Δοξόσοφοι αντί σοφοί

Το ότι ο σύγχρονος δυτικός άνθρωπος περνά κατά μέσον όρο πάνω από επτά ώρες καθημερινά μπροστά στις οθόνες της τηλεόρασης, τους υπολογιστές, το ίντερνετ και τους επεξεργαστές κειμένων απασχολεί τους ειδικούς επιστήμονες. Ήδη, οι πιο ηλικιωμένοι, από αυτούς πού είναι δραστήριοι στον κόσμο των ψηφιακών μέσων, αντιμετωπίζουν αυξανόμενες δυσχέρειες επικοινωνίας, αφού πρέπει να προσαρμόζονται διαρκώς προς νέα μέσα. Παράλληλα ο ελληνικός νεανικός πληθυσμός αφιερώνει όλο και περισσότερο χρόνο στα μέσα επικοινωνίας, όπως τα κινητά τηλέφωνα και το ίντερνετ και μάλιστα εθίζεται στο να χειρίζεται διάφορα μέσα ταυτόχρονα.

Πολλοί είναι αυτοί που πιστεύουν ότι η σύγχρονη κατάσταση του να βρίσκεται κανείς συνεχώς σε εγρήγορση όπως απαιτούν τα ψηφιακά μέσα έχει άμεσα ψυχολογικά και νοητικά επακόλουθα. Αλλά και το φορτίο των πληροφοριών που επιβάλλεται από τα σύγχρονα μέσα απειλεί την ικανότητά μας για συλλογισμό και διανοητική συγκέντρωση και υπομονή. Πρόσφατες έρευνες έδειξαν ότι η πιθανότητα να διαβασθεί ένα άρθρο σε μια εφημερίδα είναι μικρή σε σύγκριση με τους αναγνώστες και μάλιστα οι αναγνώστες οι οποίοι διακόπτουν την ανάγνωση πριν φθάσουν στο 1/5 του κειμένου είναι η συντριπτική πλειονότητα. Το συμπέρασμα είναι ότι η δυνατότητα συγκέντρωσης κατά την ανάγνωση έχει μειωθεί.

Ούτε λίγο – ούτε πολύ, ορισμένοι ειδικοί ισχυρίζονται ότι τα σύγχρονα ψηφιακά μέσα οδηγούν σε αλλαγές των βασικών δομών του ανθρώπινου εγκέφαλου. Το πρόσφατο βιβλίο του Αμερικανού Nicholas Carr, The Shallows, έγινε η αφορμή μιας ευρείας συζήτησης. O συγγραφέας αναρωτιέται αν βρισκόμαστε σε μια διαδικασία που στερεί τον Homo sapiens από τις ικανότητες που του επέτρεψαν να οδηγηθεί από τα προϊστορικά σπήλαια στο σύγχρονο ψηφιοποιημένο κόσμο. Ο Carr αναλύει τις επιδράσεις που σημαντικές επινοήσεις, όπως ο χάρτης και το μηχανικό ρολόι, επέφεραν στον τρόπο σκέψης για να καταλήξει στο ότι η κακοφωνία και το χάος των πληροφοριών δημιουργούν την τάση για επιπόλαια ανάγνωση, βιαστική και αποσπασματική σκέψη και δίνουν γνώσεις που είναι υπερφίαλες και χιμαιρικές. Η σύγκριση με τον έντυπο λόγο, δηλαδή με το βιβλίο, είναι χαρακτηριστική, αφού οι αναγνώστες του βιβλίου σε αντίθεση με τους χρήστες των ψηφιακών μέσων οδηγούνται σε καλλιέργεια της φαντασίας τους, του εσωτερικού διαλόγου και της αναλυτικής σκέψης.

Μία σημαντική ανάλυση του Carr βασίζεται στη «νευροπλαστικότητα» στην ιδιαίτερη ικανότητα δηλαδή του ανθρώπινου εγκέφαλου να προσαρμόζει τη διανοητική του δύναμη και δυνατότητα ανάλογα με την εμπειρία. Ο Carr επικεντρώνεται στις επιδράσεις που μπορεί να έχει η χρήση του ίντερνετ στον ανθρώπινο εγκέφαλο. Τα συμπεράσματά του συμφωνούν με αυτά της ομάδας του Πανεπιστημίου UCLA, η οποία μελέτησε χωριστές ομάδες από χρήστες και μη χρήστες του ίντερνετ και ανακάλυψε ουσιαστικές διαφορές σε ικανότητες όπως μορφές της μνήμης και ταχύτητα λήψης αποφάσεων. Διαφορές που εξαφανίζονται αν οι μη χρήστες του ίντερνετ εθιστούν στη χρήση του. Το τελικό συμπέρασμα του Carr είναι ότι η χρήση ψηφιακών μέσων τείνει να εξουδετερώσει τις ατομικές ικανότητες τις σχετικές με το βάθος και την ένταση της σκέψης, όπως και την ικανότητα για μάθηση και κατανόηση.

Ο καθηγητής Gary Small, συγγραφέας του βιβλίου «Τεχνολογική μεταλλαγή του μοντέρνου εγκέφαλου» αναλύει το πώς μπορούν οι πολλές ώρες ψηφιακών ασχολιών να επηρεάσουν τις διανοητικές λειτουργίες. Ιδιαίτερα οι νέοι χρήστες ψηφιακών μέσων, τους οποίους ονομάζει «ψηφιακούς ιθαγενείς» , παρουσιάζουν έλλειψη της ικανότητας επαφής , όπως η επαφή με το βλέμμα και η ανταπόκριση σε σωματικά μη λεκτικά σήματα και εκφράσεις κατά τη συνομιλία. Ο Small αναλύει τις ιδεολογικές και διανοητικές συνέπειες που επιφέρει ή έξη και στενή επαφή με τα ψηφιακά μέσα.

Η ροπή προς την ταχύτητα σημαίνει και τάση προς το πρόχειρο και το ρηχό. Την τάση αυτή προσπαθούν να καταπολεμήσουν ομάδες διανοούμενων που διαδίδουν την αντίληψη της αργής ανάγνωσης και της επιλεκτικής ασχολίας με τα κείμενα. Η εμπειρία της ανάγνωσης, η εσωτερίκευση των κειμένων και η προσωπική ωφέλεια του αναγνώστη γίνονται αντικείμενα συζήτησης και πειραματισμών. Το αργό διάβασμα θεωρείται σήμερα πανάκεια στα αμερικανικά ακαδημαϊκά περιβάλλοντα. Δεν πρόκειται φυσικά για κάτι το καινούργιο. Ήδη το 1623 η πρώτη έκδοση των Απάντων του Σαίξπηρ συνιστούσε την ανάγνωση ξανά και ξανά, ενώ το 1887 ο Νίτσε περιέγραφε τον εαυτό του σαν «δάσκαλο της αργής ανάγνωσης».

Οι κριτικοί των ψηφιακών μέσων αναφέρονται στο παράδοξο φαινόμενο των συζητήσεων αυτών που δεν έχουν διαβάσει ένα συγκεκριμένο βιβλίο και παρά τούτο επιμένουν να το συζητούν με πάθος. Ωστόσο, σε μια συνηθισμένη συζήτηση αυτό μπορεί να συμβεί, αλλά στην ουσία τα κείμενα είναι αυτά που μετρούν. Τα κείμενα είναι ο καταλύτης για τη διάνοια του αναγνώστη, ώστε να δημιουργούνται νέοι χώροι κατανόησης και σκέψης. Ο Carr καταλήγει στο συμπέρασμα ότι είναι η ύπαρξη του προσεκτικού και κριτικού αναγνώστη που δημιουργεί την ανάγκη για ένα συγγραφέα. Οι κριτικοί των ψηφιακών μέσων επιμένουν στη διάβρωση της ικανότητας για αυτοσυγκέντρωση και την αδυναμία για αργό διάβασμα. Αδυναμία που ακολουθεί την ικανότητα για γρήγορη αντίδραση και αστραπιαίους χειρισμούς στα ψηφιακά μέσα. Αυτό σημαίνει και την εξαφάνιση των συγγραφέων;

Οπωσδήποτε, κανείς δεν φτάνει να απορρίψει τα ψηφιακά μέσα. Είναι προφανές ότι το μέλλον ανήκει σε αυτά. Και εδώ δεν μπορούμε να μη θυμηθούμε τον μύθο της επινόησης της γραφής που παραθέτει ο Πλάτων στον «Φαίδρο». Δημιουργούνται λέει με το νέο αυτό μέσο επικοινωνίας άνθρωποι «πολύκοοι», «άνευ διδαχής πολυγνώμονες», «δοξόσοφοι αντί σοφοί»…

Δημήτρης Μαυρίδης, ιστορικός, επίτιμος διδάκτωρ ΔΠΘ

πηγή

Περί συζητήσεως, της Αθανασίας Γιασουμή

Zack Zdrade - Conversation

Zack Zdrade: Conversation (2012)

Ζούμε στην εποχή των παράλληλων μονολόγων. Βρισκόμαστε, λέει συνήθως ο καθένας το δικό του, τις περισσότερες -μάλιστα- φορές για εντυπωσιασμό και άνευ ουσίας. Όσο πιο γρήγορα ισοπεδώσει κανείς το συνομιλητή του, τόσο μεγαλύτερη νιώθει τη νίκη του. Κι όμως, ηττηθήκαμε χωρίς να το ξέρουμε. Νεκροί χρήστες μιας ολοζώντανης γλώσσας που ακόμα και μέσα από τους ορισμούς της διδάσκει. Αδύναμοι να υπερασπιστούμε την από κοινού ζήτηση με τον απέναντι ή τον διπλανό μας. Ο «όμοιος» μετετράπη σε έτερον και το «αεί πελάζει» σε εφήμερα μικροανταμώματα.

