Λαϊκισμός, η πολιτική της φτηνής σαρδέλας

Η ιστορία είναι παλιά, αλλά οι τακτικές και τα επιχειρήματα δεν έχουν αλλάξει και τόσο. Αντικαταστήστε τον πόλεμο με τα μνημόνια, αλλάξτε τα ονόματα και απολαύστε υπεύθυνα.

Μετά τον θάνατο του Περικλή, στην πολιτική σκηνή της Αθήνας επικρατεί ένας βυρσοδέψης που εμφανιζόταν ατημέλητος στην Εκκλησία του Δήμου, ούρλιαζε, έβριζε και καυγάδιζε με το παραμικρό. Τα δημαγωγικά του τερτίπια τα σατιρίζει συχνά ο Αριστοφάνης στα έργα του και φαίνεται πως οι Αθηναίοι, όπως κι εμείς σήμερα, διασκέδαζαν πολύ με τη διακωμώδηση εκείνου που οι ίδιοι είχαν ψηφίσει στρατηγό.

Ο Κλέων, ο πιο διάσημος δημαγωγός της αρχαιότητας, είναι ο Παφλαγόνας στην κωμωδία «Ιππής», που διδάχτηκε το 424 π.Χ (τον έβδομο χρόνο του Πελοποννησιακού Πολέμου) και πήρε το πρώτο βραβείο στα Λήναια.

Οι πολιτικοί Δημοσθένης και Νικίας θέλουν να ξεφορτωθούν τον Παφλαγόνα – Κλέωνα, ώστε να τον αντικαταστήσουν με κάποιον καταλληλότερο. Αλλά ποιος μπορεί να τον ανταγωνιστεί σε λαϊκισμό και να κερδίσει την εμπιστοσύνη του Δήμου;

Πώς γίνεται κάποιος λαοφιλής

Ο κλήρος πέφτει σ’ έναν τυχαίο, φτωχό κι αγράμματο αλλαντοπώλη, τον οποίο προσπαθούν να πείσουν ότι είναι κατάλληλος να κυβερνήσει.

«Σπουδαίος θα γίνεις ακριβώς επειδή είσαι άνθρωπος της αγοράς, θρασύς και πονηρός», του λένε. «Πολιτικός ηγέτης δεν γίνεται ούτε ο μορφωμένος ούτε ο έντιμος, αλλά ο άτιμος και αγράμματος». Μα εκείνος διστάζει.

«Και πώς θα καταφέρω να εξουσιάσω τον λαό;»

«Χαρά στο πράγμα! Κάνε ό,τι κάνεις και τώρα· ανακάτευε και συντάραζε όλες τις υποθέσεις της πόλης, όπως κάνεις με τ’  αλλαντικά σου, και να παίρνεις πάντα με το μέρος σου τον λαό γλυκαίνοντάς τον με λόγια καλά μαγειρεμένα… Βάλε τώρα στεφάνι στο κεφάλι σου και κάνε σπονδή στον Κοάλεμο, τον θεό των ηλιθίων».

Έχοντας έτοιμο τον διάδοχο, οι δύο πολιτικοί με τη συμπαράσταση των Ιππέων (αξιωματικοί της ανώτερης τάξης) και των νοικοκυραίων της μεσαίας τάξης, επιτίθενται στον Παφλαγόνα, τον «πανούργο, τον φορομπήχτη τον αχόρταγο, τη Χάρυβδη της αρπαγής».

Κι από εκεί αρχίζει ένας καταπληκτικός «πολιτικός διάλογος», από αυτούς που ηχούν τόσο οικείοι στ’ αυτιά μας μέχρι σήμερα.

Πρώτος γύρος: Συκοφαντία

«Θα τον μηνύσω αυτόν τον αλλαντοπώλη», ουρλιάζει ο Παφλαγόνας, «και θα ισχυριστώ πως τροφοδοτεί παράνομα τα πλοία των Πελοποννησίων».

«Κι εγώ θα πω πως έμπαινε με άδεια την κοιλιά στο πρυτανείο κι έβγαινε φουσκωμένος», υπονοώντας πως έκλεβε τις προμήθειες.

