Οδυσσέας Ελύτης: Τα δημόσια και τα ιδιωτικά

Τα δημόσια και τα ιδιωτικάΠΗΡΕ ΝΑ ΧΕΙΜΩΝΙΑΖΕΙ. Πλήθυναν οι άδειες καρέκλες γύρω μου. Έχω πιάσει γωνιά και πίνω καφέδες, φουμέρνοντας αντικρύ στο πέλαγος. Θα μπορούσα να περάσω έτσι μια ζωή ολόκληρη, αν δεν την έχω κιόλας περάσει.

Ανάμεσα σε μια παλιά ξύλινη πόρτα ξεβαμμένη απ’ τον ήλιο κι ένα κλωναράκι γιασεμιού τρεμάμενο πού, έτσι και συμβεί να μου λείψουν μια μέρα, η ανθρωπότητα όλη θα μου φαίνεται άχρηστη. Σχεδόν σοβαρολογώ. Επειδή εδώ δεν πρόκειται πια για τη φύση, που αυτήν, πιστεύω, είναι πιο σημαντικό να τη διαλογίζεσαι παρά να τη βιώνεις, ούτε καν για την παράδοση. Πρόκειται για τη βαθύτερη εκείνη δύναμη των αναλογιών που συνέχει τα παραμικρά με τα σπουδαία ή τα καίρια με τα ασήμαντα, και διαμορφώνει κάτω από την κατατεμαχισμένη των φαινομένων επιφάνεια, ένα πιο στερεό έδαφος, για να πατήσει το πόδι μου – παραλίγο να πω η ψυχή μου.

Μέσα σ’ ένα τέτοιο πνεύμα είχα κινηθεί άλλοτε, όταν έλεγα ότι ένα τοπίο δεν είναι όπως το αντιλαμβάνονται μερικοί κάποιο, απλώς, σύνολο γης, φυτών και υδάτων. Είναι η προβολή της ψυχής ενός λαού επάνω στην ύλη. Θέλω να πιστεύω – και η πίστη μου αυτή βγαίνει πάντοτε πρώτη στον αγώνα της με τη γνώση – ότι όπως και να τα εξετάσουμε, η πολυαιώνια παρουσία του ελληνισμού πάνω στα δώθε ή εκείθε του Αιγαίου χώματα έφτασε να καθιερώσει μιαν ορθογραφία, όπου το κάθε ωμέγα, το κάθε ύψιλον, η κάθε οξεία, η κάθε υπογεγραμμένη δεν είναι παρά, ένας κολπίσκος, μια κατωφέρεια, μια κάθετη βράχου πάνω σε μια καμπύλη πρύμνας πλεούμενου, κυματιστοί αμπελώνες, υπέρθυρα εκκλησιών, ασπράκια ή κοκκινάκια, εδώ ή εκεί από περιστεριώνες και γλάστρες με γεράνια.

Είναι μια γλώσσα με πολύ αυστηρή γραμματική, που την έφκιασε μόνος του ο λαός, από την εποχή που δεν επήγαινε ακόμη σχολείο. Και την τήρησε με θρησκευτική προσήλωση κι αντοχή αξιοθαύμαστη, μέσα στις πιο δυσμενείς εκατονταετίες. Ώσπου ήρθαμ’ εμείς, με τα διπλώματα και τους νόμους, να τον βοηθήσουμε. Και σχεδόν τον αφανίσαμε. Από το ένα μέρος του φάγαμε τα κατάλοιπα της γραφής του και από το άλλο τού ροκανίσαμε την ίδια του την υπόσταση, τον κοινωνικοποιήσαμε, τον μεταβάλλαμε σε έναν ακόμα μικροαστό, που μας κοιτάζει απορημένος από κάποιο παραθυράκι κάποιας πολυκατοικίας του Αιγάλεω. Δεν αναφέρομαι σε καμιά χαμένη γραφικότητα. Ούτε θυμάμαι να ‘χω ζήσει σε καμιά καλή εποχή για να τη νοσταλγώ. Απλώς, δεν ανέχομαι τις ανορθογραφίες. Με ταράζουν. Νιώθω σαν ν’ ανακατώνονται τα γράμματα στο ίδιο μου το επώνυμο, να μην ξέρω ποιος είμαι να μην ανήκω πουθενά. Τόσο πολύ αισθάνομαι να είναι η ζωή μου συνυφασμένη μ’ αυτήν την «υδρόγεια λαλιά», που δεν είναι παρά η οπτική φάση της ελληνικής λαλιάς, της ικανής με τη διπλή της υπόσταση να ομιλεί και να ζωγραφίζει συνάμα. Και που εξακολουθεί αθόρυβα όσο και δραστικά, παρά τις άνωθεν επεμβάσεις, να εισχωρεί ολοένα μέσα στην ιστορία και μέσα στη φύση που τη γέννησαν, έτσι ώστε να μετατρέπει τεράστιες ποσότητες παρελθόντος χρόνου σε παρόν, και να μετατρέπεται από το παρόν αυτό σε όργανο προικισμένο με τη δύναμη να οδηγεί τα στοιχεία της ζωής μας στην πρωτογενή, φυσική τους αλήθεια. Όμως, για να το αντιληφθεί αυτό κανείς, πρέπει να ‘χει περάσει απ’ όλες τις διεργασίες, όσες απαιτούνται για να μπορεί να διακρίνει που κείται το καίριο. Το καίριο στη ζωή αυτή κείται πέραν του ατόμου. Με τη διαφορά ότι αν δεν ολοκληρωθεί κανείς σαν άτομο – κι όλα συνωμοτούν στην εποχή μας γι’ αυτό -αδυνατεί να το υπερβεί.

Σ’ αυτό το σημείο σταύρωσης βρισκόμαστε σήμερα, που οι περισσότεροι αδυνατούν, επί παραδείγματι, να εκτιμήσουν την υγεία επειδή δεν έτυχε ν’ αρρωστήσουν, ή επειδή -το χειρότερο- θεώρησαν «καίριο» την αρρώστια. Ο μηχανισμός μιας λειτουργίας όπως αυτή αντανακλά πάνω στη λογοτεχνία μας, την καταδυναστεύει, την υποβάλλει σ’ ένα είδος παραμορφωτικής αρθρίτιδας, που εξαιτίας μιας μακράς και συνεχούς τακτικής εκλαμβάνεται ως η μόνη φυσιολογική.

ΑΡΧΙΣΕ ΤΩΡΑ και να ψιλοβρέχει. Έχω αποτραβηχτεί πίσω από την τζαμαρία και παρακολουθώ τον γέρο Λεμονή, που τρέχει κατά το μόλο φωνάζοντας και χειρονομώντας. Θα του λύθηκε το παλαμάρι της βάρκας. Ε, αυτός είναι κι αν είναι, κυριολεκτικά, μ’ έναν παλιό πουνέντε στο γύρο του προσώπου του. Αγρότης και ναυτικός συνάμα. Ένας από τούς τελευταίους διαχρονικούς Έλληνες, με τις γερές του πλάτες, το πυκνό λευκό του μαλλί και το κορμί του το κεραμιδί που σου υποβάλλει την ιδέα ότι θα μπορούσε να ‘ναι κι ένας υπήκοος της Κρήτης του Μίνωα. Δούλος ίσως, αλλά σε απόσταση αναπνοής από τον άρχοντά του. Και αυτό έχει σημασία. Επειδή έκτοτε δεν παρατηρήθηκε, ως φαίνεται, σε κανέναν από τους πολιτισμούς που γνωρίζουμε. Τα μικρά μεγέθη, ο περιορισμένος πληθυσμός, η περίπου ανυπαρξία καταναλωτικών αγαθών, μείωναν τις διαφορές ανάμεσα στα κοινωνικά στρώματα, έτσι που η πλάστιγγα να γέρνει πάντοτε από το μέρος της ποιότητας και του καλού γούστου, που ή υπάρχουν διάχυτα στον αέρα για τον καθένα ή δεν πουλιούνται στην αγορά ώστε να μπορούν να τα προμηθεύονται οι ολίγοι. Και μολονότι το άτομο στα χρόνια εκείνα έμοιαζε το ίδιο ισχυρά σβησμένο πίσω από την τεχνουργία όσο και στα χρόνια της πλέον ακμαίας χριστιανοσύνης, θα έλεγε κανένας ότι προηγουμένως είχε προφτάσει να ολοκληρωθεί, θέλω να πω να εξαντλήσει όλους τους πόρους της ψυχικής του ευφορίας, ώστε να κόβει λουλούδι και για να το χαίρεται και για να το εκμεταλλεύεται χωρίς να σημειώνεται πουθενά το παραμικρό χάσμα. Μπορεί να φαίνεται παράξενο, αλλά δικαιολογημένα υποψιάζεται κανείς ότι η λατρεία της σωματικής δύναμης -που όσο πιο πίσω πάμε τόσο πιο ισχυρή τη βρίσκουμε- παραχωρούσε τότε τη θέση της σε (η , αν αυτό πάει πολύ, συνυπήρχε με) μιαν ανάμεικτη από ηδυπάθεια κι ευωδία λωτού τρυφερότητα, διόλου διαφορετική από την «τρυφερότητα των μαστών» που αντικρίζανε καθημερινά γύρω τους οι κάτοικοι της Κρήτης εκείνης και με τη γνωστή πλαστική τους ευκρίνεια, διασώσανε στα έργα τους.

