Αντόν Τσέχωφ: Η ζωή είναι ωραία

Η ζωή είναι ένα πολύ άνοστο αστείο, μα μπορείς πολύ εύκολα να την κάνεις πιο νόστιμη.

Και δεν είναι ανάγκη να κερδίσεις 200.000 ρούβλια, να πάρεις το παράσημο του Λευκού Αετού, να παντρευτείς ωραία γυναίκα, να θεωρείσαι νομιμόφρων πολίτης: όλα τούτα τα αγαθά είναι φθαρτά και υφίστανται τις συνέπειες της συνήθειας.

Για να αισθάνεσαι ευτυχία αδιάκοπη, ακόμα και σε στιγμές μελαγχολίας, πρέπει:

α) Να αρκείσαι στο παρόν, και

β) να χαίρεσαι στη σκέψη πως «θα μπορούσε να ήταν χειρότερα».

Πράγμα καθόλου δύσκολο.

Όταν τα σπίρτα παίρνουν φωτιά στην τσέπη σου, να χαίρεσαι και να ευχαριστείς το Θεό που δεν είχες εκεί μέσα καμιά μπουρουταποθήκη.

Όταν σου μπει αγκάθι στο δάκτυλο, να χαίρεσαι, και να λες: «Πάλι καλά που δε μου μπήκε στο μάτι!»

Αν σε πονάει ένα δόντι, να είσαι ενθουσιασμένος, που δε σου πονάνε όλα σου.

Να χαίρεσαι που έχεις τη δυνατότητα να μη διαβάζεις τον «Πολίτη» και που δεν έχεις παντρευτεί τρεις γυναίκες ταυτόχρονα.

Αν σε μαστιγώνουν με βέργα από σημύδα κούνα ψηλά τα πόδια σου και φώναζε: «Πόσο είμαι ευτυχής που δε με χτυπούν με τσουκνίδες.»

Αν μειώσουνε το μισθό σου στα εξακόσια ρούβλια να χαίρεσαι, γιατί θα μπορούσε να έπαιρνες 400. Και αν το μισθό σου τον κάνουν 400 ρούβλια, πάλι να χαίρεσαι, γιατί θα μπορούσε να έπαιρνες 150. Κι αν σου δίνουν 150 ρούβλια, να χαίρεσαι ξανά, γιατί θα μπορούσε να ήσουν άνεργος. Κι αν είσαι άνεργος, τότε να χαίρεσαι πάλι, γιατί φαντάσου να δούλευες εννιά και δέκα ώρες την ημέρα, έξι μέρες τη βδομάδα, με το αφεντικό να σε βρίζει επειδή δεν αποδίδεις… Και να παίρνεις 150 ρούβλια, που δε σου φτάνουν ούτε για το σαμοβάρι σου.

Αν η γυναίκα σου σε απατά με τον καλύτερο σου φίλο, να χαίρεσαι. Γιατί ξέρει να διαλέγει, όπως κι εσύ. Φαντάσου να σε απατούσε με τον εχθρό σου.

Κι αν σε απατά με το μεγαλύτερο εχθρό σου, πάλι να χαίρεσαι, γιατί τουλάχιστον δε δόθηκε σε όποιον βρέθηκε μπροστά της.

Κι αν σε απατά με κάποιον άγνωστο, να ευχαριστείς το Θεό, γιατί δε θα χαλάσεις τη φιλία σου και δε θα μάθει τα μυστικά σου ο εχθρός σου.

Άμα το κράτος θέλει να σου πάρει το σπίτι, να χαίρεσαι. Καλύτερα είναι από το να σ’ το γκρέμιζε ο σεισμός.

Κι αν ο σεισμός σου γκρεμίσει το σπίτι σου, πάλι να χαίρεσαι. Γιατί δε θα ‘χεις πια να πληρώνεις τις δόσεις του δανείου και τους φόρους.

Να χαίρεσαι που δεν είσαι άλογο του τραμ ούτε τριχίνη ούτε χοίρος ούτε γάιδαρος ούτε αρκούδα που σέρνουν οι ατσίγγανοι ούτε κοριός.

Να χαίρεσαι που αυτή τη στιγμή δεν κάθεσαι στο εδώλιο του κατηγορουμένου, που δε στέκεται μπροστά σου ένας δανειστής, που δε συζητάς τα εκδοτικά σου δικαιώματα με τον Τούρμπα.

Όταν στο εξοχικό σου καταφθάνουν πτωχοί συγγενείς, μην πρασινίζεις από το κακό σου, αλλά αναφώνησε θριαμβευτικά: «Πάλι καλά που δεν ήταν οι χωροφύλακες!»

Κι άμα σου βγει το ένα μάτι, να χαίρεσαι που δε σου βγήκαν και τα δύο.

Κι αν οι συμπολίτες σου συνεχίζουν να ψηφίζουν για δήμαρχο τον πιο αχρείο άνθρωπο της Πετρούπολης να χαίρεσαι. Γιατί εσύ κατάλαβες ότι είναι αχρείος.

Κι αν το παιδί σου σε φωνάζει μαμά, να χαίρεσαι, γιατί θα μπορούσε να σε φώναζε και γιαγιά.

Αν εκεί που ζεις βρέχει συχνά, να χαίρεσαι, γιατί θα μπορούσε να ρίχνει χαλάζι.

Αν η γυναίκα σου είτε η κουνιάδα σου παίζουν γκάμες στο πιάνο όλο το βράδυ, μη σε πιάνει νευρική κρίση, μα να χοροπηδάς από χαρά στη σκέψη ότι ακούς μουσική και όχι ουρλιαχτά λύκου.

Αν ο πατέρας σου πεθάνει ξαφνικά, να χαίρεσαι. Γιατί δεν υπόφερε και πρόλαβε να γίνει πατέρας.

Κι αν ο γιατρός σου πει ότι σου μένουν έξι μήνες ζωής, να χαίρεσαι, γιατί θα μπορούσε να προσθέσει ότι οι εξετάσεις σου βγήκαν πριν έξι μήνες κι αμέλησε να σε ενημερώσει.

Κι αν πράγματι πρόκειται να πεθάνεις την επομένη, πάλι να χαίρεσαι, γιατί φαντάσου να μην είχες ζήσει καθόλου, άσε τους λογαριασμούς και τα δάνεια που θα γλιτώσεις.

Κι αν πεθαίνεις, να χαίρεσαι αν πρόλαβες να ζήσεις καλά. Κι αν έζησες μίζερα και φτωχά, και πεθαίνεις, πάλι να χαίρεσαι, γιατί δε χρειάζεται να βασανίζεσαι πια.

Κι αν είσαι υγιής κι έχεις ρούβλια πολλά, αλλά δε βρίσκεις ευχαρίστηση σε τίποτα πια, να χαίρεσαι, γιατί φαντάσου να ήσουν άρρωστος και φτωχός και να πρέπει να ψάχνεις για δουλειά.

Κι αν είσαι άρρωστος και φτωχός και τα παιδιά σου σε λένε μαμά, και η γυναίκα σου σε απατά, και σου βγήκαν και τα δυο μάτια στο σεισμό που γκρέμισε το σπίτι σου, και σε πονάνε όλα τα δόντια σου, και κάθεσαι στο εδώλιο του κατηγορούμενου για κάτι που δεν έκανες και ο πατέρας σου υποφέρει από αρρώστια μακριά, και σου ‘χουν δέσει μια τριχίνη στα λαιμά, κι ο δήμαρχος εκλέχτηκε ξανά και κανείς Τούρμπας μαζί σου δε συζητά, κι όλα σου πηγαίνουνε στραβά, να χαίρεσαι πάλι και να γελάς γιατί χειρότερα τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι, αυτό μην το ξεχνάς.