«Τρεις φορές πιο δυνατά από σένα θα φωνάζω».

«Θα σε διαβάλλω, αν σε ψηφίσουν στρατηγό».

«Αν πεις κιχ, θα σε κομματιάσω».

«Στις απάτες των άλλων χώνεις τη μύτη σου; Εγώ θα σε καταγγείλω στους πρυτάνεις πως οι κοιλιές που έχεις και πουλάς για τις θυσίες είναι αφορολόγητες».

Δεύτερος γύρος: Παροχές

Το μαλλιοτράβηγμα συνεχίζεται στο βουλευτήριο. Ο πονηρός αλλαντοπώλης αποκαλύπτει τάχα ένα σπουδαίο μυστικό και εντυπωσιάζει τους βουλευτές, οι οποίοι τον στεφανώνουν για την καλή είδηση:

«Από την αρχή του πολέμου ποτέ δεν κυκλοφορούσε τόσο φτηνή σαρδέλα στην αγορά. Πάρτε όσα αγγεία βρείτε και τρέξτε να τα γεμίσετε, να επωφεληθείτε από τις χαμηλές τιμές».

Ο Κλέων αντεπιτίθεται άμεσα προτείνοντας: «Θα πρέπει για την καλή είδηση που λάβαμε να σφάξουμε εκατό βόδια στη θεά». Το πλήθος επιδοκιμάζει και ο αλλαντοπώλης πλειοδοτεί με θυσία διακοσίων βοδιών στην Αθηνά και χίλια ερίφια στη θεά Άρτεμη, κερδίζοντας και πάλι την εύνοια των βουλευτών.

Ο Κλέων παίζει τότε το τελευταίο του χαρτί, ενώ ήδη τον τραβούν να τον πετάξουν έξω απ’ το βουλευτήριο: «Σταθείτε ν’ ακούσετε πρώτα τον κήρυκα που ήρθε από τη Σπάρτη και ζητά ειρήνη».

Αυτή ήταν πράγματι μια εντυπωσιακή κίνηση, εφόσον ο Κλέων έως τώρα ήταν φανατικός οπαδός του πολέμου! Αλίμονο, όμως· ήταν πια αργά. «Τώρα ειρήνη; Είναι που έμαθαν, καταραμένε, πως έχουμε φτηνές σαρδέλες. Δεν θέλουμε ειρήνη. Άσε τον πόλεμο να σούρνεται», του φώναξαν οι ακροατές κι έτρεξαν όλοι στην αγορά να προλάβουν τις φτηνές σαρδέλες.

Κι ο πονηρός αλλαντοπώλης, μοιράζει δωρεάν χορταρικά για να τις συνοδεύσουν, καυχώμενος πως κέρδισε ολόκληρη τη βουλή με έναν οβολό. Όσο του κόστισαν τα χορταρικά!

Τρίτος γύρος: Κολακεία

Ο Κλέων βράζει πλέον από τον θυμό του, που χάνει από έναν τυχάρπαστο και ζητά να κριθούν απευθείας από τον λαό. «Κανείς δεν κοροϊδεύει τον λαό καλύτερα από εμένα. Γιατί εγώ έχω την ικανότητα να τον κάνω να απλώνει και να μαζεύεται».

Λαός είναι στο έργο ο γέρο – Δήμος.

«Ὦ Δημίδιον, φίλτατον!» αναφωνεί ο Κλέων. «Αγαπημένε μου λαουτζίκο, έλα έξω να δεις τι τραβάω για σένα. Με χτυπούν, επειδή σ’ αγαπώ κι είμαι μαζί σου ερωτευμένος, λαέ μου».

«Κι εγώ σ’ αγαπώ, λαέ μου», πετάγεται ο άλλος, «και θέλω να σε ωφελήσω, αλλά αυτός εδώ δεν με αφήνει».

«Ποιος θα σ’ αγαπήσει πιο πολύ από μένα, λαέ μου; Εγώ, όταν έγινα βουλευτής, μάζεψα τόσα χρήματα για σένα, αδιαφορώντας που άλλους τους έπνιξα, άλλους τους κρέμασα και από άλλους πήρα δανεικά, γιατί ήξερα πως αυτό σου αρέσει».