Ποια είναι όμως η αιτία απομάκρυνσής μας από τη συζητητική διαλεκτική και γιατί μετατρέψαμε όλη τη χώρα σε μια βουερή Πνύκα; Με ποια δικαιοδοσία αφαιρέσαμε από τη συζήτηση το θετικό της πρόσημο και καταλήξαμε στο να αποζητάει κανείς να ακούει μόνο τη φωνή του; Η απάντηση καθόλα προφανής και συνάμα έκδηλη: ζούμε και βιώνουμε τους εαυτούς μας μέσα από τις οθόνες. Οθόνες τηλεοράσεων, οθόνες υπολογιστών, τάμπλετ, κινητών. Ερωτευόμαστε προφίλ, όχι ανθρώπους. Καθρεφτιζόμαστε σε φωτογραφίες και όχι στα μάτια των άλλων. Τα κάτοπτρά μας είναι οι αναρτήσεις μας. Κι αν με κάποιον διαφωνούμε, τον διαγράφουμε ή τον μπλοκάρουμε.

Ο «μικρός φασίστας» γιγαντώθηκε μέσα μας με τις ευλογίες ενός τεχνολογικού status quo που σίγουρα τέχνη δεν παράγει πόσω δε μάλλον λόγο. Άλλωστε, ο λόγος ενός ατόμου είναι η έκφραση της ίδιας του της λογικής. Σε πιο ευρύ ή ακόμα και καθολικό επίπεδο: ο λόγος μίας εποχής την ίδια τη λογική της εξηγεί.

Αποδεσμευμένοι πια από τις ελάχιστες θετικές συνήθειές μας, εισχωρήσαμε στην ευκολία των νεόφερτων. Ο καφές με τους φίλους, η κάποτε αφορμή για συζήτηση ακόμα και επί των πιο απλών θεμάτων, παρέμεινε μεν καφές αλλά ο έλεγχος του λόγου έδωσε τη θέση του στον έλεγχο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Παραφράζοντας τον ποιητή της Ρωμιοσύνης, οι οθόνες έγιναν συνέχεια του χεριού μας και τα χέρια μας συνέχεια της ψυχής μας. Το έθος ενός ανθρώπου διαμορφώνει επί πολύ και το ήθος του.

Κλείσαμε λοιπόν τα βιβλία, ξεχάσαμε τους εσωτερικούς μας διαλόγους αναφορικά με την πλοκή των ιστοριών τους, το μοίρασμα των σκέψεων με τους φίλους ή τους δασκάλους μας, ερμηνεύσαμε το ανερμήνευτο των ποιημάτων μέσα από ατελείωτες φιλολογικές σελίδες. Δεν έμεινε τίποτα που να μη βρίσκουμε στις μηχανές αναζήτησης του διαδικτύου. Και κάπως έτσι ξημέρωσε το τέλος της ουσιαστικής Ζήτησης με αυτή την τεράστια Προσφορά αμάσητων κι ανέλεγκτων πληροφοριών.

Κι αφού μας τέλειωσε η ατομική ζήτηση, ποιος να νοιαστεί για τη συζήτηση, αφού η πρώτη αποτελεί οντολογική προϋπόθεση της δεύτερης;  Αν εγώ ο ίδιος δεν ξέρω να ζητήσω από τον εαυτό μου να σκεφτεί και να διατυπώσει λόγο πώς να μπορέσω να το ζητήσω από ένα άλλο εγώ; Πώς να υλοποιήσω τη μέθεξη με τον συνομιλητή μου όταν στερούμαι εαυτολογικής μεθέξεως; Ο δρόμος της επιστροφής προς τη συζήτηση μέσα από τα ερωτήματα περνάει. Θα επιλέξουμε λοιπόν να παραμείνουμε ψυχικά κωφάλαλοι ή επιτέλους θα δώσουμε λόγο στη φωνή μας;

Αθανασία Γιασουμή

Το Ηλιοτρόπιο, του Ευγενίου Τριβιζά

Vincent van Gogh - Still Life Vase With Five Sunflowers

Vincent van Gogh: Still Life Vase With Five Sunflowers (1888)

Ήταν κάποτε ένα λιβάδι γεμάτο ηλιοτρόπια. Κι όλα αυτά τα ηλιοτρόπια κοιτούσαν ολημερίς με θαυμασμό τον ήλιο. Όταν ο ήλιος ήταν από κει, γύριζαν από κει. Όταν ο ήλιος ήταν από δω, γυρνούσαν από δω. Εκτός από ένα.

Ένα μόνο ηλιοτρόπιο απ΄όλα τα ηλιοτρόπια του κάμπου δεν κοίταζε τον ήλιο. Όταν ο ήλιος ήταν από δω, το ηλιοτρόπιο αυτό κοιτούσε από κει. Όταν ο ήλιος ήταν από κει, το ηλιοτρόπιο κοιτούσε από δω.

“Μα γιατί δεν κοιτάς κι εσύ τον ήλιο τον ακριβοθώρητο όπως εμείς;” ρωτούσαν τ΄άλλα ηλιοτρόπια απορημένα.

“Και γιατί να τον κοιτάω;”

“Επειδή είναι χρυσός. Επειδή λάμπει κι ανασαίνει φως”.

“Ε και λοιπόν; Χαρά στο πράγμα! Ανασαίνει φως και κάτι έγινε”

“Τι θες να πεις; Δεν σ΄αρέσει δηλαδή;”

“Καλός είναι δεν λέω, αλλά όχι και να τον θαυμάζει κανείς απ΄το πρωί ίσαμε το βράδυ. Αλήθεια, δεν μπορώ να καταλάβω τι του βρίσκετε και τον κοιτάτε σαν χαζά, μέρα μπαίνει μέρα βγαίνει”.

“Δεν είναι στα καλά του”, σκέφτονταν τα ηλιοτρόπια “Ακούς εκεί, να μη θέλει να κοιτάζει τον ήλιο;”

Και περνούσαν οι μέρες. Και όλα τα ηλιοτρόπια κοιτούσαν τον ήλιο, εκτός από κείνο το ηλιοτρόπιο το ένα, που κοιτούσε πάντα από την αντίθετη μεριά.

“Δε μου λες; Γιατί δεν με κοιτάς;” το ρωτάει μια μέρα ο ήλιος.

“Άσε με ήσυχο” είπε το ηλιοτρόπιο.

“Πες μου, γιατί δε με κοιτάς;” ξαναρωτάει ο ήλιος.

“Θέλεις αλήθεια να σου πω;”

“Ναι”

“Επειδή… θέλω να βγαίνεις μόνο για μένα. Μόνο για μένα να γελάς. Να λάμπεις μόνο για μένα. Εμένα μόνο να ζεσταίνεις” είπε το ηλιοτρόπιο.

“Αν έβγαινες μόνο για μένα, τότε ναι θα σε κοιτούσα”

“Μα δεν γίνεται αυτό” αποκρίθηκε ο ήλιος. “Δεν γίνεται να βγαίνω μόνο για σένα, να γελάω μόνο για σένα, εσένα μόνο να ζεσταίνω. Δεν γίνεται”

“Τότε κι εγώ δεν θα σε κοιτάω”

“Μα πρέπει μικρό ηλιοτρόπιο. Θα μαραθείς, αν δε με κοιτάς”

“Και τι σε νοιάζει εσένα αν μαραθώ. Παράτα με” είπε το ηλιοτρόπιο. Δεν μίλησε ο ήλιος. Και το ηλιοτρόπιο κοιτούσε με πείσμα από την άλλη τη μεριά. Και περνούσαν οι μέρες και άρχισε να χλωμιάζει το ηλιοτρόπιο.