Αυτό θα πει να μπαίνει ένας πολιτισμός όχι στην ιστορία με πολέμους αλλά στη ζωή με τον ήλιο στην κοιλιά. Ολόκληρο το δυναμικόν που θ’άντιστοιχούσε στη διεξαγωγή εχθροπραξιών θα διοχετεύεται στην ερωτική συζυγία με τη φύση και στη διαιώνιση των καρπών ενός τέτοιου γάμου. Ίσως αυτά όλα (χρειάζεται να το πω) να μη συμπίπτουν πάντοτε, ή και καθόλου, με τα συμπεράσματα της επιστήμης. Αλλά εγώ λέω αυτά που διαβάζω στα μόνα κείμενα που μας άφησαν και που είναι τα έργα των χειρών τους. Φτάνει κανείς και από τις άκρες και από τις οφιοειδείς γραμμές στην αποκατάσταση μιας ηθικής της ομορφιάς, που πιθανόν κάποτε στον κόσμο αυτό να επεκράτησε. Ότι καμιά σημαντική πολιτεία δεν ήταν κτισμένη σε μέρος που να προσφέρει αμυντικά πλεονεκτήματα, όπως οι κατοπινές ακροπόλεις ή τ’ αμέτρητα κάστρα του Μεσαίωνα, καθώς επίσης και το γεγονός ότι δε συναντάμε παρά σπάνια την ύπαρξη οχυρωματικών έργων συνηγορούν άμεσα με την άποψη αυτή. Όπως συνηγορούν έμμεσα όλα τα έργα τέχνης που μας άφησαν. Από τις νωπογραφίες αρχινώντας, όπου η χρωματική αντίληψη εκδηλώνεται με μιαν αθωότητα που χρειάστηκε να περάσουν χιλιετίες όχι καν για να την ξαναβρούμε αλλά με κόπους και με γνώση να την ξαναφτιάξουμε περνώντας ύστερα στους απείρου ποικιλίας δακτυλιολίθους, αυτά τα ωάρια ενός κόσμου μαγικού, όπου οι συγχορδίες της φαντασίας και της δεξιοτεχνίας καταφέρνουν να συγκροτήσουν έναν σωστό Πανδέκτη του σχηματολογικού δυναμικού της ύλης έως, τέλος, τ’ αντικείμενα τους της καθημερινής ζωής, πιο δυναμικά ετούτα, εάν όχι κάποτε και βάρβαρα, όμως με μιαν ανεξάντλητη στα σχήματα και στα μεγέθη ευρηματικότητα.

Εδώ, δεν ξέρω πως να το πω, αλλά αισθάνομαι κάτι σαν ζήλια, που είναι παράπονο συνάμα κι ευχή. Να τι εννοώ. Θα ήθελα να μπορούσαν αυτά όλα να βρίσκονται σε συνεχή συνεννόηση με τον ήλιο. Να υπάρχει και γι’ αυτά μια φωτοταξία, που, όπως εξασφάλιζε στα φυτά τη χλωροφύλλη την απαραίτητη για να ανανεώνονται αέναα και να μας βρέχουν το μάτι με τη δροσιά τους, να υπαγορεύει και σ’ αυτά ορισμένα χαρακτηριστικά σκιρτήματα, προικισμένα με τη χάρη, ακόμη και μέσ’ απ’ τις πιο τρομερές θεομηνίες, που τσακίζουν πολιτισμούς και αφανίζουν ακεραιότητες λαών, να πηδούν από τον ένα στον άλλον αιώνα και να περνούν βελονιές πάνω στο δέρμα του χρόνου. Να περνά η Παριζιάνα της Κνωσού στη συλλέκτρια των κρόκων της Θήρας, κι αυτή στην Κόρη με τον θαλλόν μυρσίνης, της Πάρου, κι αυτή στη Μυροφόρο τη ρόδινη με τη λαμπάδα, κι αυτή στην ωραία Αντριάνα των Αθηνών, κι αυτή στην Κόρη με το ρόδι της Αίγινας. Αν όχι τίποτε άλλο, επειδή κατοικούμε στα ίδια χώματα.

ΤΩΡΑ ΟΙ ΤΡΙΛΙΕΣ ΤΩΝ ΠΟΥΛΙΩΝ που άκουγα τα ξημερώματα πρέπει να ‘χουν φτάσει μακριά, να τρέχουν μια δω μια κει και να συρράπτουν τα κομματάκια της πραγματικότητας, τέτοιας που την εκαταντήσαμε. Να μπορούν οι θεοί να διαβάσουν τι γίνεται δω πέρα. Στα πλαϊνά μου τραπέζια οι ντόπιοι αυτοί έχουνε πέσει με τα μούτρα στις εφημερίδες που μόλις έφερε το μεσημεριανό αεροπλάνο. Μυστήριοι άνθρωποι. Τους ξέρω χρόνια, τους παρακολουθώ, τους μελετώ σαν να ‘τανε πειραματόζωα. Στις κοινωνικές τους σχέσεις, τις οικογενειακές αλλά και τις επαγγελματικές, συμπεριφέρονται με μιαν ευθύτητα και μια ψυχική ευγένεια που μαρτυρούν κοιτάσματα χρυσού στο προγονικό τους υπέδαφος. Η κρίση τους είναι καθαρό μαχαίρι. Κόβει τα πράγματα σε καλά και κακά, μαύρα και άσπρα, όπως μας τα ‘μαθε η μάνα μας. Έτσι όμως κι εμπλακούν στα συνθήματα που τους προσφέρουν με τον δικό τους, δόλιο τρόπο οι πολιτικές παρατάξεις, η καθαροσύνη αυτή χάνεται. Και τα μεν και τα δε είναι όλα καλά εάν βρίσκονται από το μέρος μας και όλα κακά εάν βρίσκονται από το άλλο. Δεν υπάρχει τρόπος να χωριστούν αλλιώς. Ούτε κανείς βιοχημικός η οφθαλμολόγος θα μπορούσε να μας εξηγήσει πως γίνεται τόσο ετερόκλητα πράγματα ν’ αποκτούν έξαφνα το ίδιο χρώμα και να θολώνουν το ίδιο μυαλό. Και το ωραίο είναι ότι σε τελικήν ανάλυση, τη νύφη την πληρώνεις εσύ, που βρίσκεσαι απ’ τους απ’ έξω. Δεν τολμάς να τραβήξεις μιαν από τις αξίες που πιστεύεις ότι ικανοποιούν την εθνική σου φιλαυτία, και βλέπεις να βγαίνουν μαζί της ένα σωρό άνθρωποι των χρηματιστηρίων, που ανεβοκατεβαίνουν στην κόλαση όπως στο σπίτι τους. Δεν κοτάς ν’ αγγίξεις μιαν από τις αξίες που ικανοποιούν τα αισθήματά σου για κοινωνική δικαιοσύνη, και βρίσκεσαι να «κάνεις πορεία» μ’ έναν συρφετό ανθρώπων που δεν έχουν δική τους σκέψη αλλά την περιμένουν από τον καθοδηγητή τους.

Έτσι όμως η ψυχή μας υποχρεώνεται να κυλήσει πάνω σε δύο γραμμές που αδυνατούμε να παραλληλίσουμε. Ο εκτροχιασμός είναι αναπόφευκτος. Θεέ μου! Κι εγώ που ονειρευόμουν να παραλληλιστούν άλλου είδους γραμμές, κι απέβλεπα στις συντεταγμένες του γυμνού σώματος και της δικαιοσύνης, της άλκης και της ιερότητας, του παρθενικού και του ηδυπαθούς! Που ζητούσα να καθαγιασθούν πρώτα μέσα στο άδυτον του κάθε ιδιώτη τα «κοινά», και έτσι μόνον να γίνουν κανόνες ζωής για όλους, με το ίδιο ήθος και την ίδια δύναμη.

Ουτοπία; Μπορεί, γιατί όχι; μια εκδοχή ανάμεσα στις άλλες είναι κι αυτή, μόνο που έχει λιγότερες πιθανότητες. Κι ύστερα κακολογούν τους ποιητές ότι δεν έχουν τη δύναμη ν’ αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα, μόνον κάθονται και ρεμβάζουν. Καλά κάνουν. Να βάζεις με το νου σου αβρά πράγματα, και μάλιστα να τα βλέπεις απ’ την ανάποδη, χρειάζεται να ‘σαι σκληρός. Η μήπως αδιάφορη και σκληρή δε δείχνει πάντα να είναι μέσα στις συμφορές μας η φύση; Μα είναι; ‘Η ζητάει τ’ αδύνατα; Να εκπληρώσει τον προορισμό της, χωρίς ν’ αφεθεί να κλονιστεί από το χτυποκάρδι μας; Αυτό είναι. Το ‘νιωσα δυνατά στον πόλεμο, πάνω στην υποχώρηση του ’41, μέσα στο φούντωμα της άνοιξης, όταν έδινα βουτιά στα ριζά των ολάνθιστων σύδεντρων για να καλυφθώ από τα γερμανικά στούκας. Με το μάγουλο στο υγρό χώμα ζητούσα βοήθεια, συμπόνια, προστασία να μού ψιθυρίσουν αυτά τα μπουμπουκιασμένα κλωνιά έναν παρήγορο λόγο. Τίποτε. Το μόνο που ζητούσαν ήταν να μου υποβάλουν το «αιώνιο» που είχαν ταχθεί ν’ αντιπροσωπεύουν. Έτσι ο ποιητής. Σκληρός. Και να ζητάει τ’ αδύνατα.