Ο αλλαντοπώλης ξεσπαθώνει: «Χαρά στο πράγμα! Αυτό θα το κάνω κι εγώ, λαέ μου. Θ’ αρπάξω τα ξένα ψωμιά και θα τ’ αραδιάσω μπροστά σου. Αλλά, θα σου αποδείξω πως αυτός καθόλου δεν σε αγαπά και δεν θέλει το καλό σου, παρά μόνο να απολαμβάνει τη θαλπωρή σου. Βλέπεις, καθόλου δεν τον νοιάζει που έχει εσένα, που πολέμησες γενναία στον Μαραθώνα για την πατρίδα σου, να κάθεσαι πάνω στα σκληρά βράχια. Εγώ, όμως; Κοίτα τι σου φέρνω! Έλα, σήκω να κάτσεις στο μαξιλάρι που σου’ ραψα, μην τυχόν χαλάσεις ό,τι είχες στη Σαλαμίνα».

Ο λαός εκστασιάζεται με τη φιλολαϊκή αυτή πράξη του αγνώστου, αλλά ο Κλέων του υπενθυμίζει πως κάθε θυσία αξίζει προκειμένου να γίνει η Αθήνα κυρίαρχος όλης της Ελλάδας. Έως τότε «εγώ θα τους συντηρώ μέχρι να’ ρθει εκείνη η μέρα, εγώ θα τους παρέχω μισθό με θεμιτούς κι αθέμιτους τρόπους», ξεφωνίζει.

«Οκτώ χρόνια τους βλέπεις να δυστυχούν και δεν σου καίγεται καρφί», λέει ο αλλαντοπώλης. «Πετάς έξω με τις κλωτσιές όποιον απεσταλμένο του εχθρού κάνει λόγο για ειρήνη, γιατί ξέρεις πως, αν τελειώσει ο πόλεμος και ο κόσμος ζήσει κανονικά, θα καταλάβει τι του έκανες τόσα χρόνια και δεν θα σε ξαναψηφίσει ποτέ. Γι’ αυτό τους κρατάς σε τούτες τις άθλιες συνθήκες, αποσβολωμένους από την ανάγκη».

Ο αλλαντοπώλης συγκινεί και πάλι τον Δήμο προσφέροντας τα σανδάλια και τον χιτώνα του. Ο Κλέων τότε υπόσχεται πως θα δώσει στον λαό μισθό, χωρίς να χρειάζεται να δουλεύει. Απλώς θα τον ρουφάει από μια κούπα.

Οι προσφορές συνεχίζονται, η μία γελοιότερη από την άλλη με αποκορύφωμα την υπόσχεση του Κλέωνα να τους αφαιρέσει τις άσπρες τρίχες, για να τους ξανακάνει νέους.

Ο σοφός λαός 

Όταν ο χορός των ιππέων κατηγορεί τον Δήμο πως παρασύρεται εύκολα και χάφτει ό,τι του σερβίρει ο καθένας με ωραία λόγια, εκείνος αντιδρά:

«Δεν έχετε ίχνος μυαλού κάτω απ’ τα μαλλιά σας, αν νομίζεται ότι εγώ είμαι απερίσκεπτος. Θέλω και κάνω τον χαζό, γιατί μου αρέσει να μασουλάω όλη μέρα και κλέβοντας να συντηρώ έναν προστάτη. Κι όταν αυτός σκάσει απ’ τη μάσα, τον εξοντώνω. Σκεφτείτε αν σοφά τους διαχειρίζομαι, αυτούς εδώ που φαντάζονται πως είναι ξύπνιοι και με δουλεύουν. Γιατί, ενώ κάνω τα στραβά μάτια όταν κλέβουν, προσεκτικά τους παρατηρώ κι έπειτα τους αναγκάζω να ξεράσουν όσα έκλεψαν».

Οι δύο αντίπαλοι διαμαρτύρονται.

«Εγώ ετοιμαζόμουν τρεις μέρες για να σου ετοιμάσω κάτι καλό, λαέ μου».

«Εγώ ετοιμαζόμουν δέκα μέρες και δώδεκα και χίλιες και πάρα πάρα πάρα πάρα πολύ καιρό».