“Είδατε;” ψιθύρισαν τ’ άλλα ηλιοτρόπια μεταξύ τους “Δεν κοιτάζει τον ήλιο και ορίστε… Ιδού τα αποτελέσματα. Δεν το βλέπω καθόλου καλά. Να το θυμηθείτε ότι έτσι που πάει αργά ή γρήγορα θα μαραθεί”.

Είχε δίκιο. Κάθε μέρα που περνούσε το ηλιοτρόπιο γινόταν όλο και πιο χλωμό, ο μίσχος στα πέταλά του μαραινόταν, αλλά ούτε που γύριζε να κοιτάξει τον βασιλιά τον ήλιο.

Παραξενεμένα τα ηλιοτρόπια, το άκουγαν να μιλάει μόνο του. “Φύγε” έλεγε “δε θέλω να σε βλέπω. Φύγε”

Ώσπου ένα βράδυ, το τελευταίο κείνο βράδυ, όταν όλα τ΄άλλα ηλιοτρόπια είχαν αποκοιμηθεί, μέσα στη νύχτα, μέσα στη σιωπή, πρόβαλε ο ήλιος. Πρώτη φορά έβγαινε το βράδυ. Δεν είχε ξαναγίνει κάτι τέτοιο. Βγήκε κι έδιωξε το σκοτάδι και πλημμύρισε μ΄ένα χρυσαφένιο φως, μαγευτικό φως τ΄όνειρό του.

“Ήρθες;” είπε το ηλιοτρόπιο.

“Ήρθα” είπε ο ήλιος

“Μόνο για μένα;”

“Μόνο για σένα” αποκρίθηκε ο ήλιος “Έλα”.

Ένιωσε ανάλαφρο το ηλιοτρόπιο, τόσο ανάλαφρο σαν να μη το έδενε η ρίζα του στο χώμα. Λες κι έγιναν φτερά τα φύλλα του, αφέθηκε ν΄ανεβαίνει… Κι ανέβαινε, όλο ανέβαινε… Ήταν τόσο μαγευτικός ο ουρανός, τόσο φωτεινός, δεν γίνεται πιο φωτεινός… Κι έφτασε κοντά στον ήλιο. Κι από κει ψηλά είδε όλες τις θάλασσες, κι όλα τα λιβάδια, είδε λίμνες, είδε λειμώνες  είδε δάση, είδε ροδώνες και χώρες μαγικές και κόρφους μυστικούς και νησιά που ταξιδεύανε στο κύμα και πράσινα ποτάμια που στραφτάριζαν κι ολόλευκα πουλιά πάνω απ΄τα βουνά τ΄ασημένια.

“Έλα κοντά μου” είπε ο ήλιος. Το ηλιοτρόπιο πήγε κοντά.

“Πιο κοντά” είπε ο ήλιος. Το ηλιοτρόπιο πήγε πιο κοντά.

“Κοίτα με” είπε ο ήλιος “Κοίτα με ηλιοτρόπιο” Το ηλιοτρόπιο τον κοίταξε.

“Εσένα μόνο” είπε ο ήλιος, και το άγγιξε με την ανάσα του.

Κι ένιωσε την ανάσα εκείνη να το καίει σαν πυρετός, σαν φλόγα να το αγκαλιάζει, σαν αστραπή θαμπωτική να το πονά κι ήταν όλα ένα χρυσάφι μέσα του, ολόγυρά του. Φλόγα θαμπωτική ο ουρανός απ΄άκρη σε άκρη. Κι ένιωσε τα φυλλοκάρδια του ν΄ανοίγουν, να γλιστράνε, να σκορπάν τα σπόρια του, να πέφτουν δάκρυ και βροχή στις θάλασσες του κόσμου κι όπως αγγίζαν τον αφρό, όπως άγγιζαν το κύμα σπίθες ξενες να πηδούν, μυριάδες ηλιοτρόπια να βλασταίνουν στη στιγμή, κύματα κι άλλα κύματα από ηλιοτρόπια χρυσά, ήλιοι λουλουδένιοι που στραφτάριζαν ολούθε ονειρικά, θάλασσες απέραντες χωρίς αρχή και τέλος.

Vincent Van Gogh - Still Life With Two Sunflowers 1887

Vincent Van Gogh – Still Life With Two Sunflowers (1887)

Είχε συννεφιά τ΄άλλο πρωί. Δεν βγήκε τη μέρα εκείνη ο ήλιος. Κατασκότεινος ο ουρανός, λες κι ήταν βουρκωμένος . Το ηλιοτρόπιο έγερνε στο μίσχο του ξερό, καψαλισμένο, δίχως δροσιά, χωρίς πνοή, ανάμεσα στα δροσά ηλιοτρόπια του κάμπου.

“Τά΄θελε και τά΄παθε” είπε ένα ηλιοτρόπιο.

“Πήγαινε γυρεύοντας” είπε ένα άλλο. Έτσι είπαν.

Έτσι είπαν και το λυπήθηκαν. Το λυπήθηκαν επειδή κανένα τους δε μάντεψε, πόσο μεγάλη ήταν η αγάπη του, κανένας δεν έμαθε ποτέ το τελευταίο όνειρό του.

Ευγένιος Τριβιζάς

Ας το ακούσουμε από τον ίδιο, στην εκπομπή «Στα Άκρα«:

πηγή

Η μεταβατική εποχή για την κοινωνία των πολιτών

Απόσπασμα από το βιβλίο του Βασίλη Τακτικού «Θεσμοί και εφαρμογές της κοινωνικής οικονομίας»

Χρονικά, στις αρχές του 21ου αιώνα η κοινωνία πολιτών (ΚτΠ) εμφανίζεται ως ένα ιστορικό φαινόμενο, που διαφοροποιεί την οικονομία και την πολιτική από την κοινωνική βάση και γίνεται πλέον ένας υπολογίσιμος ρυθμιστής στην διαμόρφωση θεσμών κοινωνικοπολιτικής πρακτικής, καθόσον ο παλιός κόσμος της δεύτερης βιομηχανικής εποχής κλονίζεται συθέμελα.

Η ΚτΠ ως προϊόν της τρίτης βιομηχανικής επανάστασης δεν είναι απλά μια συσσώρευση δυνάμεων που λειτουργεί ως βατήρας για ένα κοινωνικό ξέσπασμα, για να παραδώσει στη συνέχεια τη δύναμή της, μετά την έκρηξή της, στην εξουσία του κράτους, όπως γινόταν στο παρελθόν. Προβάλλει ως μια καθολικότητα με αυτόνομη θεσμική διάρκεια, που απλώνεται στην κοινωνία και την ενεργοποιεί προς νέες μορφές συλλογικής δημιουργίας. Επιβάλλει στο κράτος και την αγορά, για πρώτη φορά στην ιστορία, την ατζέντα της κοινωνικής οικονομίας και της κοινωνικής περιβαλλοντικής ευθύνης. Την επιβάλλει προσφέροντας θέσεις εργασίας με το συνεργατισμό, εκεί που οι άλλοι τομείς συρρικνώνονται.

Αυτή η οριζόντια οργάνωση της κοινωνίας με τους θεσμούς αλληλεγγύης και κοινωνικής επιχειρηματικότητας, στο βαθμό που ενοποιείται, επιβάλλει σταδιακά ως αυτόνομη καθολικότητα με αιτήματα την ειρήνη, την οικολογία και την αλληλέγγυα οικονομία, μέσα από τους νέους θεσμούς συμμετοχικής δημοκρατίας.

Έτσι, η ανάγκη για μια νέα αφήγηση της κοινωνίας πολιτών υπαγορεύεται από την σύγχρονη δυναμική της και κατ’ αυτόν τον τρόπο οφείλουμε να ξεκινήσουμε από την αρχή, από την περίοδο του διαφωτισμού, για να δούμε τις διακυμάνσεις και πως υποτάχθηκε στη λογική του έθνους-κράτους και πως σήμερα μπορεί να αναδυθεί κινητήρια δύναμη της ιστορίας.

