε σε κάποια δάση της Ιαπωνίας των Τοκουγκάβα τα οποία ανήκαν σε χωριά. Και πάλι όμως, κάποιοι πόροι (όπως τα αποδημητικά ζώα και ψάρια) είναι αδύνατο να υποδιαιρεθούν, ενώ ο αποκλεισμός των παρεισάκτων ίσως αποδειχθεί ακόμη δυσκολότερος για τους μεμονωμένους ιδιοκτήτες από όσο είναι για την ακτοφυλακή ή την αστυνομία μιας κυβέρνησης.

Η τελευταία λύση στην τραγωδία των κοινόχρηστων πόρων είναι η αναγνώριση από τους καταναλωτές των κοινών τους συμφερόντων και ο σχεδιασμός, η συμμόρφωση και η επιβολή συνετών ποσοστώσεων εκμετάλλευσης από τους ίδιους. Τούτο είναι πιθανόν να συμβεί μόνο εάν ικανοποιείται μια ολόκληρη σειρά προϋποθέσεων: εάν οι καταναλωτές σχηματίζουν ομοιογενή ομάδα· εάν έχουν μάθει να εμπιστεύονται ο ένας τον άλλο και να επικοινωνούν μεταξύ τους· εάν προσβλέπουν σε ένα κοινό μέλλον και προσδοκούν να κληροδοτήσουν τον πόρο στους κληρονόμους τους· εάν είναι ικανοί να οργανωθούν και να αστυνομεύονται οι ίδιοι και εάν τους επιτρέπεται να το κάνουν· τέλος, εάν τα όρια του πόρου και της ομάδας των καταναλωτών είναι καλώς ορισμένα.

Ένα καλό παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση των δικαιωμάτων στο νερό για άρδευση στη Μοντάνα. Μολονότι η κατανομή εκείνων των δικαιωμάτων έχει κατοχυρωθεί με νόμο, οι ραντσέρηδες σήμερα υπακούουν κυρίως στον επίτροπο που έχει την ευθύνη του νερού και τον οποίο εκλέγουν οι ίδιοι, οπότε δεν φέρνουν πλέον τις αντιδικίες τους στα δικαστήρια. Άλλα τέτοια παραδείγματα ομοιογενών ομάδων, οι οποίες διαχειρίζονται συνετά τους πόρους που προσδοκούν να κληροδοτήσουν στα παιδιά τους, είναι οι κάτοικοι του νησιού Τικόπια, οι ορεσίβιοι της Νέας Γουινέας, τα μέλη των ινδικών καστών και άλλες ομάδες. Εκείνες οι μικρές ομάδες, μαζί με τις μεγαλύτερες ομάδες που συνιστούσαν οι Ισλανδοί  και οι Ιάπωνες της Περιόδου Τοκουγκάβα, είχαν ως επιπλέον κίνητρο για την επίτευξη συμφωνίας την ουσιαστική απομόνωσή τους: ήταν προφανές σε ολόκληρη την ομάδα ότι έπρεπε να επιβιώσει στο ορατό μέλλον με τα δικά της μόνο μέσα. Τέτοιες ομάδες ήξεραν ότι δεν μπορούσαν να προβάλουν τη συχνή δικαιολογία που αποτελεί συνταγή κακοδιαχείρισης: «Δεν είναι δικό μου πρόβλημα, αλλά κάποιου άλλου».

Επιλεγμένα αποσπάσματα από το βιβλίο του  Jared Diamond «Κατάρρευση – Πως οι κοινωνίες επιλέγουν να αποτύχουν ή να επιτύχουν «

Πηγή