«Κι εγώ», λέει ο λαός, «προσμένοντας τριάντα χιλιάδες χρόνια, πάρα πάρα πάρα πολύ και τους δύο σας μισώ».

Ο νικητής

Παρ’ όλα αυτά, ο λαός θα επιλέξει έναν από τους δύο. Ποιον; Μα αυτόν που του πρόσφερε όλα όσα είχε στο καλάθι του και δεν κράτησε τίποτα για τον εαυτό του.

«Εγώ σε χειροκροτούσα και σε στεφάνωνα κι εσύ κρατούσες το μεγαλύτερο κομμάτι από την πίτα, δίνοντάς μου ψίχουλα!», λέει ο αγανακτισμένος λαός στον Κλέωνα και δίνει το στεφάνι της εξουσίας στον αλλαντοπώλη, που τον λένε Αγοράκριτο.

«Ντρέπομαι», λέει ο Δήμος, «για τα λάθη που έκανα ως τώρα».

«Όχι δα», τον χαϊδολογά ο νέος ηγέτης. «Δεν φταις, βέβαια, εσύ, αλλά εκείνοι που σε ξεγελούσαν».

Έτσι, οι Αθηναίοι ξεφορτώθηκαν έναν διεφθαρμένο δημαγωγό και φορτώθηκαν έναν χειρότερο, που φωνάζει περισσότερο, ψεύδεται πιο αποτελεσματικά, και κολακεύει πιο γλυκά.

Και νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων.

της  

πηγή

Δημόσια σφαίρα και αδιέξοδα

Δημόσια σφαίρα

του Γιώργου Κουτσαντώνη

Μόνη θετική όψη της κρίσης αποτελεί το γεγονός ότι αυτή που ζούμε είναι, στην ουσία, μια εποχή μετάβασης. Μοιάζει σιγά σιγά ένα κόσμος να πεθαίνει κι ένας καινούργιος να γεννιέται μέσα σε κλυδωνισμούς, αίματα, δάκρυα και πόνους. Μαζί με την Ελλάδα, η Ευρώπη αλλά και ολόκληρη η ανθρωπότητα βρίσκεται σε μια τεράστια αναστάτωση. Ό,τι παλαιότερα φάνταζε σταθερό, αδιαμφισβήτητο, καθιερωμένο, φθείρεται, καταρρέει (αργά ή απότομα) και τη θέση του παίρνουν νέα σχήματα, άλλες ρυθμίσεις ίσως ακόμα αβέβαιες, ρευστές και αδοκίμαστες, ωστόσο νέες και ελπιδοφόρες.

Κάποιοι βλέπουν ή και δημιουργούν (όταν έχουν την ισχύ να το κάνουν) μόνο αδιέξοδα και φαντάζονται τη μελλοντική «σωτηρία» των κοινωνιών στη σφυρηλάτηση μιας αλυσίδας (με την μορφή ενός τεράστιου τοίχους ή ακόμη ενός γιγαντιαίου ομογενοποιητικού μίξερ ανθρώπινων συνειδήσεων και ψυχών) που κατά κάποιο τρόπο θα «δέσει σφιχτά» την ανθρωπότητα. Τους κρίκους αυτής της αλυσίδας θα αποτελούν ασφαλώς «ισχυροί άνδρες», ηγέτες κατ’ επίφαση δημοκρατικών καθεστώτων (που στην ουσία θα είναι ολιγαρχικά και ολοκληρωτικά), φύλακες του θεού, του νόμου και της τάξης. Και το λουκέτο αυτής της αλυσίδας θα αποτελεί μια υπερδύναμη-ηγεμόνας (ή μια συμμαχία δυνάμεων) ως κεφαλή και στρατηγείο μιας παγκόσμιας αστυνόμευσης, παραπληροφόρησης και πολιτισμικής ένδειας που θα προσφέρει κι άλλο χρόνο στους ολίγους να συνεχίσουν – με τις μειοψηφίες που τους στηρίζουν πιστά – το παράλογο παγκόσμιο όργιο σπατάλης, εκμετάλλευσης, πλανητικής καταστροφής, απληστίας, παρακμής, υποκρισίας και απανθρωπιάς.