Ακολούθησε, ω αναγνώστη, τη συμβουλή μου και η ζωή σου δε θα είναι παρά μια μακριά αλυσίδα ευδαιμονίας και χαράς.

Διήγημα του Αντόν Τσέχωφ με τίτλο: «Η ζωή είναι ωραία» και με αφιέρωση: «Σ’ όσους αυτοκτονούν».

Περιέχεται στη συλλογή διηγημάτων του «Η κυρία με το σκυλάκι και άλλα διηγήματα».

 

Η Δύση είναι τελειωμένη, αλλά γιατί;

Του Andre Vltchek.

Παρά κάποιες οικονομικές και κοινωνικές καθυστερήσεις και προβλήματα, η δυτική αυτοκρατορία τα πάει αρκετά καλά, αν μετρήσουμε, δηλαδή, την επιτυχία με την ικανότητα ελέγχου του κόσμου, επηρεασμού της σκέψης των ανθρώπων σε όλες τις ηπείρους και συντριβής  σχεδόν όλων των ουσιωδών διαφωνιών, εντός και εκτός των χωρών της.

Αυτό που έχει σχεδόν εξαφανιστεί από τη ζωή σε μέρη όπως η Νέα Υόρκη, το Λονδίνο ή το Παρίσι είναι η απλή ανθρώπινη χαρά, που είναι τόσο οφθαλμοφανής όταν υπάρχει. Παραδόξως, στα ίδια τα κέντρα εξουσίας, οι άνθρωποι φαίνεται να έχουν αγωνιώδη, άδεια σχεδόν τρομακτική ζωή.Όλο αυτό κάπως δεν ταιριάζει. Δεν θα έπρεπε οι πολίτες των κατακτητικών χωρών του κόσμου, του νικηφόρου καθεστώτος, να είναι τουλάχιστον βέβαιοι για τον εαυτό τους και αισιόδοξοι;

Βεβαίως, υπάρχουν πολλοί λόγοι που δεν είναι και κάποιοι φίλοι μου ήδη έχουν περιγράψει με λεπτομερή και παραστατική γλώσσα τις βασικές, τουλάχιστον, αιτίες για την κατάθλιψη και την έλλειψη ικανοποίησης από τη ζωή που στην κυριολεξία καταβροχθίζουν ζωντανούς εκατοντάδες εκατομμύρια πολίτες της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής.

Η κατάσταση αναλύεται κυρίως από κοινωνικο-οικονομική σκοπιά.  Ωστόσο, πιστεύω ότι οι πιο σημαντικές αιτίες της παρούσας κατάστασης πραγμάτων είναι πολύ πιο απλές: η Δύση και οι αποικίες της κατέστρεψαν σχεδόν ολοκληρωτικά τα πιο ουσιαστικά ανθρώπινα ένστικτα: την ικανότητα των ανθρώπων να ονειρεύονται, να είναι παθιασμένοι, να εξεγείρονται και να «ανακατεύονται» – να συμμετέχουν.

Η προσήλωση, η αποφασιστικότητα, η αισιοδοξία, η αθωότητα έχουν σχεδόν εξαφανιστεί.  Όμως αυτά ακριβώς είναι τα ποιοτικά χαρακτηριστικά που πάντα κινούσαν προς τα εμπρός τους ανθρώπους.

***

Παρά αυτά που σήμερα πιστεύουν συνήθως στη Δύση, δεν είναι η «γνώση» ούτε απόλυτα η «επιστήμη» που βρίσκονταν πίσω από τα μεγαλύτερα άλματα του ανθρώπινου πολιτισμού.

Πάντα υπήρχε ένας βαθύς και ενστικτώδης ανθρωπισμός, συνοδευόμενος από πίστη (δεν μιλώ για κάποια θρησκευτική πίστη)  και τεράστια αφοσίωση και  αφιέρωση στο σκοπό. Χωρίς αθωότητα, χωρίς απλοϊκότητα, δεν θα μπορούσε ποτέ να  επιτευχθεί  τίποτε μεγάλο.

Η επιστήμη πάντα υπήρχε και ήταν σημαντική για τη βελτίωση πολλών πρακτικών πλευρών της ανθρώπινης ζωής, αλλά δεν ήταν ποτέ η βασική κινητήρια δύναμη  μιας χώρας προς μια δίκαιη, εξισορροπημένη και «αξιοβίωτη» κοινωνία.  Όταν χρησιμοποιήθηκε από κάποιο φωτισμένο σύστημα, η επιστήμη έπαιξε σημαντικό ρόλο στο χτίσιμο ενός καλύτερου κόσμου, αλλά ποτέ αντίστροφα.

Η πρόοδος  πάντα τροφοδοτούνταν και προκαλούνταν από τα ανθρώπινα συναισθήματα, από φαινομενικά παράλογα και μη επιτεύξιμα όνειρα, από ουτοπίες, από την ποίηση και από μια ευρεία κλίμακα παθών που φλόγιζαν τις καρδιές.  Οι πιο ωραίες ιδέες για τη βελτίωση του πολιτισμού συχνά δεν φαίνονταν καν λογικές, γεννήθηκαν απλά από κάποια ευγενικά ανθρώπινα ένστικτα, εμπνεύσεις και επιθυμίες (η λογική εφαρμόστηκε αργότερα, όταν έπρεπε να προχωρήσουν στις πρακτικές λεπτομέρειες).

Τώρα, η «γνώση», η ορθολογικότητα και η «λογική» , τουλάχιστον στη Δύση, σπρώχνουν τις ανθρώπινες υπάρξεις στη γωνία.  Η «λογική» παίρνει τη θέση των παραδοσιακών θρησκειών – γίνεται κάτι σαν θρησκεία. Η εμμονή με τα «γεγονότα», με την «κατανόηση» των πάντων, γίνεται παράλογα ακραία, δογματική, ακόμη και φονταμενταλιστική.

Όλη αυτή η φανατική συλλογή γεγονότων συχνά μοιάζει εξωπραγματική, «μεταλλική», ψυχρή και εντελώς αφύσικη για πολλούς από εκείνους που έρχονται «απέξω» (γεωγραφικά ή πνευματικά).

Ας μην ξεχνούμε ότι τα «γεγονότα» που καταναλώνουν οι μάζες, ακόμη και οι σχετικά μορφωμένοι Δυτικοί, προέρχονται κατά κανόνα από τις ίδιες πηγές. Χρησιμοποιείται ο ίδιος τύπος λογικής και εφαρμόζονται αρκετά κοινά εργαλεία ανάλυσης. Η κατανάλωση υπερβολικής ποσότητας ειδήσεων, «γεγονότων» και «αναλύσεων» συνήθως δεν οδηγεί στην σε βάθος κατανόηση ή σε αληθινά κριτικές σκέψεις, το αντίθετο – στην πραγματικότητα σκοτώνει την ικανότητα να εξετάσουμε ολοκληρωτικά νέες έννοιες και ειδικά να εξεγερθούμε ενάντια στα διανοητικά κλισέ και στερεότυπα. Έτσι δεν εκπλήσσει το ότι η μεσαία τάξη των Ευρωπαίων και των Βορειοαμερικανών περιλαμβάνει τους πιο κομφορμιστές ανθρώπους στη Γη.