Ώ να μπορούσανε, λέει και τα οργανωμένα κράτη να διαμορφώσουν μια δημόσια ζωή με
νόμους σαν αυτούς που διέπουν το άτομο. Να επιφοιτούσε στα κοινά η ψυχή, και μια
διαταγή του υπουργείου Υγείας να ξαπόστελνε στα εργοστάσια επεξεργασίας απορριμμάτων όλες τις πενταροδεκάρες των συμφερόντων, για να βγουν έστω και λίγα γραμμάρια ομορφιάς. Να έπαιρνε πότε πότε η συνεδρίαση του Κοινοβουλίου τις προεκτάσεις που παίρνει ένα δάκρυ όταν διαθλά τις αθλιότητες όλες κι απομένει να λάμπει σαν μονόπετρο. Κοντολογίς, να μπορούσαν και τη σημασία των λαών να τη μετράνε όχι από το πόσα κεφάλια διαθέτουνε για μακέλεμα, όπως συμβαίνει στις μέρες μας, αλλά απ’ το πόση ευγένεια παράγουν, ακόμη και κάτω από τις πιο δυσμενείς και βάναυσες συνθήκες, όπως ο δικός μας ο λαός στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, όπου το παραμικρό κεντητό πουκάμισο, το πιο φτηνό βαρκάκι το πιο ταπεινό εκκλησάκι, το τέμπλο, το κιούπι το χράμι όλα τους αποπνέανε μιαν αρχοντιά κατά τι ανώτερη των Λουδοβίκων. Τι σταμάτησε αυτά τα κινήματα ψυχής που αξιώθηκαν κι έφτασαν ως τις κοινότητες; Ποιος καπάκωσε μια τέτοιου είδους αρετή, που μπορούσε μια μέρα να μας οδηγήσει σ’ένα ιδιότυπο, κομμένο στα μέτρα της χώρας πολίτευμα; Όπου το κοινόν αίσθημα να συμπίπτει με κείνο των αρίστων. Τι έγινε η φύση που μαντεύουμε αλλά δεν τη βλέπουμε; Ο αέρας που ακούμε αλλά δεν τον εισπνέουμε;

Κουράστηκα να τα λέω. Θα ‘θελα να μην είχα πια τίποτα να πω, αλλά πως, που νιώθω να ‘μαι ακόμη γεμάτος, φορτωμένος με τόνους ανέμων, τσουβάλια Ιουλίων, καλαθούνες ανθέων… τα μώβ ξεχειλίζουν. Τα σκούρα μου κόβουν τους αγκώνες. Πολλά γαιώδη μουλιάζουν τα ρούχα μου. Άλλα, ελαφρότερα, γίνονται στοές, ρόπτρα, γεφυράκια, τρούλοι. Ανάγκη να ξεφορτώσω. Πως όμως, που αυτά πλέον έγιναν στοιχεία του οργανισμού μου; Έτσι και τ’ άδειάσω, έσβησα.

ΣΑΝ ΝΑ ΞΑΝΟΙΞΕ ο καιρός. Παίρνω σιγά σιγά τον ανήφορο, κείνον με τις φαγωμένες, ανώμαλες πλάκες που μ’ αρέσει. Περπατώ βλέποντας χρόνους πολλούς πίσω από το κάλυμμα της συνήθειας. Ξέρω με κάθε λεπτομέρεια πώς και γιατί χτίστηκε το τοιχάκι της εκκλησίας έτσι σε τόσο ανισόπεδο έδαφος. Αναγνωρίζω την αρχική μορφή που πρέπει να είχε το σπίτι με τις τρεις κολόνες. Αποδίδω τη δέουσα βαρύτητα στη σημασία που έχει ένας τενεκές με ηλιοτρόπια στο κεφαλόσκαλο μιας εσωτερικής αυλής. Συνελόντι ειπείν, έχω γίνει ένας μικρός Παυσανίας των αισθήσεων και των αναλογιών τους στο πνεύμα, που πιότερο από τα μνημεία ενδιαφέρεται για κάτι δαφνώνες, απ’ αυτούς με τα δυνατά πράσινα πού, μόνον να τα θωρείς, σου στιλβώνουν μάτι μαζί και ψυχή. Και που του αρέσει γράφοντας -πρέπει να το προσθέσω κι αυτό -να μην ξύνει απλώς το χαρτί αλλά να σκάβει και ν’ ανακαλύπτει συνεχώς την Ελλάδα που προϋπάρχει μέσα του και που, αν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, ολίγον ενδιαφέρει. Έχει τον καιρό ν’ ακολουθήσει η πραγματικότητα. Προηγουμένως, είναι ανάγκη να πλασθεί απ’ τη σκέψη. Μια σκέψη που, αν τη σπάσεις, η χούφτα σου θα γεμίσει από σπόρια συγκινήσεων, ευαισθησιών, ανατάσεων, δακρύων.

Φτάνω τώρα στο μαντρότοιχο απ’ όπου ξεπροβέλνουν τα κεφάλια τους, λες και σηκώνονται στις μύτες των ποδιών τους, οι μανταρινιές, οι πορτοκαλιές, οι νεραντζιές. Λάμπουν και γυαλίζουν, με φρεσκοπλυμένο μάγουλο απ’ τη βροχή. Παράξενο μου φαίνεται κάθε φορά που το συλλογίζομαι ότι δε γνώριζαν οι Ίωνες τα εσπεριδοειδή -τόσο πολύ, πιστεύω, η σκέψη τους αναδίδει τη σπιρτάδα των κίτρων. Ιδού ένας ακόμη „κατ’ αναλογίαν“ συσχετισμός, που κάνει τούς περισσότερους να υψώνουν τα χέρια μπροστά σε κάθε ρήση ποιητική που δεν είναι γνώσεις από κρέας ωμό αλλά αίνιγμα σπινθηροβόλο, με τη λύση του μεταποιημένη σ’ ευωδιά. Σ’ αυτό το κεφάλαιο είμαι πολύ ευαίσθητος. Η ροπή μου καταντά διαστροφή. Κι όμως, πουθενά δε βρίσκω αισθητοποιημένη με τόση ενάργεια, την έννοια της αθωότητας όσο στα μυριστικά χόρτα. Όπως της καθαρότητας και της διαφάνειας σε μια λαμπερή νεροσταγόνα, ή του καθαρμού και της ψυχικής ασηψίας στον ασβέστη. Χωρίς τις ηθικές προεκτάσεις που έλαβαν εν συνεχεία, θα μου ήταν αδύνατο να κατοχυρώσω τη «λιγοσύνη» σαν κεφάλαιο πολύτιμο για το σύνολο, που να το μεταφέρω κατόπιν, με την ίδια ισχύ, στο άτομο. Άλλοι ας αναλώνονται κι ας περιορίζονται σε αυτά που υπάρχουν. Πού, βέβαια, είναι τα περισσότερά τους δεινά και τα καταγγέλνουν. Ας υπάρχει κι ένας που να διατηρεί το δικαίωμα να προσβλέπει σε αυτά που δεν υπάρχουν αλλά θα έπρεπε και θα μπορούσαν να υπάρχουν. Ο κόσμος των φυτών με γοήτευσε. Αείποτε μ’ εξέπληξε. Περισσότερο και από τον κόσμο των άστρων κατάφερνε να μου υποβάλλει το μυστήριο της ζωής. Αποπνέει ένα είδος αγιοσύνης, που δοκίμασα να το εκφράσω, ακόμη και με ανορθόδοξα μέσα, όταν αισθάνθηκα να είμαι αρκετά καθαρός στην ψυχή για να το αποπεφαθώ. Μετατρέποντας το φυτό από ουδέτερο σε θηλυκό, και θεωρώντας το σαν κόρη, περίπου, αγία ή θεά, ζωγράφισα, χωρίς να είμαι ζωγράφος, και μάλιστα σε πολλές παραλλαγές, μια θεά Φυτώ, που της έβαλα βυσσινιά δυνατά και χρυσά και φωτοστέφανο στο κεφάλι, με την ελπίδα να μπορεί δίπλα μου να ενσαρκώνει κείνον τον αέρα που έρχεται σαν από θαύμα μεσ’ απ’ τα έγκατα της γης και να υποκαταστήσει όσα και σαν ειδωλολάτρες και σαν χριστιανοί διακονήσαμε στο βωμό του Ποσειδώνα και της Παρθένου.

ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΠΩΣ ΤΟ ΕΝΣΤΙΚΤΟ του γραφιά μέσα μου, του μανιακού πολέμιου της προχειρότητας μ’ έχουν μονοχνοτίσει. Φέρτε μου τον Θεό, θα συνεννοηθώ αμέσως. Με τους ανθρώπους είναι το δύσκολο. Καθώς γυρνάω στο σπίτι αργά για φαγητό, βρίσκω την κυρία Ευγενία να τα έχει όλα έτοιμα, σκεπασμένα, και να κάθεται με θρησκευτική προσήλωση μπροστά στο ραδιόφωνο. Βέβαια, το λόγο κάποιου πολιτικού αρχηγού ακούει μολονότι αμφιβάλλω αν καταλαβαίνει καλά. Κι όχι επειδή δεν έχει την απαιτούμενη μόρφωση· τουναντίον, επειδή ο λόγος δεν έχει την απαιτούμενη δομή τη στοιχειώδη. Άλλ’ αντ’ άλλων. Φτήνια και μακρηγορία χωρίς αντίκρισμα. Έτσι μου ‘ρχεται να της το κλείσω. Αν όχι να βγω στα μπαλκόνια να το φωνάξω: Τίποτε απ’ όλ’ αυτά που περιφέρουν, επί αιώνες τώρα, στα σχολεία, στις εκκλησίες, στις κομματικές συγκεντρώσεις, δεν παίρνει διαβατήριο για την ψυχή, αν προηγουμένως δεν έχει την οφειλόμενη θεώρηση από τα μέσα τα εκφραστικά. Οι νόμοι της τέχνης είναι και νόμοι της ζωής. Ο πολιτικός οφείλει να μη διαφέρει σαν αντίληψη απ’ τον καλλιτέχνη. Και στην αντίληψη τού καλλιτέχνη ο αγώνας για τη σωτηρία του ανθρώπου είναι αγώνας για την ορθή έκφραση, και τίποτε άλλο. Σε τέτοιο σημείο, που θα έλεγα ότι και οι πλέον αντίθετες τοποθετήσεις απέναντι στο ίδιο πρόβλημα εξισώνονται αν η εν τέχνη δικαίωση τους είναι του αυτού υψηλού βαθμού. Η ποιότητα στηρίζει τούς θεούς, κι είναι για να μην το ‘χουν κατανοήσει εγκαίρως οι Ιερείς που παιδεύεται άδικα η ανθρωπότητα.

ΤΟ ΜΟΝΟ ΠΡΑΓΜΑ που παίρνει μαζί του πεθαίνοντας ο άνθρωπος είναι το μικρό εκείνο μέρος της περιουσίας του που ίσα ίσα δεν ενδιαφέρει κανέναν άλλο. Κάτι λίγες αισθήσεις ή στιγμές· τρεις νότες κυμάτων, την ώρα που το μαλλί το παίρνει ο αέρας με τα γλυκά ψιθυρίσματα μες στο σκοτάδι, ολίγες μέντες από δυο κοντά κοντά βαλμένες ανάσες, ένα τραγούδι βαρύθυμο, σαν βράχος μαύρος, και το δάκρυ, το δάκρυ της μιας φοράς, το για πάντοτε. Όλα όσα, μ’ άλλα λόγια, κάνουν την αληθινή του φωτογραφία, την καταδικασμένη να χαθεί και να μην επαναληφθεί ποτέ.

Αποδίδω μεγάλη σημασία σ’ αυτό το έσχατο του εαυτού μας αντίτυπο. Που, εάν συμβαίνει να διακρίνουμε πίσω του αφρισμένη τη θάλασσα ή λευκό το σπιτάκι, να προσπερνάμε, τάχατες οι ανώτεροι εμείς, παρά να γονυπετούμε και να κάνουμε το σταυρό μας με δέος. Ένα εικόνισμα είναι κι αυτό το πελαγίσιο κομμάτι που το ξύλο του έχει μαυρίσει από τους καπνούς παλαιών αγώνων αλλά που τ’ αγιωτικό του αναδίδει ακόμη Αναξίμανδρο. Μιλώ μ’ έναν φανατισμό που δεν είναι παρά σωφροσύνη στον κύβο. Να ‘σαι σκληρος απέναντι στο μέλλον σου μαρτυρεί πόσο τρυφερός είσαι ήδη απέναντι στα στοιχεία που κρυφά προσφέρεις για να το συνθέσουν. Αλλά ποιο μέλλον; Τίνος; Το απώτερο, το μετά κάθε ιδιώτη μέλλον, που αυτό είναι και το δημόσιο. Πάνω σε τέτοιου είδους λατρευτική στάση, φαντάζομαι θα ήταν δυνατόν να συμπέσουν οι κορυφαίοι της πολυθεΐας και οι άγιοι πάντες της χριστιανοσύνης. Με τον ίδιο τρόπο που σ’ένα πέτρινο, σχεδόν διάφανο ειδώλιο που λευκάζει κι αναδύεται από τα κύματα συμπίπτουν οι λιγοστές γραμμές της Πάρου ή της Σικίνου και οι πτυχές του μανδύα μιας αγίας Μαρίνας, η μιας Διαμάντως που εναποθέτει λουλούδια στον επιτάφιο. Περιμένω τον καλλιτέχνη -που όσο περνάν τα χρόνια τόσο λιγότερες πιθανότητες υπάρχουν ν’ αναφανεί-τον ικανό να στήσει, αποστραγγίζοντας όλο το απόθεμα του θυμητικού μας, το μνημείο στον «άγνωστο ιδιώτη». Όπως ως τώρα εστήσαμε σε κάθε γωνιά του τόπου μας κάποιο μνημείο στον «άγνωστο στρατιώτη». Θα πρέπει να βγαίνει από την κυανή και λευκή Μεγάλη του Γένους Σχολή και ν’ αντανακλά όλο φως πάνω στην πίσσα της Ευρώπης που θάβουμε σήμερα εν όψει μιας άλλης που μοιάζει να γεννιέται. Χωρίς διάκριση. Πάνω στους μέλανες δρυμούς, στα τέρατα της Chartres και του Duomo, τους Καρτέσιους και τους Καλβίνους, τους Κάντ και τους Μάρξ, τον Πάπα —Θεός σχωρέσει τους.

ΕΤΣΙ ΚΑΙ ΝΤΧΤΩΣΕΙ αρχινά η δική μου δεύτερη μέρα. Η πρώτη θέλει μπλάβα πέλαγα, η δεύτερη, τέσσερις τοίχους, χειρόγραφα και ποτό. Ένα μαύρο δαιμόνιο, μα όλο λευκότη στην ψυχή, με σκουντάει στον ώμο, συγκρατεί το χέρι μου: «Μη , όχι έτσι, αλλιώς», «Όχι έτσι, αλλιώς». Να μη βγει κακός λόγος από το στόμα μου, να μη βγει παράπονο. Αυτό θέλει. Κι άλλα μικρά δαιμόνια, παρόμοια, μου εμφανίζονται κατά καιρούς, κρατώντας εικόνες, χρωματιστά γυαλιά, χάρτινα βαπόρια φωταγωγημένα. Είναι φιλικά, μου γνέφουν κιόλας πότε πότε: «Μην ακούς», «Κάνε τη δουλειά σου», «Εδώ είμαστ’ εμείς». Μόνον άνωθεν το κουράγιο. Κι όχι πάντοτε. Είναι βραδιές όπου η στεναχώρια μόλις που χωράει, πάει να σπάσει τούς τοίχους. Μένω μόνος ώρες μπροστά σ’ένα τετράγωνο παράθυρο κομμένο επάνω στο σκοτάδι. Δεν περνάει ούτ’ ένας άνθρωπος. Πουθενά κανένα φως. Μόνον ο φάρος πέρα εκεί κατάμονος κι αυτός, πεισματικός, ολοένα πάνω στο τρία του και στο ένα του.

Στη μοναξιά υπάρχουν κι εκεί όπως μέσα στη γλώσσα, ιδιώματα. Το δικό μου πρέπει να ‘ναι της πλέον ακατοίκητης ερημονησίδας. Αλλιώς δεν εξηγείται πως τα λόγια μου, ενώ τα κατευθύνω στο κέντρο των ενδιαφερόντων του κόσμου, ηχούν απόμακρα ή χάνονται ολότελα. Τα φωνήεντά μου, τα «α» μου και τα «ε» μου, δε γίνεται φαίνεται να τα πιάσεις σε καμιά συχνότητα. Το πολύ ν’ ακούσεις κάτι σαν τραύλισμα κυμάτων επάνω στα βότσαλα. Παραμένω, έτσι ένας ιδιώτης απαρηγόρητος, που δεν καταφέρνει ν’ ανήκει πουθενά, σε καμιά κοινότητα, ούτε καν των ποιητών αφού τα σκάφη μας μήτε που συναντιούνται θά’λεγες, για τη χαρά έστω να σφυρίξει το ένα για να χαιρετίσει το άλλο. Φαίνεται ότι στην προσπάθειά μου να τους πλησιάσω, τα ρεύματα με παρασύρουν και με παν έξω από την περιφέρεια. Τουλάχιστον έτσι αν όχι τίποτε άλλο, επαληθεύεται κάποια γνησιότητα ή οχι; Πως να κρίνεις. Η φουρτούνα που περιγράφεις δεν είναι ποτέ η φουρτούνα που αντιμετωπίζει πραγματικά ο ναυτικός. Πρέπει το «σκόρτσο» να το αντιμετωπίζεις και στην έκφραση. Έτσι πρέπει να κρίνεις. Ένα μαύρο δαιμόνιο, μα όλο λευκότη στην ψυχή, με σκουντάει. Κι άλλα πολλά, μικρά, μου παραστέκουν. Έτσι γλυκιά, έτσι όμορφη, πώς έγινε η ζωή; Όλο τη βλασφημούν κι όλο αρπάζονται απάνω της οι άνθρωποι. Γαλήνιοι παραμένουν οι τάφοι και ο χρόνος άδηλος.