Είναι αλήθεια ότι στην Ελλάδα αλλά και αλλού η γενικευμένη αίσθηση μειονεξίας, οικονομικής εξαθλίωσης αλλά και εξουθένωσης που νοιώθουν όλο και περισσότεροι άνθρωποι από τις επαχθείς συνθήκες που έχουν επιφέρει οι οικονομικές συμφωνίες και τα δάνεια-χρέη κρύβει μια επικίνδυνη συνύπαρξη παθητικότητας αλλά και επιθετικότητας που σε συνδυασμό με μια αδυναμία εντοπισμού θετικών στοιχείων (και επομένως οράματος) δημιουργεί ένα εκρηκτικό μείγμα. Κατάσταση ιδιαίτερα επικίνδυνη γιατί θα μπορούσε να μετατραπεί σε έπαρση και εχθρότητα οδηγώντας σε μια αίσθηση «ανωτερότητας» που θα διογκώσει περαιτέρω την κοινωνική διάλυση. Αυτός είναι στην ουσία και ο μηχανισμός επιτυχίας κάθε είδους φασισμού… η εργαλειοποίηση δηλαδή των ανθρώπων μέσα από την μετατροπή της αίσθησης κατωτερότητας σε μια αίσθηση υποτιθέμενης «ανωτερότητας». Η τεχνητή, αρχικά, δηλαδή δημιουργία της αίσθησης αδιεξόδου και η καθοδήγηση των ανθρώπων, στη συνέχεια, προς την απάνθρωπη φασιστική «διέξοδο». Σε αυτό, σε ευρωπαϊκό και όχι μόνο επίπεδο, συμβάλει καθοριστικά το γεγονός ότι η εξουσία έχει μεταβιβαστεί σε μια μικρή ομάδα ξιπασμένων τεχνοκρατών-λογιστών που φαίνεται να μην γνωρίζουν τίποτα για την ιστορία της Ευρώπης και της αβύσσου όπου έχει συχνά βυθιστεί από τα τραγικά σφάλματα του πρόσφατου παρελθόντος. Όμως, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι τα αδιέξοδα αφορούν μόνο ό,τι έχει ιστορικά ξοφλήσει και επομένως ξεπερνιέται από την ίδια την αναπόδραστη πορεία των πραγμάτων. Προσωπικά πιστεύω ότι η ανθρωπότητα δεν έχει ξοφλήσει, ούτε θα επιτρέψει να αφανιστεί από τους ολίγους, ούτε να επιστρέψει στην άβυσσο της εξαθλίωσης, της φτωχοποίησης, του φασισμού και του ολοκληρωτισμού.

Σε αντίθεση με τους πρώτους (που βλέπουν μόνο αδιέξοδα) όσοι έχουν καταλάβει κάτι από την ιστορία γνωρίζουν ότι κάθε εποχή μεγάλης μετάβασης παίρνει τη μορφή μιας βαθύτατης κρίσης που τελικά δεν αφήνει τίποτα και καμία έκφραση της ζωής άθικτη. Όσοι από εμάς συνεχίζουν να πιστεύουν στον άνθρωπο, στις αξίες που δημιούργησε και τις δυνατότητές του, όσοι συνεχίζουν να οραματίζονται μια καλύτερη κοινωνία – μια ευτοπία που θα αφορά και θα ορίζεται από τους πολλούς – έχουν ταυτόχρονα και παράδοξα μέσα τους μια διττή αίσθηση. Αυτή της ατυχίας (να βρίσκονται μέσα στο χάος) αλλά και του προνομίου (να οραματίζονται ένα άλλο αύριο). Έχουν επίσης την βεβαιότητα ότι όσος πόνος, όση αδικία και όσο αίμα κι αν χύθηκε σε κάθε εποχή μεγάλης μετάβασης, η ανθρωπότητα απέναντι σε κάθε τυραννία (σε όλες τις εκφράσεις και εκφάνσεις της) όλο και κάτι παραπάνω κέρδισε, βήμα το βήμα (κάποιες φορές ίσως με μερικά βήματα προς τα πίσω) αλλά συνολικά κέρδισε. Κάτι περισσότερο κέρδισε και κάτι περισσότερο έμαθε. Πίσω από αυτή την ιστορική πραγματικότητα βρίσκεται ο αγώνας χιλιάδων αφανών ανθρώπων από τα μικρά και καθημερινά – στα μεγάλα και σπουδαία που κάνουν την ζωή πιο άξια να τη ζει κανείς και τις κοινωνίες πιο ανθρώπινες. Ανθρώπων που δεν σκέφτηκαν, δεν πρόλαβαν ή δεν θέλησαν ποτέ να δοξαστούν ούτε ως πρωτοπόροι ούτε ως επιφανείς.