Η συλλογή βουνών από «δεδομένα» και «πληροφορίες» δεν οδηγεί πουθενά, στις περισσότερες περιπτώσεις. Για εκατομμύρια ανθρώπους είναι απλώς ένα χόμπι, όπως κάθε άλλο, όπως τα βιντεοπαιχνίδια και το PlayStation. Κρατά ένα άτομο «στην αιχμή των γεγονότων», έτσι ώστε να μπορεί να εντυπωσιάζει τους γνωστούς ή απλά να ικανοποιεί μια νευρωτική ανάγκη συνεχούς κατανάλωσης ειδήσεων.

Και το χειρότερο είναι ότι  οι περισσότεροι Δυτικοί (και σχεδόν όλοι οι εκδυτικισμένοι ξένοι) είναι μονίμως κλειδωμένοι  σε έναν περίπλοκο ιστό «πληροφοριών» και προσλήψεων, με τα μέλη της οικογένειάς τους, τους φίλους και τους συνεργάτες. Υπάρχει συνεχής πίεσης προσαρμογής σε ένα χώρο πολύ μικρό και σχεδόν καμιά ανταμοιβή για το αληθινό πνευματικό θάρρος ή αυθεντικότητα.

***

Τα καθεστώτα έχουν ήδη καταφέρει σε μεγάλο βαθμό να τυποποιήσουν τη «γνώση» αξιοποιώντας κυρίως την ποπ κουλτούρα και κατηχώντας τους ανθρώπους μέσα από τους «εκπαιδευτικούς» θεσμούς.

Οι άνθρωποι κλείνονται εκούσια επί χρόνια στα σχολεία και στα πανεπιστήμια, χάνοντας το χρόνο τους, πληρώνοντας τα χρήματά τους, φορτώνονται ακόμη και με χρέη, προκειμένου να διευκολύνουν το σύστημα να τους κατηχεί και να τους μετατρέπει σε καλούς και υπάκουους  υποτελείς της αυτοκρατορίας.

Ήδη, εδώ και δεκαετίες, το σύστημα παράγει επιτυχώς ολόκληρες γενιές συναισθηματικά νεκρών και τελούντων εν συγχύσει ατόμων.

Αυτοί οι άνθρωποι είναι τόσο κατεστραμμένοι που δεν μπορούν να παλέψουν για τίποτε πια (εκτός, μερικές φορές, για τα δικά τους προσωπικά και ιδιοτελή συμφέροντα). Δεν μπορούν να πάρουν θέση και δεν μπορούν ούτε να αναγνωρίσουν τους δικούς τους σκοπούς και επιθυμίες. Προσπαθούν μονίμως (και αποτυγχάνουν) «να βρουν κάτι που να έχει νόημα» και να «εκπληρώσουν» αυτό που θα μπορούσαν να κάνουν στη ζωή τους. Πάντα ψάχνουν να βρουν κάτι, όχι να ενωθούν σε αγώνες που έχουν νόημα ή να επινοήσουν κάτι τελείως νέο για χάρη της ανθρωπότητας. Συνεχίζουν να «επιστρέφουν στο σχολείο», να φωνάζουν για «χαμένες ευκαιρίες», επειδή «δεν σπούδασαν αυτό που νόμιζαν ότι έπρεπε να σπουδάσουν πραγματικά» (ανεξάρτητα από το τι  πραγματικά σπουδάζουν ή κάνουν στο σχολείο της ζωής, αισθάνονται ανικανοποίητοι, ούτως ή άλλως).

Πάντα φοβούνται ότι θα τους απορρίψουν, τρομοκρατούνται με τη σκέψη ότι η άγνοια και η ανικανότητά τους να κάνουν κάτι με αληθινό νόημα θα μπορούσε να αποκαλυφθεί και να γελοιοποιηθεί (πολλοί αντιλαμβάνονται πόσο άδεια είναι η ζωή τους).

Είναι δυστυχισμένοι, κάποιοι σε άθλια κατάσταση, ακόμη και αυτοκτονικοί. Όμως η απελπισία τους δεν τους ωθεί στη δράση. Οι περισσότεροι δεν εξεγείρονται ποτέ, δεν αντιμετωπίζουν στα ίσα το καθεστώς, δεν αμφισβητούν το άμεσο περιβάλλον τους.

Αυτές οι εκατοντάδες εκατομμύρια τσακισμένοι και αδρανείς άνθρωποι (εκ των οποίων αρκετοί είναι ευφυείς) αποτελούν μια τρομακτική απώλεια για τον κόσμο. Αντί να σηκώνουν οδοφράγματα, να γράφουν οργισμένα διηγήματα και να γελοιοποιούν ανοικτά αυτή τη δυτική φαρσοκωμωδία, υποφέρουν σιωπηλά, υποκύπτουν στην κακοποίηση ή σκέφτονται την αυτοκτονία.

Εάν φανεί η ευκαιρία να αλλάξουν πραγματικά τη ζωή τους δεν μπορούν να την αναγνωρίσουν πια. Δεν μπορούν να την αρπάξουν. Γιατί δεν μπορούν να αγωνιστούν. Έχουν «εξημερωθεί» από την πολύ νεαρή ηλικία, από το σχολείο.

Έτσι ακριβώς θέλει το σύστημα τους πολίτες του. Είναι όπου τους πήγε.

Είναι σοκαριστικό το ότι κανείς δεν λέει αυτό τον εφιάλτη με το πραγματικό όνομά του – τερατώδες έγκλημα!

***

Οι άνθρωποι αγοράζουν βιβλία για να βγάλουν κάποιο νόημα για το τι συμβαίνει, αλλά δεν καταφέρνουν να τα διαβάσουν μέχρι το τέλος. Είναι πολύ απασχολημένοι, τους λείπει η συγκέντρωση και η αποφασιστικότητα. Ούτως ή άλλως, τα περισσότερα βιβλία που βρίσκονται στα ράφια δεν δίνουν ουσιαστικές απαντήσεις.

Κι όμως, πολλοί προσπαθούν: αναλύουν και αναλύουν και αναλύουν, άσκοπα. «Δεν καταλαβαίνουν και θέλουν να μάθουν». Δεν συνειδητοποιούν ότι αυτό το μονοπάτι της συνεχούς σκέψης, εφαρμόζοντας τα προκαθορισμένα εργαλεία ανάλυσης, είναι μια τεράστια παγίδα.

Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει τίποτε για να κατανοηθεί.  Από τους ανθρώπους έχουν κλέψει τη ζωή, τα φυσικά ανθρώπινα αισθήματα, τη ζεστασιά, το πάθος ακόμη και την αγάπη (αυτό που αποκαλούν «έρωτα» συχνά είναι ένα υποκατάστατο και τίποτε άλλο).

Όλα αυτά δεν αναφέρονται ούτε καν στα βιβλία φαντασίας, εκτός αν διαβάζει κανείς στα ισπανικά ή τα ρωσικά. Η επιτυχία της αυτοκρατορίας στην παραγωγή υπάκουων, φοβισμένων και στερημένων φαντασίας υπάρξεων είναι τώρα πλήρης.

Οι μεγάλες εταιρείες προκόβουν, οι ελίτ μαζεύουν τεράστια λεία, ενώ η μεγάλη πλειονότητα των ανθρώπων στη Δύση χάνει σταδιακά την ικανότητά της να ονειρεύεται και να αισθάνεται. Χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις, δεν είναι δυνατή η εξέγερση. Η έλλειψη φαντασίας, μαζί με τη συναισθηματική αναισθητοποίηση αποτελεί  τον πιο αποτελεσματικό τρόπο στασιμότητας, ακόμη και οπισθοδρόμησης.