Εάν δούμε τις πρώιμες θεωρητικές αναφορές για την κοινωνία των πολιτών, στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ουαιώνα, σε ελάχιστες περιπτώσεις αυτές διαχωρίζονται από την επίδραση του κράτους και της αγοράς. Σ’ αυτή την αναδρομή ξεχωριστή θέση έχουν δύο στοχαστές με δυο αντικριστές θεωρίες όπως ο φιλελεύθερος στοχαστής Τοκβίλ (Alexis de Tocqueville 1805 – 1859) και ο ηγέτης της Ιταλικής αριστεράς Γκράμσι (Antonio Gramsi 1891 – 1937) και οι δυο τους έχουν σημαντική συνεισφορά ώστε να αντιληφθούμε την σχέση και τη συνάρτηση της οργανωμένης κοινωνίας πολιτών ως καθολικότητα, με τις άλλες δυο καθολικότητες της αγοράς και κυρίως του κράτους.

Μολονότι και οι δύο έγραψαν σε μια άλλη εποχή, με διαφορετικά δεδομένα, και η ερμηνεία τους μπορεί να θεωρηθεί πολύ πρώιμη για τις σημερινές συνθήκες, η συμβολή τους στη θεωριτική παράδοση για τη σχέση της κοινωνίας των πολιτών με το κράτος είναι το σημείο αναφοράς, που σηματοδοτεί τα όρια και τις δυνατότητες ελευθερίας του υποκειμένου, αυτό που σήμερα θα λέγαμε «ενεργούς πολίτες».

Ο Τοκβίλ αναδεικνύει τη σημασία του εθελοντισμού σε σχέση με το λιγότερο κράτος και την ανάπτυξη του κοινωνικού κεφαλαίου και της κοινωνίας των πολιτών, που πλέον αναγνωρίζονται ευρέως ως καθοριστικοί παράγοντες οικονομικής ανάπτυξης. Όπως αναφέρουν οι H. Putnam και F. Fukuyama, στο έργο του «Δημοκρατία στην Αμερική» ο Τόκβιλ εξετάζει με πραγματικό θαυμασμό, το πλήθος των εθελοντικών οργανώσεων πολιτών στις Η.Π.Α., οι οποίοι λειτουργώντας ως ενδιάμεσοι θεσμοί, συμβάλλουν στην οικονομική ανάπτυξη, εξυπηρετώντας παράλληλα, μία σειρά κοινωνικών σκοπών, ενάμιση αιώνα πριν. Αν και η ορολογία διαφέρει από την σημερινή σε σχέση με τον εθελοντισμό, το κοινωνικό κεφάλαιο και την κοινωνική οικονομία, οι θεσμοί εθελοντισμού και αλληλεγγύης είναι η βάση της δικής του συλλογιστικής.

Ωστόσο, πολλές από τις «προφητικές» ερμηνείες του διαψεύδονται από την ίδια την εξέλιξη της Αμερικής και την εξέλιξη του οικονομικού φαινομένου του καπιταλισμού, τον οποίον άλλωστε δεν αναλύει οικονομικά, όπως έκαναν ο Άνταμ Σμιθ και ο Μαρξ, αλλά αναφέρεται απλά στις αξίες του φιλελευθερισμού τις οποίες εμπεριέχει.

Ο Τόκβιλ γράφει για την Αμερική: «Βλέπω ότι τα αγαθά και τα χαλεπά επιμερίζονται αρκετά ισομερώς. Τα μεγάλα πλούτη εξαφανίζονται και ο αριθμός των μικρών περιουσιών πολλαπλασιάζεται. Δεν υπάρχουν πια ούτε η αχανής χλιδή ούτε η ανεπανόρθωτη εξαθλίωση. Η φιλοδοξία είναι καθολικό συναίσθημα, λίγες όμως είναι οι άμετρες φιλοδοξίες». Και παρακάτω: «Τα ήθη είναι ήπια και η νομοθεσία ανθρώπινη… Η βία είναι σπάνια και η σκληρότητα σχεδόν ανύπαρκτη… Και αυτό που παρατηρώ σε σχέση με τις περιουσίες εμφανίζεται με μύριες όσες μορφές. Όλα σχεδόν τα ακραία φαινόμενα γλυκαίνουν και αμβλύνονται και όλα τα έντονα σημεία σβήνουν, αφήνοντας τη θέση τους σε κάτι το μεσαίο». Δυστυχώς, τίποτα από αυτές τις ρομαντικές περιγραφές δεν ισχύει σήμερα στην Αμερική.

Ο κοινωνιολόγος Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, συγκρίνοντας τα «προφητικά όρια» και τις «προβληματικές ανεπάρκειες» του Τοκβίλ, σε αντιπαράθεση με τις αντίστοιχες αδυναμίες του Μαρξ, διαπιστώνει ότι, και οι δύο στοχαστές δεν μπορούσαν να ξεφύγουν από την εποχή τους, τις αφετηριακές αξίες και επιλογές τους, με αποτέλεσμα να παρεκκλίνουν προς αντίθετες κατευθύνσεις. Έτσι, η ειρωνεία της ιστορίας επιβεβαιώνεται για άλλη μία φορά: οι δύο αντίθετες και αντικριστές αναγνώσεις του μέλλοντος εμφανίζονται ως παραπληρωματικά μέρη μιας ενεργούς και επίκαιρης αντιπαράθεσης αξιών, στο πλαίσιο της οποίας οι δύο στοχαστές μπορούν να συγκριθούν, όχι ως προς την αναλυτική τους δεινότητα, αλλά ως προς την κατεύθυνση και τις προεκτάσεις της προταγματικής τους ανεπάρκειας.

Ο Γκράμσι, από την άλλη πλευρά, εισάγει στην πολιτική θεωρία την έννοια τις ιδεολογικής ηγεμονίας του «οργανικού διανοούμενου» και το γεγονός ότι, σκεπτόμενοι και οργανωτικοί άνθρωποι προωθούν ενεργά τις ιδέες και τις απόψεις της τάξης τους, διαμορφώνοντας έτσι και τις τάσεις που επικρατούν στο επίπεδο πολιτικής ηγεσίας.

Η κοινωνία των πολιτών είναι, τρόπον τινά, το πεδίο άσκησης της ελευθερίας και της δημιουργίας των όρων και προϋποθέσεων της συναίνεσης και της πειθούς, αλλά είναι εξίσου και το πεδίο κοινωνικών συγκρούσεων στο πολιτιστικό, ιδεολογικό, θρησκευτικό και οικονομικό επίπεδο. Το ρόλο αυτό παίζουν οι οργανωτικοί διανοούμενοι, με στόχο την ιδεολογική ηγεμονία.

Επομένως, κατά τον Γκράμσι, προκειμένου να κατανοήσουμε ένα σύγχρονο κράτος, δεν αρκεί να μελετήσουμε τα πολιτικά κόμματα και την οικονομική δομή, αλλά είναι αναγκαίο να αναλύσουμε εκείνο το σύνολο φαινομένων που αποκαλούσε «οργάνωση της κουλτούρας», δηλαδή: το σχολείο, τις εκκλησίες, τις εφημερίδες, τις περιοδικές επιθεωρήσεις, τον κινηματογράφο, το λαϊκό μυθιστόρημα κ.λπ.

Ο Γκράμσι αντιτάχθηκε, με τον τρόπο του, στις επικρατούσες απόψεις στο διεθνές μαρξιστικό θεωρητικό τοπίο της εποχής του, δηλαδή στον οικονομίστικο αυτοματισμό και τον πολιτικό βολονταρισμό, ακόμη και στον Λένιν.

Οι βασικές συνεισφορές του Γκράμσι στην πολιτική σκέψη ήταν οι εξής:

  • η έννοια της πολιτισμικής «ηγεμονίας», ως μέσο διατήρησης της κυριαρχίας του καπιταλιστικού κράτους,
  • ο τονισμός της ανάγκης για τη μόρφωση των εργατών, ώστε να δημιουργηθούν οι «οργανικοί διανοούμενοι» της εργατικής τάξης και να γίνει δυνατή η επίτευξη της εργατικής ταξικής «ηγεμονίας»,
  • η διάκριση μεταξύ πολιτικής κοινωνίας (αστυνομία, στρατός, νομικό σύστημα κ.ά.), που κυριαρχεί άμεσα και κατασταλτικά, και κοινωνίας των πολιτών (οικογένεια, εκπαιδευτικά συστήματα, συνδικάτα κ.ά.), όπου η κυριαρχία του καπιταλιστικού κράτους συγκροτείται μέσω της ιδεολογίας ή μέσω της συναίνεσης,
  • η πρωταρχική σημασία του ιστορικού υποκειμένου, δηλαδή η ανάλυση μιας κοινωνίας στο συγκεκριμένο κάθε φορά ιστορικό της πλαίσιο και η κριτική του οικονομικού ντετερμινισμού.