Στην Ελλάδα, όσο τα χρόνια περνούν, η κρίση εμφανίζεται με πολλές ιδιοτυπίες που οφείλονται κυρίως στο γεγονός ότι η ελληνική έγινε κατά βάση μια μετα-βιομηχανική καταναλωτική κοινωνία, πριν περάσει από το πολύχρονο στάδιο της βιομηχανικής ανάπτυξης. Ακριβώς για τον παραπάνω λόγο (και σε συνδυασμό με το ότι η ελληνική κοινωνία ήταν απούσα στις μεγάλες ζυμώσεις τις αναγέννησης και του διαφωτισμού) ο μεγαλύτερος κίνδυνος  – μαζί με αυτόν της φασιστικής παραπλάνησης – είναι αυτός μιας παράλληλης πολιτισμικής καθίζησης, δηλαδή μιας παρακμής που δεν θα είναι μόνον οικονομική, θα είναι συνολική. Αυτό γιατί το βαθύτερο νόημα της εποχής μπορεί να μην γίνει ευρέως και μαζικά αντιληπτό, πράγμα που θα έχει ως αποτέλεσμα να μην αναπτυχθούν οι αναγκαίες δυνάμεις ώστε να ξεπεραστεί συνολικά – ολιστικά η κρίση. Θεωρώ ότι το βαθύτερο νόημα αυτής της εποχής (σε επίπεδο ελληνικής ιδιαιτερότητας), είναι ότι ενώ παραμένουμε σε βαθύτατα απαρχαιωμένες οργανωτικές, διοικητικές, οικονομικές και ασφαλώς πολιτικές δομές έχουμε αναπτύξει (και κάποιοι θέλουν πάση θυσία να διατηρήσουν) έναν υπερμοντέρνο καταναλωτικό τρόπο ζωής που συνδυάζεται με ένα σαθρό και χρεοκοπημένο πολιτικό σύστημα. Έναν τρόπο ζωής που λειτουργεί απομονωτικά και απαγορευτικά σε κάθε προσπάθεια ανοίγματος, δημιουργίας και μετάλλαξης της ελληνικής κοινωνίας. Που οξύνει τις ταξικές ανισότητες και συμπιέζει συνεχώς τους πιο αδύναμους.