Γι’ αυτό η Δύση είναι τελειωμένη.

***

Η γκροτέσκα εμμονή με την επιστήμη, με τις ιατρικές πρακτικές και με τα «γεγονότα» συντελούν στο να αποσπάται η προσοχή από τα πραγματικά και τρομακτικά θέματα.

Οι συνεχείς συζητήσεις, αναλύσεις και το να «δούμε τα πράγματα από διαφορετικές οπτικές γωνίες» δεν οδηγούν παρά μόνο στην παθητικότητα. Το να δρα κανείς είναι πολύ τρομακτικό και οι άνθρωποι δεν είναι συνηθισμένοι να παίρνουν μεγάλες αποφάσεις πια ή ακόμη και  να κάνουν δραματικές χειρονομίες.

Η κατάσταση αυτή  οδηγεί επίσης στο  ότι, στη Δύση, κανείς σχεδόν δεν είναι πλέον έτοιμος να στρατευθεί κάτω από μια ιδεολογική σημαία ή να ενστερνιστεί με όλη του την καρδιά αυτά που αποκαλούνται υποτιμητικά «ταμπέλες».

Επί χιλιετίες, οι άνθρωποι συμμετείχαν αυθόρμητα σε διάφορα κινήματα, πολιτικά κόμματα και ομάδες. Καμιά σημαντική αλλαγή δεν έγινε ποτέ από μεμονωμένα άτομα  (αν και κάποιος ισχυρός ηγέτης επικεφαλής ενός κινήματος, κόμματος ή ακόμη και κυβέρνησης θα μπορούσε να πετύχει πολλά πράγματα).

Το να είναι κανείς μέρος κάποιου σημαντικού ή επαναστατικού κινήματος συμβόλιζε συχνά το αληθινό νόημα της ζωής. Οι άνθρωποι ήταν (και σε πολλά μέρη του κόσμου είναι ακόμη) αφοσιωμένοι, δεσμευμένοι  σε σημαντικούς και ηρωικούς αγώνες. Προσπαθώντας να χτίσουν έναν καλύτερο κόσμο, να αγωνιστούν για έναν καλύτερο κόσμο, ακόμη και να πεθάνουν γι’ αυτό το σκοπό: αυτό συχνά θεωρούνταν το πιο τιμητικό που θα μπορούσε να πράξει ένας άνθρωπος στη διάρκεια της ζωής του.

Στη Δύση, αυτή η αντίληψη είναι νεκρή, βαθιά κατεστραμμένη. Εκεί βασιλεύει ο κυνισμός. Πρέπει να αμφισβητείς τα πάντα, να μην εμπιστεύεσαι τίποτα και να μην αφοσιώνεσαι σε τίποτα.

Το αναμενόμενο είναι να μην εμπιστεύεσαι καμιά κυβέρνηση. Να πρέπει να γελοιοποιείς όποιον πιστεύει σε κάποιο σκοπό, ιδίως αν κάτι είναι αγνό και ευγενικό. Πρέπει να διασύρεις και να λασπώνεις κάθε μεγάλη προσπάθεια να βελτιωθεί ο κόσμος, είτε αυτή γίνεται στο Εκουαδόρ, στις Φιλιππίνες, στην Κίνα, στη Ρωσία ή στη Νότια Αφρική.

Η επίδειξη συμπάθειας προς κάποιον ηγέτη, πολιτικό κόμμα ή κυβέρνηση χώρας που ακόμη έχει αγωνιστικό πάθος αντιμετωπίζεται με λοιδορία και σαρκασμό σε μέρη όπως το Λονδίνο ή η Νέα Υόρκη: «Είμαστε όλοι κλέφτες και άρα όλες οι κυβερνήσεις είναι ίδιες», αυτή είναι η θανάσιμα τοξική «σοφία».

Βεβαίως: όταν ξοδεύονται ώρες επί ωρών για να αναλύεται κάποιος φλογερός ηγέτης ή κίνημα για παράδειγμα στη Λατινική Αμερική, κάποια «βρομιά» θα βγει στο τέλος, καθώς κανένας άνθρωπος και καμιά ομάδα δεν είναι τέλεια. Αυτό δίνει στους Δυτικούς το θαυμάσιο άλλοθι να μη συμμετέχουν σε τίποτα.  Ιδού πώς είναι το σχέδιο: «Χάνοντας την ελπίδα για έναν τέλειο κόσμο σημαίνει απλά ότι δεν μπορείς να πιστέψεις σε τίποτα πλέον και άρα πήγαινε να λικνιστείς σε κανένα κλαμπ στο Λονδίνο ή στη Νέα Υόρκη». Μετά, γύρνα στο σχολείο ή κάνε την  ανούσια δουλειά σου. Ή μαστούρωσε.

Αυτό είναι πολύ πιο εύκολο από το να προσπαθείς σκληρά να σώσεις τον κόσμο ή τη χώρα σου. Είναι πολύ πιο εύκολο από το να διακινδυνεύεις τη ζωή σου και να αγωνίζεσαι για τη δικαιοσύνη. Είναι πολύ πιο εύκολο από το να προσπαθείς να σκεφτείς πραγματικά, να επινοήσεις κάτι νέο για τον φοβισμένο κόσμο μας.

***

Μια παλιά ρωσική μπαλάντα λέει «Είναι τόσο δύσκολο να αγαπάς … και τόσο εύκολο να φεύγεις…»

Η επανάσταση, τα κινήματα, οι αγώνες, ακόμη και οι κυβερνήσεις που υποστηρίζεις μοιάζουν πολύ με την αγάπη. Την αγάπη ποτέ δεν την εξετάζεις λεπτομερώς, δεν την αναλύεις πλήρως, αλλιώς δεν είναι αγάπη. Δεν υπάρχει τίποτε και δεν πρέπει να υπάρχει τίποτα ορθολογικό και μόνο όταν πεθαίνει αρχίζεις να την αναλύεις, ψάχνοντας δικαιολογίες για να κλείσεις πίσω σου την πόρτα.

Όταν όμως υπάρχει, είναι ζωντανή, θερμή και παλλόμενη, το να εφαρμόζουμε την «αντικειμενικότητα» στο άλλο πρόσωπο θα ήταν βάρβαρο και ασεβές, θα ήταν κατά κάποιο τρόπο προδοσία.

Μόνοι οι «νέοι Δυτικοί» μπορούν να κάνουν τέτοιες καρικατούρες, αναλύοντας τον έρωτα, γράφοντας «οδηγούς» για το πώς να αντιμετωπίζει κανείς τα ανθρώπινα αισθήματα, πώς να μεγιστοποιεί τα κέρδη από τις συγκινησιακές του επενδύσεις.

Πώς θα μπορούσε ένας άνδρας που αγαπά μια γυναίκα να κάτσει σ’ ένα καναπέ και να αναλύει: «Την αγαπώ, αλλά θα πρέπει να το σκεφτώ δυο φορές, διότι η μύτη της είναι πολύ μεγάλη και τα οπίσθιά της πολύ φαρδιά». Αυτό είναι μια απόλυτη ανοησία. Η γυναίκα που αγαπά κανείς  αληθινά είναι η ομορφότερη στον κόσμο.

Το ίδιο και ο αγώνας.