Κλαίω με δάκρυα που γυαλίζουν κάπου αλλού, μακριά, σ’ ένα χώρο κατοικημένο από
πλάσματα υπέροχα, που ίπτανται λίγο πιο πάνω από την ίσαλο του θανάτου. Ποιος είμαι; Ποιος υπήρξα; Νιώθω να μ’ έχει αρπάξει μια φυλλωσιά θάλασσας, όλο ευδαιμονία και οδύνη, σαν να ‘ναι λιωμένος κι αποχριστιανωμένος Πλωτίνος. Ορθάνοιχτα όκια με παρακολουθούν από παντού. Τρέμουν, τρίζουν τα κατάρτια και οι μορφές των αγίων. Πως βγήκα μέσ’ από τη δυστυχία; Ποιος άδει; Τι είναι αυτά τα δυνατά κίτρινα και κόκκινα και τα κομμάτια του τοίχου με τον ασβέστη; Α ναι, είμαι το παρελθόν των δακρύων ίσως γι’αυτό να μ’ αναγνωρίζουν. Ίσως γι’αυτό ν’άρμυρίζω. Υπήρξα κάποτε, αυτό είναι αλήθεια. Τρέμουν, τρίζουν τα δαιμόνια. Δῆλον δὲ ὅτι δεῖ καὶ τοῖς ἄλλοις δαίμοσι τούτους ἀρμόσαι εἴπερ δεῖ φύσιν εἶναι καὶ οὐσίαν μίαν καθὸ δαίμονες δαιμόνων, εἰ μὴ κοινὸν ὄνομα ἔξουσι μόνον. [1]

ΤΕΛΟΣ

[1] Εἶναι κομμάτι ἀπὸ τὸν Πλωτίνο, „Περὶ ἔρωτος“, Ἐννεὰς Γ/, 3,5 (50): Ἀλλὰ τί δὴ χρὴ λέγειν περὶ τοῦ Ἔρωτος καὶ τῆς λεγομένης γενέσεως αὐτοῦ; Δηλον δὴ ὅτι δεῖ λαβεῖν τὶς ἡ Πενία καὶ τὶς ὁ Πόρος, [2], καὶ πὼς ἀρμόσουσιν οὗτοι γονεῖς εἶναι αὐτώι. Δῆλον δὲ ὅτι δεῖ καὶ τοῖς ἄλλοις δαίμοσι τούτους ἀρμόσαι εἶπερ δεῖ φύσιν εἶναι καὶ οὐσίαν μίαν καθὸ δαίμονες δαιμόνων, εἰ μὴ κοινὸν ὄνομα ἔξουσι μόνον.

Μετάφραση: Αλλά τι πρέπει να πούμε σχετικά με τον Έρωτα και για τα όσα λέγονται για τη γέννηση του; Είναι φανερό ότι πρέπει να διαπιστώσουμε ποιος είναι ο Πόρος και ποια η Πενία και κατά πόσον αυτοί ταιριάζουν σαν γονείς του. Και είναι φανερό ότι αυτοί (οι ιδιότητές τους) πρέπει να ταιριάζουν και στους άλλους δαίμονες, διότι οι δαίμονες αυτοί καθ‘ αυτοί πρέπει να έχουν την ίδια φύση και την ίδια ουσία και όχι μόνο ένα κοινό όνομα.

[2] Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία ο Έρωτας ήταν παιδί του Πόρου (= δρόμος,
πλούτος, περιουσία ) και της ά-πορης Πενίας (= φτώχεια). Βλέπε: Πλάτων, Συμπόσιον, 203b

Διονύσης Σιμόπουλος: Να γίνετε «ερασιτέχνες» σε οτιδήποτε κι αν κάνετε

Διονύσης Σιμόπουλος

Διονύσης Σιμόπουλος, φυσικός, αστρονόμος, συγγραφέας.

«Όταν ένα παιδί μετρά τα άστρα, τι το συμβουλεύω; Το ίδιο ακριβώς που έλεγα και στα παιδιά μου: ότι θα πρέπει να ακολουθήσουν αυτό που τους υπαγορεύει η καρδιά τους. Να κάνουν κάτι που να αγαπούν με πάθος. Να γίνουν «ερασιτέχνες» σε οτιδήποτε κι αν θελήσουν να ακολουθήσουν, να γίνουν «εραστές της τέχνης», της όποιας «τέχνης» κι αν διαλέξουν. Και να είστε βέβαιοι ότι και η επαγγελματική καταξίωση θα έρθει οπωσδήποτε, αργά ή γρήγορα, όσο δύσκολο κι αν φαίνεται αυτό όταν κάποιος ξεκινάει, και μάλιστα κάτω από τις σημερινές οικονομικές συγκυρίες που αντιμετωπίζει η χώρα μας. Γιατί σας διαβεβαιώνω ότι δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από το να ξυπνάει κάποιος το πρωί για να αντιμετωπίσει μια εργασία που απεχθάνεται».

Φυσικός, αστρονόμος, συγγραφέας, πολυβραβευμένος, ο Διονύσης Σιμόπουλος, επί 45 συναπτά χρόνια ακάματος εργάτης στο χώρο της εκλαΐκευσης της επιστήμης, πρώτα στην Αμερική και μετά στο Ίδρυμα Ευγενίδου, διευθυντής στο Ευγενίδειο Πλανητάριο.

Σταδιοδρομία

Το προσκοπάκι που έγινε αστρονόμος; 

Το προσκοπάκι που «έτυχε» να γίνει αστρονόμος! Είναι αλήθεια ότι μια διεθνής κατασκήνωση για το Χρυσό Ιωβηλαίο του προσκοπισμού στη χώρα μας με εισήγαγε τότε στον κόσμο της Αστρονομίας με τη βοήθεια ενός μικρού τηλεσκοπίου, που για πρώτη φορά είχα την ευκαιρία να χρησιμοποιήσω. Αλλά παρ’ όλ’ αυτά την εποχή εκείνη αυτό που μας απασχολούσε ήταν οι σπουδές σε μια καλή σχολή «με μέλλον», όπως ήταν για παράδειγμα το Πολυτεχνείο. Το κόστος των σπουδών, όμως, ήταν τότε μεγάλο, με δίδακτρα, ακριβά βιβλία και διαβίωση εκτός της οικογενειακής έδρας, που ήταν τότε στην Πάτρα. Οπότε, κάνοντας την ανάγκη φιλοτιμία, έδωσα εξετάσεις στη ΣΜΑ (Σχολή Μηχανικών Αεροπορίας), όπου οι σπουδές ήσαν δωρεάν. Θυμάμαι ότι την εποχή εκείνη δίναμε εξετάσεις πάνω από 600 παιδιά με 14 εισακτέους, οπότε για να πετύχεις θα ‘πρεπε ή να έχεις «χαυλιόδοντες» ή να ήσουν πραγματικά «αετός». Δύο συμμαθητές μου ήσαν πράγματι «αετοί» και πέτυχαν την επόμενη χρονιά, εγώ όμως όχι.

Αν πετυχαίνατε στη ΣΜΑ;

Σίγουρα δεν θα γινόμουν αρχηγός της αεροπορίας (γέλια), γιατί μόνο οι ιπτάμενοι έχουν αυτή τη δυνατότητα, αν και πριν από περίπου μία δεκαετία ένας άλλος συμμαθητής μου, το ίδιο φτωχαδάκι κι αυτός σαν κι εμένα, από τη Σχολή Ευελπίδων όμως, κατόρθωσε να γίνει αρχηγός ΓΕΕΘΑ! Θεωρώ, πάντως, ότι κι εγώ ήμουν πολύ τυχερός στην όλη μου πορεία. Η Αμερική μού άνοιξε την πόρτα σε δρόμους που θα ήταν σχεδόν αδύνατον να περπατήσω αν είχα παραμείνει εδώ, αν κι αυτό έγινε από οικονομική ανάγκη. Ετυχε επίσης να είμαι στην κατάλληλη θέση, την κατάλληλη στιγμή, και να γνωρίσω τους κατάλληλους ανθρώπους που χρειάζονταν κάποιον σαν εμένα. Θέλω να πιστεύω, πάντως, ότι για να κρατηθεί κάποιος σε μία παρόμοια θέση επί τόσα χρόνια πρέπει να διαθέτει και κάποιες αρετές!

Εκπαίδευση

Έχουμε αστρονομική εκπαίδευση στην Ελλάδα;

Και πολύ καλή, μάλιστα. Καθένας από τους ερευνητές των ελληνικών ΑΕΙ ασχολείται και εξειδικεύεται σε κάποιον επί μέρους τομέα, όλοι τους όμως διακονούν την επιστήμη μέσα από ένα τρίπτυχο ενασχόλησης: θεωρία, πράξη και επιμόρφωση. Μ’ αυτόν τον τρόπο η δουλειά που γίνεται στα διάφορα κέντρα ερευνών διαχέεται πλατύτερα, για να μπορέσουν όλοι να συμμετάσχουν στις σύγχρονες ανακαλύψεις της επιστήμης.