Και λειτουργεί με αυτόν τον τρόπο γιατί στην νεοελληνική πραγματικότητα (με εξαίρεση κάποιες μικρές αλλά φωτεινές εξαιρέσεις), απουσιάζει μια ουσιαστική δημόσια σφαίρα διαλόγου, προβληματισμού, λήψης αποφάσεων και τελικά δράσεων και συλλογικών ενεργειών. Μια δημόσια σφαίρα ανοιχτή που θα εκθέτει τα «σωστά» και τα «λάθη», θα δημιουργεί αυθεντική κοινή γνώμη και άποψη… που θα ανοίξει το δρόμο προς τη δημοκρατία. Είμαστε διαχρονικά έρμαια της κατεστημένης πνευματικής ηγεσίας (Πανεπιστήμια, Εκκλησία, Μέση και Κατώτερη εκπαίδευση, Επιστημονικά σωματεία, ΜΜΕ κλπ.). Μιας ηγεσίας η οποία ελέγχεται κεντρικά με περισσή φροντίδα σε τέτοιο τρόπο ώστε η «επίσημη άποψη» να παρεμποδίζει την όποια διαμόρφωση «ανορθόδοξων» εκφράσεων της κοινής γνώμης (ακόμη και όταν αυτές είναι απολύτως λογικές) από οποιονδήποτε άλλο φορέα (μεμονωμένων πολιτών και/ή ομάδων πολιτών). Πολλές αυτονόητες «αλήθειες μας» δυστυχώς πολύ συχνά δεν είναι παρά συστηματικά καλλιεργημένες αυταπάτες, που κληρονομούνται άκριτα από γενιά σε γενιά χωρίς διακοπή, χωρίς αμφισβήτηση και επομένως χωρίς αναθεώρηση. Αυτό είναι ένα ζήτημα που – σε συνδυασμό με την επιρροή πολλών «διανοούμενων» (που ξεπέφτουν τάχα όταν ασχολούνται με τα «μικρά και καθημερινά» διότι είναι αποστασιοποιημένοι-θεωρητικοί άρχοντες των «μεγάλων και τρανών») – είναι ένα ζήτημα που συνιστά ένα πολύ σημαντικό εμπόδιο/παράγοντα αποπροσανατολισμού στην πορεία προς τη δημιουργία μιας δημόσιας σφαίρας. Στην Ελλάδα, ακόμη και σήμερα, παραμένουμε χωρίς ταυτότητα αναγκασμένοι να ζούμε με το ένα πόδι στην ανατολή και το άλλο στη δύση, ακριβώς γιατί δεν έχουμε ανοίξει αυτόν τον δημόσιο διάλογο. Όμως ο διάλογος και η ανάγκη για λήψη αποφάσεων από τους ανθρώπους που τα προβλήματα τους αφορούν (τους πολλούς και όχι τους επαγγελματίες πολιτικούς που στην συντριπτική τους πλειοψηφία έχουν προβλήματα άσχετα με την κοινωνία) οδήγησε τους αρχαίους Έλληνες στην επινόηση της έννοιας του πολίτη και επομένως της δημοκρατίας. Χρόνια τώρα καταναλώνεται τόση προσπάθεια, τόση ενέργεια και τόσα αξιακά αποθέματα ώστε να γίνουμε πιστοί ψηφοφόροι και ελάχιστα ξοδεύονται ώστε να γίνουμε ικανοί πολίτες.

Η δημοκρατία είναι το μοναδικό πολίτευμα που έχει ως προϋπόθεση τη συμμετοχή όλων των ανθρώπων, απαιτεί την άμεση συμμετοχή τους, οφείλεται στη συμμετοχή τους, λειτουργεί και διατηρείται χάρις στη συμμετοχή τους και έχει ως σκοπό, μεταξύ άλλων, την πραγματική συμμετοχή των ανθρώπων.

Παράλληλα, ειδικά σήμερα, η σύνδεση και η ταύτιση – που κάνουν πολλοί – της δημοκρατίας με την αριστερά και την λεγόμενη αριστεροσύνη είναι παραπλανητική και αποτελεί μια προσπάθεια ιδεολογικοποίησης της δημοκρατίας που όχι μόνο δεν προάγει τον εκδημοκρατισμό αλλά θολώνει και το τοπίο των κινημάτων-ρευμάτων και των ανθρώπων που επιζητούν αυτή τη ανοιχτή δημόσια σφαίρα. Σε ό,τι αφορά στη δημοκρατία το απαραίτητο στοιχείο είναι η άμεση συμμετοχή των πολιτών, δεν είναι η αντιπροσώπευση αλλά η βιωματική σύνδεση του κοινωνικού με το πολιτικό. Άλλωστε όταν ένα ιδεολόγημα εισχωρήσει βαθιά μέσα στο συνειδητό και στο υποσυνείδητο, ο άνθρωπος που φυλακίζει το μυαλό του μέσα του είναι ικανός για όλα… από την «χρήσιμη» απάτη και το «ωφέλιμο» μίσος μέχρι την «απαραίτητη» βία και τον «αναπότρεπτο» φόνο. Αυτά πιστεύω ότι ισχύουν για όλες τις ιδεολογίες ακόμη και εκείνες που παρουσιάζονται ως «ανθρωπινότερες» είναι ικανές να δημιουργήσουν τέτοιους «ικανούς» ανθρώπους. Έτσι όμως ο άνθρωπος, όταν βρεθεί σε αδιέξοδο, μπορεί να οδηγηθεί σε ψυχικό μαρασμό που αποτελεί την ύστατη και μέγιστη παρακμή που γεννάει άκαρπες και σκοτεινές σκέψεις. Με αυτό τον τρόπο δημιουργείται εκείνη η γνωστή – άγνωστη «κινητήρια» δύναμη που τον εξωθεί σε παρατάσεις και έπειτα σε παράλογες εκρήξεις. Τελικά παθητικά και άσκοπα παγιώνεται μέσα του μια οδυνηρή εσωστρέφεια. Τα παραπάνω δεν αποτελούν μια στείρα καταγγελία (άλλωστε η πλήρης αποϊδεολογικοποίηση δεν είναι ούτε εφικτή, ούτε κατ’ ανάγκη ωφέλιμη, μάλιστα μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα επικίνδυνη) αλλά εστιάζουν στην τεράστια ανάγκη για αποδογματισμό και παράλληλο επαναπροσδιορισμό των αξιών και των ηθικών στοιχείων που τόσο συμπιέστηκαν υπό το τεράστιο βάρος των μεγάλων ιδεολογιών.