Αλλιώς, χωρίς αφοσίωση τίποτε δεν πρόκειται να αλλάξει ποτέ ούτε να βελτιωθεί.

Ας μην ξεχνάμε όμως – η αυτοκρατορία δεν θέλει να αλλάξει ο κόσμος της ούτε κατά κεραία. Γι’ αυτό διασπείρει τον απεριόριστο κυνισμό και μηδενισμό. Γι’ αυτό σπιλώνει κάθε αγνό και φυσικό, εμφυτεύοντας αλλόκοτα «μοντέλα τελειότητας», έτσι ώστε ο κόσμος πάντα να συγκρίνει με βάση αυτά, να κρίνει με βάση αυτά, να έχει αμφιβολίες και να απέχει από τη σοβαρή δράση.

Η αυτοκρατορία θέλει να σκέφτονται οι άνθρωποι, αλλά με τον τρόπο που τους προγραμματίζει. Θέλει να αναλύουν, αλλά μόνο χρησιμοποιώντας τις δικές της μεθόδους. Και θέλει να περιφρονούν, ακόμη και να απορρίπτουν τα φυσικά ένστικτα και τα συναισθήματά τους.

Το αποτέλεσμα είναι σαφές: ατομισμός, ιδιοτέλεια, σύγχυση, διαλυμένες κοινωνίες, κατάρρευση σχέσεων και  γενική απέχθεια για τις  υψηλές προσδοκίες.

Και αυτό δεν αφορά μόνο τα μαρξιστικά ή επαναστατικά πολιτικά κόμματα, τις εξεγέρσεις ή τους διεθνιστικούς, αντιιμπεριαλιστικούς αγώνες.

Έχετε παρατηρήσει πόσο ρηχές, πόσο ασταθείς έχουν γίνει οι μεταξύ των ανθρώπων σχέσεις στη Δύση; Κανείς δεν θέλει να «εμπλέκεται» πραγματικά. Οι άνθρωποι δοκιμάζουν ο ένας τον άλλο. Συνεχώς σκέφτονται, δύσκολα αισθάνονται. Τα μεγάλα πάθη καταλαγιάζουν (τα συναισθηματικά ξεσπάσματα θεωρούνται «μη αξιοπρεπή» ακόμη και ντροπιαστικά): τώρα αίφνης όλα περιστρέφονται γύρω από το «αισθάνομαι καλά», πάντα «ήρεμα», αλλά παραδόξως κανείς δεν αισθάνεται καλά ούτε είναι ήρεμος πια σ’ αυτή τη «νέα Δύση».

Όλα μεταλλάσσονται στο ακριβώς αντίθετο από αυτό που κάποτε ήταν είτε η αγάπη είτε το αληθινά επαναστατικό έργο (πολιτικό ή καλλιτεχνικό) και απλώς να θυμίσω ότι αυτό ήταν το πιο όμορφο, η πιο τρελή αναταραχή , η απόλυτη απομάκρυνση από τη ζοφερή κανονικότητα.

Στη Δύση, δεν γράφεται πλέον μεγάλη ποίηση, ούτε μελωδίες που στοιχειώνουν, ούτε στίχοι.

Ξαφνικά, η ζωή έγινε ρηχή, προβλέψιμη και προγραμματισμένη.

Αν κανείς δεν μπορεί να αγαπήσει με πάθος, να έχει δοτικότητα, να κάνει θυσίες χωρίς όρους, δεν μπορεί να γίνει μεγάλος επαναστάτης.

Βεβαίως, στην απαθή Δύση με την εμμονή σ’ εκείνον τον τύπο της γνώσης που δεν φωτίζει, με τις εφαρμοσμένες επιστήμες και τον βαθιά ριζωμένο εγωκεντρισμό, δεν υπάρχει γόνιμο έδαφος για μεγάλα πάθη και άρα πιθανότητα για αληθινή επανάσταση.

“Εξεγείρομαι, άρα υπάρχω», έλεγε πολύ σωστά ο Αλμπέρ Καμί.

Η συλλογική εξέγερση κορυφώνεται στην επανάσταση. Χωρίς την επανάσταση ή τη μόνιμη προσδοκία γι’ αυτήν, δεν υπάρχει ζωή.

Η Δύση έχασε την ικανότητα να αγαπά και να εξεγείρεται.

Και γι΄αυτό είναι τελειωμένη.

***

Υπάρχει μια εύστοχη ρήση: «Δεν μπορείς να καταλάβεις τη Ρωσία με το νου. Μπορείς μόνο να πιστεύεις σ’ αυτήν». Το ίδιο ισχύει για την Κίνα, την Ιαπωνία και για πολλά άλλα μέρη.

Είναι πραγματικά τρελό να πάει κανείς στην Ασία ή τη Ρωσία και ν’ αρχίσει να τις περιηγείται προσπαθώντας να τις «καταλάβει».  Δεν υπάρχει λόγος να το κάνει ούτε η πιθανότητα να το πετύχει σε λίγους μήνες, ακόμη και σε χρόνια.

Η νευρωτική και βαθιά δυτική αντίληψη περί συνεχούς προσπάθειας «κατανόησης» των πάντων με το νου μπορεί να τα καταστρέψει όλα και  δια παντός απ’ την αρχή. Ο καλύτερος τρόπος για να αρχίσεις να κατανοείς την Ασία είναι με την απορρόφηση, αφήνοντας να σε οδηγούν ευγενικά άλλοι, βλέποντας, αισθανόμενος, αγνοώντας όλες τις προκαταλήψεις και τα κλισέ. Η κατανόηση δεν έρχεται απαραιτήτως μέσω της λογικής. Στην πραγματικότητα, δεν έρχεται καν μέσω αυτής. Έχει να κάνει με τις αισθήσεις και τις συγκινήσεις και συνήθως έρχεται ξαφνικά, απροσδόκητα.

Η επανάσταση, και όλοι οι έντιμοι αγώνες επίσης προετοιμάζονται επί πολύ καιρό και επίσης έρχονται απροσδόκητα, ξεπηδώντας κατευθείαν από την καρδιά

Όταν έρχομαι στη Νέα Υόρκη, αλλά ιδίως στο Λονδίνο ή το Παρίσι και όταν συναντώ εκείνους τους γνωστούς «θεωρητικούς αριστερούς», χαμογελάω με πικρία ακούγοντας τις άνευ ουσίας, μακροσκελείς συζητήσεις τους για κάποια θεωρία που είναι πλήρως διαχωρισμένη από την πραγματικότητα. Και αφορά αποκλειστικά τους ίδιους: είναι τροτσκιστές, και γιατί. Ή πιθανώς είναι αναρχοσυνδικαλιστές, και γιατί. Ή μαοϊκοί … Ό,τι και να είναι, πάντα αρχίζουν σ’ έναν καναπέ ή στα σκαμνιά του μπαρ και εκεί τελειώνουν, αργά το βράδυ.

Στην περίπτωση που μόλις έχεις έλθει από τη Βενεζουέλα ή τη Βολιβία, όπου οι άνθρωποι δίνουν πραγματικές μάχες επιβίωσης των επαναστάσεών τους, αυτή είναι μια εμπειρία που σοκάρει. Οι περισσότεροι άνθρωποι στο Altiplano δεν έχουν ακούσει ποτέ για τον  Τρότσκι ή τον αναρχοσυνδικαλισμό. Το μόνο που ξέρουν είναι ότι βρίσκονται σε πόλεμο, αγωνίζονται για όλους μας, για έναν πολύ καλύτερο κόσμο και χρειάζονται άμεση και συγκεκριμένη υποστήριξη: οικονομική βοήθεια, διαδηλώσεις, στελέχη. Και το μόνο που παίρνουν είναι λόγια. Δεν παίρνουν σχεδόν τίποτε από τη Δύση και δεν θα πάρουν ποτέ.