Χωρίς μάθημα Αστρονομίας…

Το παράπονό μου, όμως, είναι η σχεδόν πλήρης «έξωση» της Αστρονομίας από τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Δεν λέω να γίνουν όλοι οι μαθητές αστροφυσικοί, αλλά υπάρχουν ορισμένες βασικές επιστημονικές έννοιες που πρέπει να γνωρίζουν όλοι, οποιαδήποτε κι αν είναι τα μελλοντικά τους επαγγελματικά σχέδια. Παρ’ όλ’ αυτά, δεν θα με ενοχλούσε τόσο πολύ η αποβολή του μαθήματος της Αστρονομίας, εφ’ όσον η όποια «μεταρρύθμιση» κατόρθωνε να μάθει στους μαθητές «πώς να σκέφτονται».

Τι μας διδάσκουν τα πλανητάρια;

Η εγκατάσταση ενός πλανηταρίου είναι ένα πραγματικό στολίδι και πόλος έλξης για τους μαθητές και το ευρύτερο κοινό μιας χώρας, με βασική επιδίωξή του την ποιοτική βελτίωση της επιστημονικής επιμόρφωσης του λαού. Πρόκειται για ένα επιστημονικό κέντρο με πραγματικά σημαντική αποστολή και αντικειμενικό στόχο την εκλαΐκευση και διάχυση των επιτευγμάτων της επιστήμης και της τεχνολογίας.

Πρότυπα

Ένας αστροφυσικός που θαυμάζετε;

Δεν είναι ένας, αλλά πολλοί! Όσοι, δηλαδή, ασχολούνται με την επίλυση των προβλημάτων που αφορούν τα συστατικά του Σύμπαντος, γιατί όλα αυτά που βλέπουμε, άστρα, πλανήτες, γαλαξίες κ.λπ., δεν αποτελούν παρά μόνο το 4,9% των συστατικών του Σύμπαντος. Το 26,8% είναι υλικά που ονομάζουμε «σκοτεινή ύλη», που δεν γνωρίζουμε τι είναι, και το υπόλοιπο 68,3% είναι μια άγνωστη απωθητική δύναμη που έχουμε ονομάσει «σκοτεινή ενέργεια» και η οποία κάνει το Σύμπαν να διαστέλλεται επιταχυνόμενο.

Καβάφης ή Καζαντζάκης;

Πάντοτε ήμουν λάτρης και των δύο. Πρότυπό μου ήταν το ταξίδι προς την Ιθάκη. Και το ταξίδι είναι το ενδιαφέρον κι όχι ο προορισμός. Γι’ αυτό άλλωστε η ποίηση του Καβάφη και η πρόζα του Καζαντζάκη ήταν ανέκαθεν ένα είδος καθοδηγητή στη ζωή μου. Μ’ αυτόν το στόχο ευτύχησα 45 συναπτά χρόνια τώρα να εργάζομαι στο χώρο της εκλαΐκευσης της επιστήμης, πρώτα στην Αμερική και μετά, από τα 29 μου χρόνια, στο Ίδρυμα Ευγενίδου.

Αισιοδοξία

Βλέπετε φως… στο σύμπαν της κρίσης που διαβιούμε;

Σίγουρα ναι. Η χώρα μας έχει περάσει χειρότερες κρίσεις κι έχει επιβιώσει μια χαρά. Το ίδιο θα συμβεί και τώρα, χωρίς καμιά αμφιβολία, χάρη κυρίως στο ανθρώπινο δυναμικό μας. Γι’ αυτό και δεν πρέπει να σταματήσουμε να αναπτύσσουμε αυτό το δυναμικό. Στο κάτω κάτω, δύο είναι οι πηγές μας σε αυτήν τη χώρα: ο τουρισμός και οι άνθρωποί μας. Είμαι αισιόδοξος ότι τα πράγματα θα αλλάξουν, επειδή υπάρχει αυτό το ανθρώπινο δυναμικό.

Με τη βοήθεια της χρονομηχανής σε ποια περίοδο θα γυρνούσατε;

Χωρίς αμφιβολία στη δεκαετία του 1950, είτε στην ηλικία που είμαι τώρα είτε και στην τότε.

Οι πολιτικοί μας είναι από άλλο πλανήτη;

Όχι, βέβαια. Κι αυτοί από τη Γη είναι. Αλλά ορισμένες φορές χάνουν κι αυτοί, όπως όλοι μας, τον μπούσουλα και όλα όσα είναι πράγματι σημαντικά! Κι έτσι μοιάζουν με εξωγήινους, ενώ δεν είναι.

συνέντευξη στον Γιώργο Κιούση, τον Ιούλιο του 2013

πηγή

 

Δοξόσοφοι αντί σοφοί

Το ότι ο σύγχρονος δυτικός άνθρωπος περνά κατά μέσον όρο πάνω από επτά ώρες καθημερινά μπροστά στις οθόνες της τηλεόρασης, τους υπολογιστές, το ίντερνετ και τους επεξεργαστές κειμένων απασχολεί τους ειδικούς επιστήμονες. Ήδη, οι πιο ηλικιωμένοι, από αυτούς πού είναι δραστήριοι στον κόσμο των ψηφιακών μέσων, αντιμετωπίζουν αυξανόμενες δυσχέρειες επικοινωνίας, αφού πρέπει να προσαρμόζονται διαρκώς προς νέα μέσα. Παράλληλα ο ελληνικός νεανικός πληθυσμός αφιερώνει όλο και περισσότερο χρόνο στα μέσα επικοινωνίας, όπως τα κινητά τηλέφωνα και το ίντερνετ και μάλιστα εθίζεται στο να χειρίζεται διάφορα μέσα ταυτόχρονα.

Πολλοί είναι αυτοί που πιστεύουν ότι η σύγχρονη κατάσταση του να βρίσκεται κανείς συνεχώς σε εγρήγορση όπως απαιτούν τα ψηφιακά μέσα έχει άμεσα ψυχολογικά και νοητικά επακόλουθα. Αλλά και το φορτίο των πληροφοριών που επιβάλλεται από τα σύγχρονα μέσα απειλεί την ικανότητά μας για συλλογισμό και διανοητική συγκέντρωση και υπομονή. Πρόσφατες έρευνες έδειξαν ότι η πιθανότητα να διαβασθεί ένα άρθρο σε μια εφημερίδα είναι μικρή σε σύγκριση με τους αναγνώστες και μάλιστα οι αναγνώστες οι οποίοι διακόπτουν την ανάγνωση πριν φθάσουν στο 1/5 του κειμένου είναι η συντριπτική πλειονότητα. Το συμπέρασμα είναι ότι η δυνατότητα συγκέντρωσης κατά την ανάγνωση έχει μειωθεί.

Ούτε λίγο – ούτε πολύ, ορισμένοι ειδικοί ισχυρίζονται ότι τα σύγχρονα ψηφιακά μέσα οδηγούν σε αλλαγές των βασικών δομών του ανθρώπινου εγκέφαλου. Το πρόσφατο βιβλίο του Αμερικανού Nicholas Carr, The Shallows, έγινε η αφορμή μιας ευρείας συζήτησης. O συγγραφέας αναρωτιέται αν βρισκόμαστε σε μια διαδικασία που στερεί τον Homo sapiens από τις ικανότητες που του επέτρεψαν να οδηγηθεί από τα προϊστορικά σπήλαια στο σύγχρονο ψηφιοποιημένο κόσμο. Ο Carr αναλύει τις επιδράσεις που σημαντικές επινοήσεις, όπως ο χάρτης και το μηχανικό ρολόι, επέφεραν στον τρόπο σκέψης για να καταλήξει στο ότι η κακοφωνία και το χάος των πληροφοριών δημιουργούν την τάση για επιπόλαια ανάγνωση, βιαστική και αποσπασματική σκέψη και δίνουν γνώσεις που είναι υπερφίαλες και χιμαιρικές. Η σύγκριση με τον έντυπο λόγο, δηλαδή με το βιβλίο, είναι χαρακτηριστική, αφού οι αναγνώστες του βιβλίου σε αντίθεση με τους χρήστες των ψηφιακών μέσων οδηγούνται σε καλλιέργεια της φαντασίας τους, του εσωτερικού διαλόγου και της αναλυτικής σκέψης.

Μία σημαντική ανάλυση του Carr βασίζεται στη «νευροπλαστικότητα» στην ιδιαίτερη ικανότητα δηλαδή του ανθρώπινου εγκέφαλου να προσαρμόζει τη διανοητική του δύναμη και δυνατότητα ανάλογα με την εμπειρία. Ο Carr επικεντρώνεται στις επιδράσεις που μπορεί να έχει η χρήση του ίντερνετ στον ανθρώπινο εγκέφαλο. Τα συμπεράσματά του συμφωνούν με αυτά της ομάδας του Πανεπιστημίου UCLA, η οποία μελέτησε χωριστές ομάδες από χρήστες και μη χρήστες του ίντερνετ και ανακάλυψε ουσιαστικές διαφορές σε ικανότητες όπως μορφές της μνήμης και ταχύτητα λήψης αποφάσεων. Διαφορές που εξαφανίζονται αν οι μη χρήστες του ίντερνετ εθιστούν στη χρήση του. Το τελικό συμπέρασμα του Carr είναι ότι η χρήση ψηφιακών μέσων τείνει να εξουδετερώσει τις ατομικές ικανότητες τις σχετικές με το βάθος και την ένταση της σκέψης, όπως και την ικανότητα για μάθηση και κατανόηση.