Πρέπει, βέβαια, να τονιστεί ότι η θεωρία του Γκράμσι, που διατυπώθηκε υπό διαφορετικές συνθήκες από τις σημερινές, δεν μπορεί να ερμηνεύσει όλα τα σύγχρονα πολιτικά και κοινωνικά φαινόμενα και τις συλλογικές συμπεριφορές. Επιπλέον, έχει επισημανθεί από ορισμένους ότι ο Γκράμσι ήταν αποκλειστικά, ή τουλάχιστον κυρίως, εθνικός στοχαστής στο συγκεκριμένο πλαίσιο της Ιταλίας.

Σήμερα, βρισκόμαστε μπροστά στο φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, οι οποίες με ανεξάρτητη και αυτόνομη δράση από το εθνικό κράτος. Οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και οι οργανικοί διανοούμενοι δεν είναι αναγκασμένοι να είναι κρατικοί υπάλληλοι ή κομματικά στελέχη. Μπορεί να είναι ανεξάρτητοι ενεργοί πολίτες ανάλογα με το επίπεδο των οργανώσεων της Κοινωνίας των πολιτών και όχι στελέχη μιας ιεραρχικής αντιπροσωπευτικής οργάνωσης, με σκοπό την κρατική εξουσία ή τη διατήρησή της.

Υπάρχει, δηλαδή, ένας σαφής διαχωρισμός της κοινωνίας των πολιτών από το κράτος ως επιλογή. Πρόκειται, λοιπόν, για μια διαφοροποιημένη κοινωνία των πολιτών, από αυτή που ανάλυε ο Γκράμσι στην εποχή του, με κυρίαρχο το εθνικό πλαίσιο και την αντανάκλαση της κοινωνικής κουλτούρας σ’αυτό.

Η νέα καθολικότητα της κοινωνίας των πολιτών ως προϊόν της παγκοσμιοποίησης και της ανοικτής κοινωνίας και δεν έχει να κάνει σε τίποτα με την κατασκευή του ιστορικισμού της κλειστής κοινωνίας, όπως την ανάπτυξε ο Χέγκελ, ο οποίος, με τη σειρά του, ταύτιζε και εκείνος την κοινωνία των πολιτών με το έθνος-κράτος και, άρα, ως εξαρτώμενη από αυτό.

Σήμερα, αφενός η παγκοσμιοποίηση και αφετέρου η Τρίτη βιομηχανική επανάσταση έχουν περιορίσει τον εθνοκεντρισμό της κυρίαρχης πολιτικής τάξης, που είναι αναγκασμένη να λειτουργήσει στο πλαίσιο της Ενωμένης Ευρώπης. Εδώ, η θεώρηση του φιλελευθερισμού του Τοκβίλ είναι χρήσιμη απέναντι στον εθνοκεντρισμό και κρατισμό, όπως και η θεώρηση του Γκράμσι είναι χρήσιμη για να δούμε τη λειτουργία της συναίνεσης και της κουλτούρας, αλλά και πώς λειτουργεί η αμφισβήτηση απέναντι στις καθολικότητες του κράτους και της αγοράς.

Έχοντας ως βάση αυτές τις θεωρητικές αναφορές στο παρελθόν, της πρώτης και δεύτερης βιομηχανικής επανάστασης, και πηγαίνοντας στο σήμερα, μπορούμε να διαπιστώσουμε την αποκαθήλωση της «θεοποίησης» του κράτους και της αγοράς και να δούμε τις δυνατότητες της κοινωνίας από την αρχή.

Στο νέο παγκόσμιο πολιτικό–οικονομικό περιβάλλον, και μετά τις εκρηκτικές διαστάσεις που λαμβάνει η σημερινή παγκόσμια οικονομική κρίση, εκείνο που διαπιστώνουμε με ανάγλυφο τρόπο είναι ότι, η ιστορία δε μένει αμετακίνητη ούτε στις ανάγκες, ούτε στις ιδέες, ούτε στα πολιτικά προτάγματα, όπως αυτά είχαν ορισθεί στο παρελθόν, αλλά μας αναγκάζει σε ένα γενικότερο επαναπροσδιορισμό. Αυτό που παρουσιάστηκε πριν δύο δεκαετίες ως «το τέλος της ιστορίας», αντίθετα με τις νεοφιλελεύθερες προφητείες, δεν ήρθε. Οι ακραίες ολιγαρχικές αντιλήψεις, και μαζί τους ο άκρατος κρατισμός, επίσης καταρρέουν, κάτω από το βάρος της χρεοκοπίας κρατών και αντιλήψεων.

Η κρίση χρέους έφερε την αμφισβήτηση όχι μόνο στο κυρίαρχο οικονομικό σύστημα, αλλά και σε όσους άκριτα το υπηρετούν, οικονομολόγους και πολιτικούς αναλυτές.

Είναι ενδεικτικό ότι φιλελεύθεροι στοχαστές, όπως ο Φουκογιάμα και ο μεγαλοεπενδυτής και θιασώτης της ανοικτής κοινωνίας Σόρος, μετά την πρόσφατη κρίση, παίρνουν σαφείς αποστάσεις από το σύστημα του οικονομικού νεοφιλελευθερισμού και μιλούν για μια απαραίτητη ισορροπία μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού συμφέροντος. Ανησυχούν βέβαια για το μέλλον του καπιταλισμού. Εκ των πραγμάτων έτσι αμφισβητείται τόσο η ηγεμονία της αγοράς, όσο και ο κρατικός καπιταλισμός, και αναζητείται το μείγμα μιας νέας μικτής οικονομίας. Μάλιστα, η αμφισβήτηση αυτή είναι πλέον έμπρακτη και όχι θεωρητική και εστιάζεται στη μοριακή σύσταση του συστήματος, με αποτέλεσμα να αναζητούνται νέες αρχές βιωσιμότητας. Ας μην ξεχνάμε ότι, μέσα από την κρίση, η αγορά είναι εκείνη που καλεί το κράτος σε βοήθεια και μάλιστα, μέσα από τους «καθεδρικούς ναούς» του συστήματος, που είναι οι τράπεζες.

Το παγκόσμιο τραπεζικό σύστημα καλεί το φορομπηκτικό κράτος για να σωθεί από την κατάρρευση. Ζητάει την κρατική προστασία και την αιμοδοσία του από χρηματικούς πόρους που προέρχονται από δυσβάστακτους φόρους προς την κοινωνία. Οι αγορές λοιπόν που σύμφωνα με τον νεοφιλελευθερισμό κατέχουν το «αλάθητο του Πάπα» ζητούν την βοήθεια του κράτους για να διασωθούν, αφού κατήργησαν την παρουσία του κράτους στις κεντρικές επιλογές για την οικονομία, τώρα προσμένουν την σωτηρία από την παρουσία αυτή που έχουν καταργήσει. Βεβαίως κυβερνούν οι δικοί τους άνθρωποι, που προέρχονται από τις τράπεζες και διεθνής οργανισμούς, αλλά τα εργαλεία του κράτους έχουν περιοριστεί.

Παρόλο που η πίστη στο νεοφιλελευθερισμό έχει ανεπανόρθωτα κλονιστεί, αυτό δεν εμποδίζει τις τράπεζες να κρατούν ακόμη ανεξέλεγκτη την ροή του χρήματος. με την υποστήριξη και ηγεμονία των επικοινωνιακών μέσων προς κερδοσκοπικές δραστηριότητες, εις βάρος της πραγματικής οικονομίας. Ακολούθως, αυτή η νέα πραγματικότητα έρχεται σε αντίθεση με τις γνωστές παραδοχές της ωφελιμιστικής αντίληψης, που έχει ως βάση την απεριόριστη οικονομική μεγέθυνση.

Δεν υπάρχει ούτε ένα γνωστό παράδειγμα, λέει ο J. Rifkin, που να τεκμηριώνει ότι, οι άνθρωποι ομαδοποιήθηκαν για πρώτη φορά για να ιδρύσουν αγορές και να εμπορευθούν και στη συνέχεια απέκτησαν πολιτισμική ταυτότητα. Ούτε υπάρχουν παραδείγματα πρωταρχικής ανθρώπινης ομαδοποίησης με σκοπό τη δημιουργία κυβέρνησης και στη συνέχεια κουλτούρας. Πρώτα απ’ όλα οι άνθρωποι δημιούργησαν τη γλώσσα για να επικοινωνούν μεταξύ τους. Μετά έφτιαξαν ένα μύθο για την προέλευσή τους. Καθιέρωσαν τελετουργίες για τις καταβολές τους και οραματίστηκαν το συλλογικό τους πεπρωμένο. Δημιούργησαν κώδικες συμπεριφοράς και δεσμούς εμπιστοσύνης – αυτό που σήμερα αποκαλούμε «κοινωνικό κεφάλαιο» – και ανέπτυξαν κοινωνική συνοχή.