Διότι δεν είναι αρκετά καλοί για τους Βρετανούς και τους Γάλλους. Είναι πολύ «πραγματικοί», όχι «αρκετά αγνοί». Κάνουν λάθη. Είναι πολύ ανθρώπινοι, δεν είναι αποστειρωμένοι και «δεν συμπεριφέρονται καλά». «Παραβιάζουν πού και πού κάποια δικαιώματα». Είναι πολύ συναισθηματικοί. Είναι αυτό ή εκείνο, και τελικά «δεν μπορεί κανείς να ρίξει όλο του το βάρος  για να τους υποστηρίξει».

Κάνουν λάθη από «επιστημονικής απόψεως». Αν κάποιος κάθεται δέκα ώρες στην παμπ ή στο σαλόνι συζητώντας γι’ αυτούς, τελικά θα υπάρξουν αρκετά επιχειρήματα γι να μην τους δοθεί καμιά στήριξη. Το ίδιο ισχύει για τους επαναστάτες και για τις επαναστατικές αλλαγές στις Φιλιππίνες και σε τόσους άλλους τόπους.

Μ’ αυτό τον τρόπο σκέψης, η Δύση δεν μπορεί να συνδεθεί. Δεν βλέπει τον παραλογισμό στη δική της συμπεριφορά και τη στάση. Έχει χάσει το πνεύμα της, την καρδιά της, τα αισθήματα, από τη δεξιά μέχρι και την αριστερά.  Αντί γι’ αυτά το μυαλό; Υπάρχει άραγε κάτι πολύ σημαντικό που να έρχεται μόνο απ’ αυτό;

Και γι’ αυτό είναι τελειωμένη.

Οι άνθρωποι της Δύσης δεν είναι πρόθυμοι να στρατευθούν σε κάτι πραγματικό. Να στρατευθούν σε κάποια αληθινή επανάσταση, κίνημα, κυβέρνηση, εκτός αν αυτά είναι όμοια με εκείνες τις πλαστικές τοξικές γυναίκες από τα φανταχτερά μαγαζιά μόδας: τέλειες για τους άνδρες που έχουν χάσει όλη τη φαντασία και την ατομικότητά τους, αλλά εντελώς βαρετά προϊόντα μαζικής παραγωγής για όλους τους υπόλοιπους.

* Ο Andre Vltchek είναι φιλόσοφος, διηγηματογράφος,
γυρίζει ταινίες και υπηρετεί την ερευνητική δημοσιογραφία.
Έχει καλύψει πολέμους και συγκρούσεις σε δεκάδες χώρες.

πηγή

Μετάφραση: Αριάδνη Αλαβάνου

Οι καλλιεργημένοι άνθρωποι, κατά Αντόν Τσέχωφ

Οι καλλιεργημένοι άνθρωποι σέβονται την ανθρώπινη ατομικότητα και γι’ αυτό είναι πάντοτε συγκαταβατικοί, γελαστοί, ευγενικοί, υποχρεωτικοί.

Δεν χαλούν τον κόσμο για το σφυρί ή για τη γομολάστιχα που χάθηκαν. Δεν αγανακτούν για τους θορύβους ή το κρύο. Δέχονται με καλοσύνη τα χωρατά και την παρουσία ξένων ανθρώπων στο σπιτικό τους. Δεν συμπονούν μονάχα τους κατώτερους, τους αδύναμους και τις γάτες. Πονάει η ψυχή τους και για κείνο που δεν φαίνεται με γυμνό μάτι.

Είναι ντόμπροι και φοβούνται το ψέμα σαν τη φωτιά. Δεν λένε ψέματα ακόμα και για τιποτένια πράγματα. Το ψέμα προσβάλλει εκείνους που το ακούνε και ταπεινώνει στα μάτια τους εκείνους που το λένε. Δεν παίρνουν ποτέ πόζα, στο δρόμο είναι όπως και στο σπίτι τους, δεν ρίχνουν στάχτη στα μάτια του κατώτερου τους.

Δεν είναι φλύαροι και δεν αναγκάζουν τον άλλο να ακούει τις εκμυστηρεύσεις τους όταν δεν τους ρωτάει. Δεν ταπεινώνονται για να κεντήσουν τη συμπόνια του διπλανού. Δεν παίζουν με τις ευαίσθητες χορδές της ψυχής των άλλων για να κερδίζουν σαν αντάλλαγμα αναστεναγμούς και χάδια.

Δεν λένε «εμένα κανείς δεν με καταλαβαίνει», ούτε «πουλήθηκα για πέντε δεκάρες», γιατί αυτά δείχνουν πως αποζητάν τις φτηνές εντυπώσεις. Είναι πρόστυχα τερτίπια, ξεθωριασμένα, ψεύτικα. Δεν είναι ματαιόδοξοι. Δεν τους απασχολούν τέτοια ψεύτικα διαμάντια, όπως οι γνωριμίες με εξοχότητες.

Όταν κάνουν δουλειά που δεν αξίζει ένα καπίκι, δεν γυρίζουν με χαρτοφύλακα των εκατό ρουβλιών και δεν καμαρώνουν πως τάχα τους άφησαν να μπουν εκεί που δεν επιτρέπουν στους άλλους. Κι ο Κριλώφ ακόμα λέει πως το άδειο βαρέλι ακούγεται πιο πολύ από το γεμάτο.

Αν έχουν ταλέντο, το σέβονται. Θυσιάζουν γι’ αυτό την ησυχία τους, τις γυναίκες, το κρασί, την κοσμική ματαιότητα. Είναι περήφανοι για την αξία τους και έχουν συνείδηση της αποστολής τους. Αηδιάζουν από την ασχήμια και καλλιεργούν μέσα τους την ομορφιά.

Δεν μπορούν να κοιμηθούν με τα ρούχα, δεν μπορούν να βλέπουν στο τοίχο κοριούς, να πατούν σε φτυσιές. Δαμάζουν όσα μπορούν και εξευγενίζουν το ερωτικό ένστικτο. Δεν κατεβάζουν βότκα όπου βρεθούν. Πίνουν μονάχα όταν είναι ελεύθεροι και τους δίνεται ευκαιρία. Γιατί τους χρειάζεται «γερό μυαλό σε γερό κορμί».

Απόσπασμα από ένα γράμμα του Αντόν Τσέχωφ στον αδερφό του Νικολάι

πηγή

(έργο του Γιώργου Βακιρτζή, χωρίς τίτλο, 1985)

Άρτουρ Σοπενχάουερ: Η τέχνη του να έχεις πάντα δίκιο

12049224_10206229017776821_605915021271036440_nΣτο βιβλίο «Η τέχνη του να έχεις πάντα δίκιο», ο γλαφυρός Σοπενχάουερ αφήνει για λίγο στην άκρη τον παθητικό του μηδενισμό, αποκαλύπτοντας ποια είναι η τέχνη που κερδίζει οποιονδήποτε δεινό συνομιλητή. Διαβάστε το ενδιαφέρον απόσπασμα:

Μπορείτε επίσης να χρησιμοποιήσετε σαν θέσφατο μια κοινή προκατάληψη, διότι οι περισσότεροι άνθρωποι συντάσσονται με τη θέση του Αριστοτέλη ότι μπορούμε να ισχυριστούμε ως σωστό αυτό που πιστεύουν οι πολλοί.