Ο καθηγητής Gary Small, συγγραφέας του βιβλίου «Τεχνολογική μεταλλαγή του μοντέρνου εγκέφαλου» αναλύει το πώς μπορούν οι πολλές ώρες ψηφιακών ασχολιών να επηρεάσουν τις διανοητικές λειτουργίες. Ιδιαίτερα οι νέοι χρήστες ψηφιακών μέσων, τους οποίους ονομάζει «ψηφιακούς ιθαγενείς» , παρουσιάζουν έλλειψη της ικανότητας επαφής , όπως η επαφή με το βλέμμα και η ανταπόκριση σε σωματικά μη λεκτικά σήματα και εκφράσεις κατά τη συνομιλία. Ο Small αναλύει τις ιδεολογικές και διανοητικές συνέπειες που επιφέρει ή έξη και στενή επαφή με τα ψηφιακά μέσα.

Η ροπή προς την ταχύτητα σημαίνει και τάση προς το πρόχειρο και το ρηχό. Την τάση αυτή προσπαθούν να καταπολεμήσουν ομάδες διανοούμενων που διαδίδουν την αντίληψη της αργής ανάγνωσης και της επιλεκτικής ασχολίας με τα κείμενα. Η εμπειρία της ανάγνωσης, η εσωτερίκευση των κειμένων και η προσωπική ωφέλεια του αναγνώστη γίνονται αντικείμενα συζήτησης και πειραματισμών. Το αργό διάβασμα θεωρείται σήμερα πανάκεια στα αμερικανικά ακαδημαϊκά περιβάλλοντα. Δεν πρόκειται φυσικά για κάτι το καινούργιο. Ήδη το 1623 η πρώτη έκδοση των Απάντων του Σαίξπηρ συνιστούσε την ανάγνωση ξανά και ξανά, ενώ το 1887 ο Νίτσε περιέγραφε τον εαυτό του σαν «δάσκαλο της αργής ανάγνωσης».

Οι κριτικοί των ψηφιακών μέσων αναφέρονται στο παράδοξο φαινόμενο των συζητήσεων αυτών που δεν έχουν διαβάσει ένα συγκεκριμένο βιβλίο και παρά τούτο επιμένουν να το συζητούν με πάθος. Ωστόσο, σε μια συνηθισμένη συζήτηση αυτό μπορεί να συμβεί, αλλά στην ουσία τα κείμενα είναι αυτά που μετρούν. Τα κείμενα είναι ο καταλύτης για τη διάνοια του αναγνώστη, ώστε να δημιουργούνται νέοι χώροι κατανόησης και σκέψης. Ο Carr καταλήγει στο συμπέρασμα ότι είναι η ύπαρξη του προσεκτικού και κριτικού αναγνώστη που δημιουργεί την ανάγκη για ένα συγγραφέα. Οι κριτικοί των ψηφιακών μέσων επιμένουν στη διάβρωση της ικανότητας για αυτοσυγκέντρωση και την αδυναμία για αργό διάβασμα. Αδυναμία που ακολουθεί την ικανότητα για γρήγορη αντίδραση και αστραπιαίους χειρισμούς στα ψηφιακά μέσα. Αυτό σημαίνει και την εξαφάνιση των συγγραφέων;

Οπωσδήποτε, κανείς δεν φτάνει να απορρίψει τα ψηφιακά μέσα. Είναι προφανές ότι το μέλλον ανήκει σε αυτά. Και εδώ δεν μπορούμε να μη θυμηθούμε τον μύθο της επινόησης της γραφής που παραθέτει ο Πλάτων στον «Φαίδρο». Δημιουργούνται λέει με το νέο αυτό μέσο επικοινωνίας άνθρωποι «πολύκοοι», «άνευ διδαχής πολυγνώμονες», «δοξόσοφοι αντί σοφοί»…

Δημήτρης Μαυρίδης, ιστορικός, επίτιμος διδάκτωρ ΔΠΘ

πηγή

Περί συζητήσεως, της Αθανασίας Γιασουμή

Zack Zdrade - Conversation

Zack Zdrade: Conversation (2012)

Ζούμε στην εποχή των παράλληλων μονολόγων. Βρισκόμαστε, λέει συνήθως ο καθένας το δικό του, τις περισσότερες -μάλιστα- φορές για εντυπωσιασμό και άνευ ουσίας. Όσο πιο γρήγορα ισοπεδώσει κανείς το συνομιλητή του, τόσο μεγαλύτερη νιώθει τη νίκη του. Κι όμως, ηττηθήκαμε χωρίς να το ξέρουμε. Νεκροί χρήστες μιας ολοζώντανης γλώσσας που ακόμα και μέσα από τους ορισμούς της διδάσκει. Αδύναμοι να υπερασπιστούμε την από κοινού ζήτηση με τον απέναντι ή τον διπλανό μας. Ο «όμοιος» μετετράπη σε έτερον και το «αεί πελάζει» σε εφήμερα μικροανταμώματα.

Ποια είναι όμως η αιτία απομάκρυνσής μας από τη συζητητική διαλεκτική και γιατί μετατρέψαμε όλη τη χώρα σε μια βουερή Πνύκα; Με ποια δικαιοδοσία αφαιρέσαμε από τη συζήτηση το θετικό της πρόσημο και καταλήξαμε στο να αποζητάει κανείς να ακούει μόνο τη φωνή του; Η απάντηση καθόλα προφανής και συνάμα έκδηλη: ζούμε και βιώνουμε τους εαυτούς μας μέσα από τις οθόνες. Οθόνες τηλεοράσεων, οθόνες υπολογιστών, τάμπλετ, κινητών. Ερωτευόμαστε προφίλ, όχι ανθρώπους. Καθρεφτιζόμαστε σε φωτογραφίες και όχι στα μάτια των άλλων. Τα κάτοπτρά μας είναι οι αναρτήσεις μας. Κι αν με κάποιον διαφωνούμε, τον διαγράφουμε ή τον μπλοκάρουμε.

Ο «μικρός φασίστας» γιγαντώθηκε μέσα μας με τις ευλογίες ενός τεχνολογικού status quo που σίγουρα τέχνη δεν παράγει πόσω δε μάλλον λόγο. Άλλωστε, ο λόγος ενός ατόμου είναι η έκφραση της ίδιας του της λογικής. Σε πιο ευρύ ή ακόμα και καθολικό επίπεδο: ο λόγος μίας εποχής την ίδια τη λογική της εξηγεί.

Αποδεσμευμένοι πια από τις ελάχιστες θετικές συνήθειές μας, εισχωρήσαμε στην ευκολία των νεόφερτων. Ο καφές με τους φίλους, η κάποτε αφορμή για συζήτηση ακόμα και επί των πιο απλών θεμάτων, παρέμεινε μεν καφές αλλά ο έλεγχος του λόγου έδωσε τη θέση του στον έλεγχο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Παραφράζοντας τον ποιητή της Ρωμιοσύνης, οι οθόνες έγιναν συνέχεια του χεριού μας και τα χέρια μας συνέχεια της ψυχής μας. Το έθος ενός ανθρώπου διαμορφώνει επί πολύ και το ήθος του.

Κλείσαμε λοιπόν τα βιβλία, ξεχάσαμε τους εσωτερικούς μας διαλόγους αναφορικά με την πλοκή των ιστοριών τους, το μοίρασμα των σκέψεων με τους φίλους ή τους δασκάλους μας, ερμηνεύσαμε το ανερμήνευτο των ποιημάτων μέσα από ατελείωτες φιλολογικές σελίδες. Δεν έμεινε τίποτα που να μη βρίσκουμε στις μηχανές αναζήτησης του διαδικτύου. Και κάπως έτσι ξημέρωσε το τέλος της ουσιαστικής Ζήτησης με αυτή την τεράστια Προσφορά αμάσητων κι ανέλεγκτων πληροφοριών.