Αυτή η αφήγηση έρχεται σε αντίθεση με την αφήγηση του νεοφιλελευθερισμού και απελευθερώνει τα πεδία της σκέψης.

Έτσι, οι κάθε είδους δογματικοί υπέρμαχοι, άλλοτε της μονοσήμαντης κυριαρχίας του κράτους και άλλοτε της αγοράς, νιώθουν άβολα σε σχέση με τις παγκόσμιες εξελίξεις και προσπαθούν μάταια να εντάξουν το νέο φαινόμενο στα ιδεολογικά τους καλούπια. Από την άλλη πλευρά, η άνοδος της νέας καθολικότητας της κοινωνίας πολιτών, εκφράζοντας ένα νέο κίνημα, δεν υπακούει ούτε στους κανόνες της οικονομίας της αγοράς, ούτε χωράει στο πλαίσιο της οικονομικής ολιγαρχίας, ούτε συνάδει ή συναινεί με την αντιπροσωπευτική δημοκρατία, ούτε συμπορεύεται με το κράτος ή τον κρατισμό.

Έρχεται, ως κίνημα, να αναδείξει τις νέες παγκόσμιες τάσεις της διάχυσης της πληροφορίας και γνώσης, τους κατανεμημένους πόρους της ενέργειας. Οι δογματικοί της αγοράς ασφαλώς, δεν λαμβάνουν υπόψη την δυνατότητα αυτοθέσμισης της κοινωνίας, είτε ως υπαγόρευση νέων αναγκών, είτε ως φαντασιακή θέσμιση συλλογικής δημιουργίας. Δεν λαμβάνουν απλά υπόψη ότι, η υλική βάση και το συλλογικό φαντασιακό της κοινωνίας μετασχηματίζονται και αυτοργανώνονται εντελώς ανεξάρτητα κι ερήμην των παλαιών ιδεολογημάτων. Όσο αλήθεια είναι ότι στη βάση του φιλελευθερισμού και των ατομικών δικαιωμάτων βρήκε έδαφος και αναπτύχθηκε η κοινωνία των πολιτών, άλλο τόσο αλήθεια είναι ότι η ατομιστική ωφελιμιστική αντίληψη της αγοράς δεν είναι ο μόνος χώρος στον οποίο γίνονται οι επιλογές και ζυμώνονται οι προτιμήσεις, όσον αφορά στην οργάνωση του τρόπου ζωής των πολιτών. Η οργανωμένη κοινωνία πολιτών στη βάση της αλληλεγγύης είναι η περίτρανη απόδειξη ότι, οι άνθρωποι μπορούν να οργανωθούν και με άλλα κίνητρα πέραν του οικονομισμού, αρκεί να υφίσταται το κατάλληλο κοινωνικό περιβάλλον.

Παράλληλα, αυτό που παρατηρούμε, μετά τον 20 παγκόσμιο πόλεμο, είναι μια εξελικτική διαδικασία συμμετοχής, η οποία επιδρά στο μετασχηματισμό της δημοκρατίας, έναντι του κρατικού αυταρχισμού. Ένας μετασχηματισμός ο οποίος συντελείται στο πλαίσιο της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και της ανοικτής κοινωνίας, Μια εξέλιξη η οποία σχετίζεται με την παράδοση του φιλελευθερισμού και της σοσιαλδημοκρατίας και έχει σαν αποτέλεσμα την προώθηση των κοινωνικών κατακτήσεων, των ατομικών και των κοινωνικών δικαιωμάτων.

Από την άλλη πλευρά έχουμε ως ιστορική εμπειρία πλέον μια αποστροφή στο αποκρουστικό πρόσωπο του ολοκληρωτισμού–Ναζισμού, κι αυτή η απώθηση συνέβαλε στην εμπέδωση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Αργότερα, όμως, τα νέα δεδομένα της οικονομικής παγκοσμιοποίησης και της επικυριαρχίας της αγοράς έρχονται να περιορίσουν την κοινωνική προστασία του έθνους-κράτους και αυτά τα δεδομένα έρχονται να ωθήσουν την κοινωνία πολιτών προς την αυτενέργεια και τις πρωτοβουλίες αυτο-οργάνωσης. Έτσι, ανάμεσα στο κράτος και την αγορά και από μια άλλη αναδύεται η νέα καθολικότητα της κοινωνίας των πολιτών, που αναδεικνύεται όχι μόνο ως υποκινητής στη δημοκρατική διαβούλευση, αλλά και ως δύναμη με καθολική ισχύ στην οικονομία του συνεργατισμού και την κουλτούρα, μια διαδικασία που αναπτύσσεται σε παγκόσμιο επίπεδο και διαμορφώνει νέους θεσμούς.

Σ’όλη αυτή την διαδικασία δεν μπορεί να διαφεύγει η διαπάλη που γίνεται μεταξύ της αντιπροσώπευσης που εξυπηρετεί τα συμφέροντα της διευθύνουσας κάστας και της οριζόντιας οργάνωσης της κοινωνίας που εξυπηρετεί τα συμφέροντα των πολλών.

Τα συμφέροντα των ολίγων και τα συμφέροντα των πολλών γίνονται πλέον πιο φανερά από την δράση της κοινωνίας πολιτών.

Οι κυβερνήσεις πλέον της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας δεν αγνοούν αυτή την δυναμική, αλλά είναι εμφανές ότι θέλουν να την περιορίσουν μέσω του κατακερματισμού των οργανώσεων της κοινωνίας πολιτών. Παρόλα αυτά, η κοινωνία των πολιτών αναγνωρίζεται κατ’ανάγκη ως τρίτος πόλος στην οικονομία και την παγκόσμια διακυβέρνηση. Αναδύεται ως δύναμη συναίνεσης και ευημερίας αλλά και ως δύναμη αμφισβήτησης και ανατροπής, επιβάλλοντας πολιτικές για το περιβάλλον, για την αντιμετώπιση της απασχόλησης και καταπολέμηση της φτώχειας, μέσα από τη συμμετοχική οικολογία και την κοινωνική αλληλέγγυα οικονομία, ως πολυμορφικό κίνημα συμμετοχικής δημοκρατίας.

Αυτός ο τρίτος πόλος, πέραν του κράτους και της αγοράς, συνιστά την παγκοσμιοποίηση από τα κάτω και συνενώνει τα παγκόσμια κινήματα ειρήνης, οικολογίας, το καταναλωτικό κίνημα και το κίνημα κατά της φτώχειας. Πρόκειται για μια ολότητα η οποία ως πραγματιστικό φαινόμενο πλέον έρχεται να συμβάλλει στην ανάδειξη αυτών των δικτύων εθελοντισμού σε κοινωνικό κεφάλαιο τοπικής αλλά και παγκόσμιας σημασίας, για την καλύτερη διαχείριση των πόρων προς όφελος της κοινωνίας.

Αυτό το κοινωνικό κεφάλαιο συγκροτείται από αυτόνομες συλλογικότητες και αυτόνομες κυβερνοσυλλογικότητες, με εργαλείο το διαδίκτυο και τις νέες επικοινωνιακές δυνατότητες, μια διαδικασία που διαπιστώνουμε πρακτικά πως αναπτύσσεται προς όφελος της κοινοτικής μη κερδοσκοπικής παραγωγής και κατ’επέκταση της κοινωνικής οικονομίας, χωρίς τις παρενέργειες μίας δογματικής ιδεολογίας.

Επομένως, εδώ μπορούμε να ισχυριστούμε ότι δημιουργείται ένας κοινός τόπος από συγκλίνουσες αξίες, με διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες, του φιλελευθερισμού, του σοσιαλισμού και της οικολογίας, οι όποιες εντέλει συνθέτουν τις πιο ανθρώπινες και βιώσιμες αξίες της εποχής μας.

Αυτές οι αξίες μπολιάζονται τώρα σ’ένα νέο θεσμικό περιβάλλον που ευνοείται από τις νέες τεχνολογίες την διάχυση της πληροφορίας την κοινωνικοποίηση της γνώσης και της κατανεμημένης ενέργειας. Ένα «περιβάλλον» που δεν ευνοεί πλέον τις οικονομικές και πολιτικές ελίτ στο συγκεντρωτικό τους παιχνίδι. Σ’αυτό το πλαίσιο που εννοείται η κοινωνικοποίηση της πνευματικής ιδιοκτησίας, του λεγόμενου άυλου προϊόντος της γνώσης της ατομικής και συλλογικής δημιουργίας, η κοινωνία πολιτών αποκτά με πλεονέκτημα της ότι προσφέρει σχεδόν ανέξοδα την μεταφορά γνώσης μέσω του διαδικτύου, το οποίο ανασυνθέτει θεμελιακά νέες αξίες στην ανταλλαγή της γνώσης και των πνευματικών αγαθών.