Δεν υπάρχει γνώμη, όσο παράλογη κι αν είναι που οι άνθρωποι να μην είναι έτοιμοι να την ασπαστούν μόλις πειστούν πως είναι κοινώς αποδεκτή. Το παράδειγμα των άλλων επηρεάζει τόσο τη σκέψη τους όσο και τις πράξεις τους. Είναι σαν πρόβατα που ακολουθούν τον αρχηγό του κοπαδιού όπου τους οδηγήσει. Θα προτιμούσαν να τον ακολουθήσουν στο θάνατο παρά να σκεφτούν από μόνοι τους.

Είναι πολύ περίεργο που η γενική απήχηση μιας γνώμης έχει για τους ανθρώπους τόση βαρύτητα. Η ίδια τους η εμπειρία είναι σε θέση να τους διδάξει πως η αποδοχή μια γνώμης γίνεται άκριτα και είναι αποτέλεσμα μίμησης. Παρόλα αυτά οι ίδιοι δεν το αντιλαμβάνονται ποτέ, καθώς δεν κατέχουν αυτογνωσία. Μόνο οι εκλεκτοί σύμφωνα με τον Πλάτωνα: «τις πολλοίς πολλά δοκεί», που σημαίνει πως ο κόσμος μπορεί να σκέφτεται αμέτρητες ανοησίες, και δεν είναι δυνατό ν’ ασχοληθούμε με όλες.

Για να μιλήσουμε με σοβαρότητα, η γενική απήχηση μιας γνώμης δεν αποτελεί απόδειξη. Στην πραγματικότητα, δεν καθιστά καν πιθανή την ορθότητά της.

Όσοι ισχυρίζονται το αντίθετο πρέπει να λάβουν υπόψη τους τα παρακάτω:

Σε βάθος χρόνου μια κοινώς αποδεκτή γνώμη χάνει την ισχύ της, διαφορετικά θα έπρεπε να αποκαταστήσουμε όλες τις παλαιότερες λανθασμένες απόψεις, που κάποτε θεωρούνταν ως κοινά αποδεκτές αλήθειες. Για παράδειγμα, θα έπρεπε να επαναφέρουμε το σύστημα του Πτολεμαίου ή να καθιερωθεί ξανά ο καθολικισμός στις προτεσταντικές χώρες.

Το ίδιο αποτέλεσμα έχει και η φυσική απόσταση, αλλιώς μια συναφής κοινώς αποδεκτή γνώμη των υποστηρικτών του βουδισμού, του χριστιανισμού και του Ισλάμ, θα τους έφερνε σε δύσκολη θέση

Αν εξετάσουμε το θέμα διεξοδικά, θα δούμε πως, αυτό που αποκαλούμε κοινώς αποδεκτή γνώμη, δεν είναι παρά η γνώμη 2 ή 3 ατόμων. Αν μπορούσαμε να παρακολουθήσουμε την πραγματική διαδικασία γέννησης μιας γνώμης, δεν θα είχαμε γι’ αυτό την παραμικρή αμφιβολία.

Θα ανακαλύπταμε ότι, δεν είναι παρά 2 ή 3 άνθρωποι που δέχτηκαν, προώθησαν και υποστήριξαν την άποψη την 1η φορά, κι ότι οι υπόλοιποι πίστεψαν αφελώς πως οι 2-3 αυτοί άνθρωποι την είχαν εξετάσει εξονυχιστικά, προτού τη διαδώσουν. Ύστερα, αποδέχτηκαν τη γνώμη αυτοί μερικοί επιπλέον, οι οποίοι ήταν πεπεισμένοι εξαρχής πως οι άνθρωποι που την διέδωσαν είχαν την απαραίτητη κατάρτιση. Στη συνέχεια, σ’ αυτούς βασίστηκαν πολλοί άλλοι, που από οκνηρία προτίμησαν να πιστέψουν κάτι χωρίς δεύτερη σκέψη, παρά να κοπιάσουν εξετάζοντας οι ίδιοι το ζήτημα. Έτσι, ο αριθμός των νωθρών και εύπιστων υποστηρικτών μεγάλωσε μέρα με τη μέρα. Μόλις η συγκεκριμένη άποψη κέρδισε ευρεία υποστήριξη, οι υπόλοιποι που αποφάσισαν να την ενστερνιστούν απέδωσαν τη μεγάλη της απήχηση στην ορθότητά της. Τότε, όσοι είχαν απομείνει αναγκάστηκαν να αποδεχτούν ότι ήταν πλέον κοινώς αποδεκτό, προκειμένου να μην θεωρηθούν ταραξίες που απαρνιούνται τις γενικώς παραδεδεγμένες απόψεις, ή θρασείς, που θεωρούν ότι είναι πιο έξυπνοι απ’ όλους τους άλλους.

Όταν μια γνώμη φτάνει σε αυτό το βαθμό αποδοχής, η συγκατάνευση αποτελεί πλέον καθήκον. Από το σημείο αυτό και στο εξής οι λίγοι που είναι ικανοί να κρίνουν θα σιωπήσουν. Μιλούν μόνο όσοι είναι παντελώς ανίκανοι να σχηματίσουν οποιαδήποτε γνώμη ή κρίση, αφού παπαγαλίζουν απλώς τις απόψεις των άλλων. Ωστόσο, υπερασπίζονται τις συγκεκριμένες απόψεις με υπερβάλλοντα ζήλο και μισαλλοδοξία, καθώς αυτό που απεχθάνονται στους ανθρώπους με διαφορετικό τρόπο από το δικό τους δεν είναι τόσο οι διαφορετικές τους κρίσεις, όσο η τόλμη να θέλουν να σχηματίσουν τη δική τους άποψη. Εν ολίγοις, ελάχιστοι είναι ικανοί να σκεφτούν, όλοι όμως θέλουν να έχουν άποψη. Συνεπώς, δεν απομένει παρά να ενστερνιστούν έτοιμες απόψεις άλλων αντί να σχηματίσουν τις δικές τους.

Εφόσον αυτό συμβαίνει, τι αξία έχει μια γνώμη, ακόμη κι αν έχει εκατοντάδες χιλιάδες υποστηρικτές;

Δεν είναι περισσότερο τεκμηριωμένη από ένα ιστορικό γεγονός καταγεγραμμένο από 100 ιστορικούς, οι οποίοι αποδεικνύεται πως έχουν αντιγράψει ο ένας από τον άλλο, η άποψη στο τέλος μπορεί ν’ αποδοθεί σ’ ένα και μόνο άτομο. Άλλα θα πω εγώ, άλλα εσύ κι άλλα κάποιος άλλος. Δεν πρόκειται για τίποτα περισσότερο από μια σειρά ισχυρισμών.