Κι αφού μας τέλειωσε η ατομική ζήτηση, ποιος να νοιαστεί για τη συζήτηση, αφού η πρώτη αποτελεί οντολογική προϋπόθεση της δεύτερης;  Αν εγώ ο ίδιος δεν ξέρω να ζητήσω από τον εαυτό μου να σκεφτεί και να διατυπώσει λόγο πώς να μπορέσω να το ζητήσω από ένα άλλο εγώ; Πώς να υλοποιήσω τη μέθεξη με τον συνομιλητή μου όταν στερούμαι εαυτολογικής μεθέξεως; Ο δρόμος της επιστροφής προς τη συζήτηση μέσα από τα ερωτήματα περνάει. Θα επιλέξουμε λοιπόν να παραμείνουμε ψυχικά κωφάλαλοι ή επιτέλους θα δώσουμε λόγο στη φωνή μας;

Αθανασία Γιασουμή

Το Ηλιοτρόπιο, του Ευγενίου Τριβιζά

Vincent van Gogh - Still Life Vase With Five Sunflowers

Vincent van Gogh: Still Life Vase With Five Sunflowers (1888)

Ήταν κάποτε ένα λιβάδι γεμάτο ηλιοτρόπια. Κι όλα αυτά τα ηλιοτρόπια κοιτούσαν ολημερίς με θαυμασμό τον ήλιο. Όταν ο ήλιος ήταν από κει, γύριζαν από κει. Όταν ο ήλιος ήταν από δω, γυρνούσαν από δω. Εκτός από ένα.

Ένα μόνο ηλιοτρόπιο απ΄όλα τα ηλιοτρόπια του κάμπου δεν κοίταζε τον ήλιο. Όταν ο ήλιος ήταν από δω, το ηλιοτρόπιο αυτό κοιτούσε από κει. Όταν ο ήλιος ήταν από κει, το ηλιοτρόπιο κοιτούσε από δω.

“Μα γιατί δεν κοιτάς κι εσύ τον ήλιο τον ακριβοθώρητο όπως εμείς;” ρωτούσαν τ΄άλλα ηλιοτρόπια απορημένα.

“Και γιατί να τον κοιτάω;”

“Επειδή είναι χρυσός. Επειδή λάμπει κι ανασαίνει φως”.

“Ε και λοιπόν; Χαρά στο πράγμα! Ανασαίνει φως και κάτι έγινε”

“Τι θες να πεις; Δεν σ΄αρέσει δηλαδή;”

“Καλός είναι δεν λέω, αλλά όχι και να τον θαυμάζει κανείς απ΄το πρωί ίσαμε το βράδυ. Αλήθεια, δεν μπορώ να καταλάβω τι του βρίσκετε και τον κοιτάτε σαν χαζά, μέρα μπαίνει μέρα βγαίνει”.

“Δεν είναι στα καλά του”, σκέφτονταν τα ηλιοτρόπια “Ακούς εκεί, να μη θέλει να κοιτάζει τον ήλιο;”

Και περνούσαν οι μέρες. Και όλα τα ηλιοτρόπια κοιτούσαν τον ήλιο, εκτός από κείνο το ηλιοτρόπιο το ένα, που κοιτούσε πάντα από την αντίθετη μεριά.

“Δε μου λες; Γιατί δεν με κοιτάς;” το ρωτάει μια μέρα ο ήλιος.

“Άσε με ήσυχο” είπε το ηλιοτρόπιο.

“Πες μου, γιατί δε με κοιτάς;” ξαναρωτάει ο ήλιος.

“Θέλεις αλήθεια να σου πω;”

“Ναι”

“Επειδή… θέλω να βγαίνεις μόνο για μένα. Μόνο για μένα να γελάς. Να λάμπεις μόνο για μένα. Εμένα μόνο να ζεσταίνεις” είπε το ηλιοτρόπιο.

“Αν έβγαινες μόνο για μένα, τότε ναι θα σε κοιτούσα”

“Μα δεν γίνεται αυτό” αποκρίθηκε ο ήλιος. “Δεν γίνεται να βγαίνω μόνο για σένα, να γελάω μόνο για σένα, εσένα μόνο να ζεσταίνω. Δεν γίνεται”

“Τότε κι εγώ δεν θα σε κοιτάω”

“Μα πρέπει μικρό ηλιοτρόπιο. Θα μαραθείς, αν δε με κοιτάς”

“Και τι σε νοιάζει εσένα αν μαραθώ. Παράτα με” είπε το ηλιοτρόπιο. Δεν μίλησε ο ήλιος. Και το ηλιοτρόπιο κοιτούσε με πείσμα από την άλλη τη μεριά. Και περνούσαν οι μέρες και άρχισε να χλωμιάζει το ηλιοτρόπιο.

“Είδατε;” ψιθύρισαν τ’ άλλα ηλιοτρόπια μεταξύ τους “Δεν κοιτάζει τον ήλιο και ορίστε… Ιδού τα αποτελέσματα. Δεν το βλέπω καθόλου καλά. Να το θυμηθείτε ότι έτσι που πάει αργά ή γρήγορα θα μαραθεί”.

Είχε δίκιο. Κάθε μέρα που περνούσε το ηλιοτρόπιο γινόταν όλο και πιο χλωμό, ο μίσχος στα πέταλά του μαραινόταν, αλλά ούτε που γύριζε να κοιτάξει τον βασιλιά τον ήλιο.

Παραξενεμένα τα ηλιοτρόπια, το άκουγαν να μιλάει μόνο του. “Φύγε” έλεγε “δε θέλω να σε βλέπω. Φύγε”

Ώσπου ένα βράδυ, το τελευταίο κείνο βράδυ, όταν όλα τ΄άλλα ηλιοτρόπια είχαν αποκοιμηθεί, μέσα στη νύχτα, μέσα στη σιωπή, πρόβαλε ο ήλιος. Πρώτη φορά έβγαινε το βράδυ. Δεν είχε ξαναγίνει κάτι τέτοιο. Βγήκε κι έδιωξε το σκοτάδι και πλημμύρισε μ΄ένα χρυσαφένιο φως, μαγευτικό φως τ΄όνειρό του.

“Ήρθες;” είπε το ηλιοτρόπιο.

“Ήρθα” είπε ο ήλιος

“Μόνο για μένα;”

“Μόνο για σένα” αποκρίθηκε ο ήλιος “Έλα”.

Ένιωσε ανάλαφρο το ηλιοτρόπιο, τόσο ανάλαφρο σαν να μη το έδενε η ρίζα του στο χώμα. Λες κι έγιναν φτερά τα φύλλα του, αφέθηκε ν΄ανεβαίνει… Κι ανέβαινε, όλο ανέβαινε… Ήταν τόσο μαγευτικός ο ουρανός, τόσο φωτεινός, δεν γίνεται πιο φωτεινός… Κι έφτασε κοντά στον ήλιο. Κι από κει ψηλά είδε όλες τις θάλασσες, κι όλα τα λιβάδια, είδε λίμνες, είδε λειμώνες  είδε δάση, είδε ροδώνες και χώρες μαγικές και κόρφους μυστικούς και νησιά που ταξιδεύανε στο κύμα και πράσινα ποτάμια που στραφτάριζαν κι ολόλευκα πουλιά πάνω απ΄τα βουνά τ΄ασημένια.

“Έλα κοντά μου” είπε ο ήλιος. Το ηλιοτρόπιο πήγε κοντά.

“Πιο κοντά” είπε ο ήλιος. Το ηλιοτρόπιο πήγε πιο κοντά.

“Κοίτα με” είπε ο ήλιος “Κοίτα με ηλιοτρόπιο” Το ηλιοτρόπιο τον κοίταξε.

“Εσένα μόνο” είπε ο ήλιος, και το άγγιξε με την ανάσα του.

Κι ένιωσε την ανάσα εκείνη να το καίει σαν πυρετός, σαν φλόγα να το αγκαλιάζει, σαν αστραπή θαμπωτική να το πονά κι ήταν όλα ένα χρυσάφι μέσα του, ολόγυρά του. Φλόγα θαμπωτική ο ουρανός απ΄άκρη σε άκρη. Κι ένιωσε τα φυλλοκάρδια του ν΄ανοίγουν, να γλιστράνε, να σκορπάν τα σπόρια του, να πέφτουν δάκρυ και βροχή στις θάλασσες του κόσμου κι όπως αγγίζαν τον αφρό, όπως άγγιζαν το κύμα σπίθες ξενες να πηδούν, μυριάδες ηλιοτρόπια να βλασταίνουν στη στιγμή, κύματα κι άλλα κύματα από ηλιοτρόπια χρυσά, ήλιοι λουλουδένιοι που στραφτάριζαν ολούθε ονειρικά, θάλασσες απέραντες χωρίς αρχή και τέλος.

Vincent Van Gogh - Still Life With Two Sunflowers 1887

Vincent Van Gogh – Still Life With Two Sunflowers (1887)

Είχε συννεφιά τ΄άλλο πρωί. Δεν βγήκε τη μέρα εκείνη ο ήλιος. Κατασκότεινος ο ουρανός, λες κι ήταν βουρκωμένος . Το ηλιοτρόπιο έγερνε στο μίσχο του ξερό, καψαλισμένο, δίχως δροσιά, χωρίς πνοή, ανάμεσα στα δροσά ηλιοτρόπια του κάμπου.

“Τά΄θελε και τά΄παθε” είπε ένα ηλιοτρόπιο.

“Πήγαινε γυρεύοντας” είπε ένα άλλο. Έτσι είπαν.

Έτσι είπαν και το λυπήθηκαν. Το λυπήθηκαν επειδή κανένα τους δε μάντεψε, πόσο μεγάλη ήταν η αγάπη του, κανένας δεν έμαθε ποτέ το τελευταίο όνειρό του.

Ευγένιος Τριβιζάς

Ας το ακούσουμε από τον ίδιο, στην εκπομπή «Στα Άκρα«:

πηγή