Νάνος Βαλαωρίτης: Στο “1984” ο Όργουελ μιλάει για το 2017

Ο Ντόναλντ Τραμπ ασκεί πολιτική τρομοκρατίας, έστω κι αν σ’ εμάς τους Ελληνες «χρησιμεύει» για να βάζει στη θέση της τη Γερμανία.

Οι Σύροι πρόσφυγες πραγματοποιούν μια ειρηνική επιδρομή στην Ευρώπη, όπως έκαναν οι Σλάβοι στον Μεσαίωνα. Η Ελλάδα του 21ου αιώνα εξακολουθεί να βρίσκεται, πνευματικά και κοινωνικά, υπό τουρκικό ζυγό. Από το βάθρο των 96 του χρόνων, ο Νάνος Βαλαωρίτης διατυπώνει, μιλώντας αποκλειστικά στο Documento, απόψεις ρηξικέλευθες, προκλητικές, μοναδικές. Τις απόψεις ενός κοσμοπολίτη διανοούμενου που δεν χάνει ούτε στιγμή το εφηβικό του χιούμορ, τη φρεσκάδα της ματιάς του, το πάθος του για το καινούργιο.

Η αλήθεια είναι πως ο Νάνος Βαλαωρίτης, αυτός ο αειθαλής στοχαστής του 21ου αιώνα, δεν είναι τόσο παρών όσο άλλοτε. Ούτε στις βδομαδιάτικες συναντήσεις του περιοδικού «Νέα Συντέλεια», στο καφενείο Κοραής της οδού Ιπποκράτους, όπου πρωτοστατούσε σε μαραθώνιες, εκρηκτικές συζητήσεις για την ποίηση και την τέχνη. Ούτε στα μεσημεριάτικα ραντεβού στον πεζόδρομο της οδού Μηλιώνη, στο Πρυτανείο που δεν υπάρχει πια, όπου μαζεύονταν τα Σάββατα οι στενοί του φίλοι για να τον δουν και να τον ακούσουν. Η φετινή βαρυχειμωνιά, η προχωρημένη ηλικία του, η αδιάλειπτη φροντίδα για την επί έξι δεκαετίες σύντροφό του, την Αμερικανίδα ζωγράφο Μαρί Ουίλσον, τον κρατούν μακριά απ’ όλα αυτά. Ο Νάνος Βαλαωρίτης δεν είναι παρών όπως άλλοτε, αλλά απών δεν υπήρξε ποτέ.

Από το σπουδαστήριό του, το παλιό πατρογονικό διαμέρισμα στο Κολωνάκι, ενημερώνεται διαρκώς. Διαμορφώνει απόψεις ρηξικέλευθες που κεντρίζουν το ενδιαφέρον του συνομιλητή του, ακόμη και σε μια εποχή θλίψης και αποτελμάτωσης όπως η τωρινή. Παρακολουθεί αδιάκοπα την πολιτική σκηνή, τις διεθνείς εξελίξεις, τις τάσεις στην ποίηση και τις τέχνες. Ζει περιτριγυρισμένος από βιβλία, σημειώσεις, αναμνήσεις, μέσα σ’ έναν λαβύρινθο από στοίβες χαρτιών, ένα πραγματικό εργαστήριο σκέψης. Αλλά οι κεραίες του είναι στραμμένες διαρκώς στο παρόν και συλλαμβάνουν τα πάντα.

«Στο “1984” ο Οργουελ μιλάει για το 2017» λέει ο ποιητής. Και εξηγεί: «Στη δυστοπία του μυθιστορήματός του [σ.σ.: σε αντίθεση με την ουτοπία, η δυστοπία αφορά μια πραγματικότητα ανεπιθύμητη και τρομακτική], ο Τζορτζ Όργουελ είχε δημιουργήσει μια διπλή γλώσσα, όπως αυτή που υπάρχει σήμερα στην πολιτική. Οι λέξεις έχαναν την πραγματική σημασία τους, σήμαιναν κάτι άλλο, αναλόγως των περιστάσεων». Κατά τον Νάνο Βαλαωρίτη, η απότομη αύξηση των πωλήσεων που σημείωσε παγκοσμίως τις τελευταίες εβδομάδες το «1984» δεν οφείλεται μόνο στο χαοτικό κλίμα που δημιούργησε ο Τραμπ στην Αμερική, αλλά και στην αγωνία των ανθρώπων για το αύριο.

Ένας ποιητής με το tablet ανά χείρας

«’Ελα να δεις» μου λέει δείχνοντας κάτι στο tablet του. Στη σελίδα του στο Facebook, η ελαιογραφία μιας μελαγχολικής γυναίκας εικονογραφεί την πιο πρόσφατη ανάρτησή του. Ναι, ο Νάνος Βαλαωρίτης ανήκει στην κοινότητα του Facebook, «αυτού του καταπληκτικού εργαλείου», όπως το αποκαλεί. Χρησιμοποιεί το ίντερνετ καθημερινά για να επικοινωνήσει με τους φίλους του, πραγματικούς και διαδικτυακούς, για να ενημερωθεί και να μετέχει στη διαρκώς μεταβαλλόμενη πραγματικότητα.

«Το ίντερνετ είναι τεράστιας σημασίας όταν θέλεις να αναπτύξεις μια ιδέα» εξηγεί. «Αλλοτε χρειαζόσουν μια ζωή για να μάθεις ορισμένα πράγματα. Τώρα μπορείς να δεις ανθρώπους που ζουν στην Κίνα ή τη Ρωσία τη στιγμή που θέλεις. Να διαπιστώσεις ότι είναι ακριβώς σαν κι εμάς. Οτι έχουν τα ίδια φαγητά, τους ίδιους φίλους, τα ίδια γούστα. Να αναρωτηθείς: “Τι είναι αυτά που μας λένε; Αυτούς θα πάμε να σφάξουμε;”. Να καταλάβεις επιτέλους πως οι “άλλοι” δεν είναι εχθροί μας, αλλά θύματα σαν εμάς».

«Οι εθνικιστές μάς γυρνούν πίσω»

Στην ερώτησή μου αν υπονοεί τη φασιστική ιδεολογία και την εμμονή των ακροδεξιών εθνικιστών να βλέπουν τους “άλλους” σαν εχθρούς, ο Νάνος Βαλαωρίτης απαντά με μιαν αναδρομή στην ιστορία: «Οι εθνικιστές είναι υμνητές του πολέμου και της κυριαρχίας. Μας γυρνούν πίσω, στα δικτατορικά καθεστώτα των τυράννων της αρχαίας Ελλάδας, στους πολεμοχαρείς Σπαρτιάτες. Μας αναγκάζουν να κάνουμε βήματα προς τα πίσω – κι αυτά τα βήματα προς τα πίσω πρέπει, δυστυχώς, να τα περιμένουμε…».

Η ιστορία επανέρχεται διαρκώς στον λόγο του. Από την εποχή του πρώτου ιστορικού, του Θουκυδίδη, οι κύκλοι της ιστορίας επαναλαμβάνονται. Το ίδιο ισχύει και για τα λάθη των ανθρώπων. «Η ιστορία της ανθρωπότητας συνεχίζεται εδώ και δυόμισι χιλιάδες χρόνια» εξηγεί. «Το τρομερό είναι ότι δεν αλλάζουμε. Υπάρχουν ιστορικά μοτίβα που επαναλαμβάνονται κάθε τόσο. Ισως πρέπει να συμβεί κάτι πολύ καταστροφικό, για να φοβηθούν οι μεγάλες δυνάμεις του κόσμου και να αποφασίσουν να σώσουν τον πλανήτη και την ανθρωπότητα».

Γλώσσα και αλήθεια είναι θύματα πολέμου

Οταν ο Νάνος Βαλαωρίτης μιλάει για πόλεμο, υπονοεί την κατάσταση αβεβαιότητας που βιώνουμε σήμερα. Υπονοεί την ιδεολογική πάλη της δημοκρατίας με την ακροδεξιά ιδεολογία, η οποία κερδίζει πόντους στην Ευρώπη. Υπονοεί όμως και την παρέμβαση παγκόσμιων οικονομικών κέντρων στη διακυβέρνηση κρατών, τον οικονομισμό, που έχει οδηγήσει πολλές χώρες, και πρώτη απ’ όλες την Ελλάδα, στο χείλος της καταστροφής. «Το πρώτο θύμα ενός πολέμου είναι η γλώσσα, και επομένως η αλήθεια» επισημαίνει.