Ο Άρτουρ Σοπενχάουερ έγραψε τον 19ο αιώνα το οξύ, οργισμένο, ανατρεπτικό και ταυτόχρονα σοφό, γλαφυρό και με υποδόριο χιούμορ δοκίμιο (που εκδόθηκε μετά θάνατον) υπό τον εύγλωττο τίτλο «Η τέχνη του να έχεις πάντα δίκιο», που αυτοσυστήνεται ως εγχειρίδιο επικράτησης έναντι οποιουδήποτε αντιπάλου σε μια αντιπαράθεση. «Εριστική διαλεκτική» έγραψε ο ίδιος ο Σοπενχάουερ, συγκαλύπτοντας έτσι κάθε ειρωνικό τόνο, «είναι η τέχνη του να λογομαχεί κανείς – και να λογομαχεί με τέτοιο τρόπο, ώστε να υπερασπίζεται επαρκώς τις θέσεις του, είτε έχει δίκιο, είτε άδικο». Και σαν να ήθελε να διαβεβαιώσει τους αναγνώστες του ότι το εννοούσε ειλικρινά αυτό, πρόσθεσε: «Σε μια αντιπαράθεση, πρέπει να αγνοήσουμε την αντικειμενική αλήθεια, ή μάλλον να την εκλάβουμε ως μια τυχαία συγκυρία, και να επικεντρωθούμε μόνο στην υπεράσπιση της θέσης μας και στην αντίκρουση της θέσης του αντιπάλου». Ασφαλώς, η αληθινή πρόθεση του Σοπενχάουερ ήταν να επιστήσει την προσοχή των αναγνωστών του στα τεχνάσματα που χρησιμοποιούν κατά κόρον οι υπόλοιποι, είτε πρόκειται για πολιτικούς, είτε για δημοσιογράφους, διαφημιστές ή εμπόρους. Προφασιζόμενος ότι διδάσκει τη «στρεψοδικία» (όπως χαρακτήρισε αργότερα ο ίδιος τη ρητορική), στην πραγματικότητα δίδαξε πώς να την αναγνωρίζει κανείς και, κατ’ επέκταση, πώς να την αντιμετωπίζει. Αυτό το δηκτικό μικρό έργο παραμένει ακόμη και σήμερα ένα πολύτιμο εργαλείο για τον σκοπό αυτό.

Zygmunt Bauman: Η εποχή μας είναι ξανά μια εποχή φόβων

Zygmunt BaumanΠαράξενη αλλά τόσο κοινή και οικεία σε όλους μας είναι η ανακούφιση που νιώθουμε, και η αιφνίδια συρροή ενέργειας και θάρρους, όταν μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα ανησυχίας, αγωνίας, σκοτεινών προαισθημάτων, ημερών γεμάτων φόβο και άγρυπτων νυχτών, αντιμετωπίζουμε τελικά τον πραγματικό κίνδυνο: μια απειλή την οποία μπορούμε να δούμε και να αγγίξουμε. Ή ίσως αυτή η εμπειρία να μην είναι τόσο παράξενη όσο φαίνεται αν, επιτέλους, μαθαίνουμε τι κρυβόταν πίσω από αυτό το ασαφές αλλά πείσμον αίσθημα κάποιου πράγματος φρικτού και προορισμένου να συμβεί, που συνέχιζε να δηλητηριάζει τις μέρες κατά τις οποίες θα έπρεπε να χαιρόμαστε, για κάποιο λόγο όμως δεν μπορούσαμε – και που έκανε τις νύχτες μας άγρυπνες … Τώρα που γνωρίζουμε από που έρχεται το πλήγμα, γνωρίζουμε επίσης, αν μη τι άλλο, τι μπορούμε να κάνουμε για να το αποκρούσουμε – ή τουλάχιστον έχουμε μάθει πόσο περιορισμένη είναι η ικανότητά μας να βγούμε αλώβητοι και τι είδους απώλεια, ή βλάβη, ή πόνο, πρέπει να περιμένουμε.

Όλοι έχουμε ακούσει ιστορίες για δειλούς που έγιναν ατρόμητοι μαχητές όταν αντιμετώπισαν κάποιον «πραγματικό κίνδυνο», όταν η καταστροφή που περίμεναν κάθε μέρα, αλλά μάταια είχαν προσπαθήσει να φανταστούν, επιτέλους ήρθε. Ο φόβος φτάνει στο αποκορύφωμά του όταν είναι διάχυτος, διάσπαρτος, ασαφής, όταν δεν συνδέεται με κάτι, όταν παραμένει αποσπασμένος από την πραγματικότητα και αιωρείται ελεύθερα, χωρίς σαφή αναφορά ή αιτία — όταν μας στοιχειώνει χωρίς ορατό ειρμό ή λόγο, όταν η απειλή που θα έπρεπε να φοβόμαστε μπορεί να αναφανεί φευγαλέα παντού, δεν μπορούμε όμως να την αντικρίσουμε πουθενά. «Φόβος» είναι το όνομα που δίνουμε στην αβεβαιότητά μας: στην άγνοιά μας για την απειλή και για ό,τι πρέπει να κάνουμε – ό,τι μπορούμε και ό,τι δεν μπορούμε να κάνουμε – προκειμένου να τη σταματήσουμε καθ’οδόν – ή να της αντισταθούμε, αν η αναχαίτισή της ξεπερνά τις δυνάμεις μας.

Η εμπειρία της ζωής στην Ευρώπη του 16ου αιώνα – στο χρόνο και στον τόπο όπου η μοντέρνα εποχή μας ήταν έτοιμη να γεννηθεί – συνοψίστηκε κοφτά, και θαυμάσια, από τον Lucien Febvre σε τέσσερις μόνο λέξεις: «Peur toujours, peur partout» («φόβος πάντα, φόβος παντού»). Ο Febvre συνέδεσε την πανταχού παρουσία του φόβου με το σκοτάδι, που άρχιζε έξω από την πόρτα της καλύβας και σκέπαζε τον κόσμο έξω από το φράκτη του αγροκτήματος. Στο σκοτάδι μπορούν να συμβούν τα πάντα, ουδείς όμως γνωρίζει τι ακριβώς θα συμβεί τελικά: το σκοτάδι δεν είναι η αιτία του φόβου, είναι όμως το φυσικό περιβάλλον της αβεβαιότητας – κι επομένως του φόβου.

Η νεωτερικότητα επρόκειτο να είναι το μεγάλο άλμα προς τα εμπρός: μακριά από το φόβο και προς έναν κόσμο απαλλαγμένο από την τυφλή και αδιαπέραστη μοίρα – αυτό το θερμοκήπιο φόβων. Όπως συλλογιζόταν ο Βίκτωρ Ουγκό, νοσταλγικά και με λυρική διάθεση εν προκειμένω: ωθημένη από την επιστήμη («ο θρόνος της πολιτικής θα μεταμορφωθεί σε θρόνο της επιστήμης»), θα έρθει μια εποχή που θα δώσει τέλος στις εκπλήξεις, τις συμφορές, τις καταστροφές – αλλά και τέλος στις διενέξεις, τις αυταπάτες, τους παρασιτισμούς… Με άλλα λόγια, μια εποχή που θα δώσει τέλος σέ όλα αυτά τα υλικά από τα οποία φτιάχνονται οι φόβοι.

Ό,τι έμελλε όμως να είναι μια οδός διαφυγής, αποδείχθηκε τουναντίον μια μακρά παράκαμψη. Πέντε αιώνες μετά, σε μας που βρισκόμαστε στο άλλο άκρο του πελώριου νεκροταφείου ρημαγμένων ελπίδων, η ετυμηγορία του Febvre ηχεί – ξανά – εντυπωσιακά ταιριαστή και επίκαιρη.  Η εποχή μας είναι, ξανά, μια εποχή φόβων.


Πηγή: Ζίγκμουντ Μπάουμαν, Ρευστός Φόβος, Εισαγωγή: Σχετικά με την καταγωγή, τη δυναμική και τις χρήσεις του φόβου, Μετ. Γιώργος Καραμπελας, Εκδόσεις Πολύτροπον 2077,