«Σ’ έναν πόλεμο ο αντίπαλος χρησιμοποιεί τη γλώσσα διαφορετικά από σένα, για να εξυπηρετήσει ίδιον όφελος. Ζούμε στην εποχή της μετα-αλήθειας». Αναφέρεται στον όρο μετα-αλήθεια (post truth), που χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον μετά την εκλογή Τραμπ στην Αμερική, και υποδηλώνει τη στρέβλωση της αλήθειας από τους πολιτικούς οσάκις θέλουν να παρουσιάσουν μια προσωπική, εντελώς πλαστή εκδοχή της πραγματικότητας.

«Στις κρίσεις, όπως αυτή που ζούμε, αρχίζει να διαφαίνεται πιο ξεκάθαρα τι είναι ψεύτικο και τι αληθινό· στον πολιτισμό αλλά και στην πολιτική… Βλέπουμε ποιοι είναι σκουπίδια για πέταμα και ποιοι έχουν κάποια σημασία. Στον πολιτικό τομέα αυτοί που μετρούν είναι ελάχιστοι. Στον πολιτιστικό, επίσης πολύ λίγοι» λέει ο Νάνος Βαλαωρίτης, διαβλέποντας κάποιες εξόδους διαφυγής από τη μετα-αλήθεια της διεθνούς πολιτικής σκηνής.

Όχι στον ναρκισσισμό και στη βολή

«Οι άνθρωποι ξυπνούν και βλέπουν ότι πρέπει να αλλάξουν προτεραιότητες, να ξεφύγουν από τον ναρκισσισμό ή τη βολή τους. Να δουν τα πράγματα μέσα από έναν διευρυμένο φακό, που μπορεί να περιλάβει μια πραγματικότητα πιο περίπλοκη. Αλλά, ταυτόχρονα, να επικεντρωθούν και στις λεπτομέρειες. Γιατί από τις λεπτομέρειες ξεκινούν τα πάντα».

Οι πρόσφυγες της Συρίας που κατακλύζουν την Ευρώπη αποτελούν, για τον Νάνο Βαλαωρίτη, άλλη μια επανάληψη ιστορικού μοτίβου. «Εχει την έκταση και τον χαρακτήρα της επιδρομής των Σλάβων κατά τον Μεσαίωνα» επισημαίνει. «Μιας ειρηνικής επέλασης ενός λαού που ξεχειλίζει».

Από όποια σκοπιά κι αν τη δούμε, η πραγματικότητα που βιώνουμε δεν παύει να είναι αβέβαιη, χαοτική, διαρκώς μεταβαλλόμενη. «Ο Ντόναλντ Τραμπ, επί παραδείγματι. έχει αναστατώσει τον κόσμο ολόκληρο. Λένε πως είναι αυθόρμητος. Δεν είναι, όμως. Στην ουσία, ασκεί πολιτική τρομοκρατίας» εκτιμά ο ποιητής. Και υπενθυμίζει τη γελοία απειλή του Τραμπ προς τον Μεξικανό πρόεδρο Ενρίκε Πένια Νιέτο όταν ο πρώτος διαμήνυε ότι θα στείλει στρατεύματα στο Μεξικό για να εξολοθρεύσουν «τους κακούς τύπους που έχετε εκεί κάτω». «Πιστεύω όμως πως τη χρειαζόμασταν την αναστάτωση του Τραμπ. Ας μην ξεχνάμε πως σ’ εμάς τους Ελληνες χρησιμεύει για να βάζει, όπως πρέπει, στη θέση της τη Γερμανία».

Το ευρω-χάος και η σκέψη των Ελλήνων

«Εμείς οι Ελληνες μπορούμε να διαδραματίσουμε ρόλο οικουμενικό. Το μυαλό το έχουμε. Δεν μένει παρά να το αναπτύξουμε. Χωρίς εμάς, οι Ευρωπαίοι δεν ξέρουν από πού ν’ αρχίσουν. Αγγλία, Γαλλία και Γερμανία έχουν πιαστεί από τα μαλλιά σε μικροκαβγάδες της γειτονιάς τους που δεν μας αφορούν. Οσο βλέπουμε, όμως, το χάος που επικρατεί στην Ευρώπη, η σκέψη μας ωριμάζει. Γι’ αυτό, πιστεύω πως έχουμε μια ευκαιρία. Από την άλλη, η Ιστορία είναι μια υπόθεση ευκαιριών. Αν δεν πιάσεις την ευκαιρία, χάνεις το νήμα της Ιστορίας» καταλήγει ο Νάνος Βαλαωρίτης.

«Μόλις ένας Ελληνας βγει εκτός συνόρων, η σκέψη του αναπτύσσεται. Εδώ πέρα, όλα τον εμποδίζουν. Ουσιαστικά, η τουρκική κυριαρχία συνεχίζεται ακόμη και σήμερα, πνευματικά και κοινωνικά. Γι’ αυτό προχωρούμε πολύ αργά, με τρόπο τραυματικό. Τι είναι, επί παραδείγματι, η ελληνική γραφειοκρατία; Είναι το τούρκικο πασαλίκι»

Ο ελληνισμός του Γιώργου Σεφέρη

Η ανάγκη να αναπτύξουμε ελεύθερα τη σκέψη μας, όπως διδάσκει η αρχαία ελληνική φιλοσοφία, είναι πρωταρχική για τον Νάνο Βαλαωρίτη. Το 2010, η έκδοση της μελέτης του «Ο Όμηρος και το αλφάβητο» δημιούργησε αίσθηση στους κύκλους των ομηριστών του εξωτερικού. «Οι ξένοι μελετητές διέγραψαν τη σύγχρονη Ελλάδα από την ελληνική παράδοση. Πώς τα κατάφεραν; Αφαιρώντας την αλφαβητική αρίθμηση των ραψωδιών της Ιλιάδας και της Οδύσσειας και αντικαθιστώντας τα γράμματα με αριθμούς. Εμείς, όμως, πρέπει να δημιουργήσουμε έναν ελληνικό ελληνισμό, όπως έλεγε ο Σεφέρης, μια μελέτη του ελληνισμού από τη δική μας σκοπιά. Θεωρώ ότι το βιβλίο μου για τον Όμηρο είναι το πρώτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση».

ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ

Μάστορας του λόγου, ταξιδευτής, δάσκαλος

Ο Νάνος Βαλαωρίτης έχει διανύσει μια εποχή μυθική, στη διάρκεια της οποίας το καλειδοσκόπιο της σκέψης και της τέχνης άλλαζε αδιάκοπα σχήματα και χρώματα.

Γεννήθηκε στη Λωζάννη της Ελβετίας το 1921 και ήρθε στην Ελλάδα στα πέντε του χρόνια. Στα δεκαοχτώ του δημοσίευσε τα πρώτα του κείμενα στα «Νέα Γράμματα» του Γιώργου Κατσίμπαλη και ήρθε σε επαφή με τον μοντερνισμό του Οδυσσέα Ελύτη και του Γιώργου Σεφέρη.

Κοσμοπολίτης από καταγωγή, έζησε τα χρόνια της νεότητάς του στο Λονδίνο και το Παρίσι, όπου γνώρισε ιερά τέρατα της τέχνης του 20ού αιώνα (Τ.Σ. Ελιοτ, Λόρενς Ντάρελ, Ντίλαν Τόμας, Χένρι Μίλερ) και μετέφρασε τους Έλληνες ποιητές της γενιάς του ’30: Ελύτη, Σεφέρη, Εμπειρίκο, Εγγονόπουλο, Γκάτσο.

Η γνωριμία του με τον Αντρέ Μπρετόν και τον κύκλο των σουρεαλιστών στο Παρίσι της δεκαετίας του ’50 σφράγισε τη δημιουργική του πορεία. Υπήρξε εκδότης του ιστορικού λογοτεχνικού περιοδικού «Πάλι», η έκδοση του οποίου διακόπηκε από τη δικτατορία. Από το 1968 και για 25 ολόκληρα χρόνια δίδαξε συγκριτική λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο του Σαν Φραντσίσκο.

Στην Ελλάδα εξέδωσε το λογοτεχνικό περιοδικό «Συντέλεια» και στη συνέχεια τη «Νέα Συντέλεια», που διέκοψε την κυκλοφορία της πριν από λίγα χρόνια. Πολυγραφότατος, έχει εκδώσει ποιητικές συλλογές, διηγήματα, μυθιστορήματα και δοκίμια. Το 2009 τιμήθηκε με το Μεγάλο Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας για το σύνολο του έργου του.

Βίκη Δέμου

πηγή