Νομίζω επομένως ότι οφείλουμε να δώσουμε στις αποφάσεις μας μια νέα ευκαιρία αναζητώντας ένα νέο συλλογικό και απελευθερωμένο τρόπο στοχασμού που θα είναι ευρέως αποδεκτός και θα βασίζεται σε αξίες που στο κέντρο τους έχουν τον άνθρωπο (από όπου κι αν αυτός προέρχεται και όποια όψη και άποψη κι αν έχει) ως πολίτη μιας ηθικής και αξιακής κοινωνίας/κοινότητας. Μιας κοινωνίας που θα αποφασίζει ανοιχτά τί θα κρατήσει και τί θα απορρίψει, τί θα μεταβάλλει και τί θα επινοήσει. Ο λόγος, κατά τη γνώμη μου, που αποτυγχάνουμε σχεδόν πάντα είναι ο ίδιος… ξεκινούμε με το λάθος ερώτημα. Αναζητούμε – κάθε φορά και σε κάθε ιστορική στιγμή – τί πρέπει να κάνουμε και όχι τί μπορούμε να κάνουμε. Στα αδιέξοδά μας πέφτουμε σχεδόν πάντα στο ίδιο σφάλμα. Χανόμαστε δηλαδή μέσα σε διαμετρικά αντίθετες λύσεις. Αντί να συνειδητοποιήσουμε το πρόβλημα σε όλο το βάθος και την έκτασή του κάνουμε άλματα ιδεαλισμού, ελιτισμού, έτσι χανόμαστε, διαχωριζόμαστε και τελικά καταλήγουμε σε μικρά γκρουπούσκουλα να ελπίζουμε σε απίθανες λύσεις ή να αφομοιωνόμαστε στις λογικές της κοινοβουλευτικής-κρατικής διαχείρισης.

Εάν δεν αναλογιστούμε ξανά την αξία στην αναζήτηση του μέτρου (ως φορέα των μεγάλων πανανθρώπινων αξιών) που θα γεφυρώσει τα χάσματα, θα παραμείνουμε κατακερματισμένοι και θα αναγκαστούμε να υποστούμε παθητικά τη ροπή των γεγονότων. Η ιστορία δεν τελειώνει έτσι απλά, όπως δεν τελειώνει και η ανθρωπότητα. Αν θέλουμε – και όσοι από εμάς θέλουμε – να ζήσουμε το «προνόμιο» της κρίσης ως δυνατότητα (ξεπερνώντας από κοινού τα προβλήματά μας) θα χρειαστεί να ασχοληθούμε συστηματικά τόσο με τον εκδημοκρατισμό της κοινωνίας μας όσο και με τα μικρά και τα καθημερινά προβλήματα (οικονομικά και μη) και να το κάνουμε συλλογικά, ανοιχτά και δημόσια. Τοπικά σε μικρή ή μεγαλύτερη κλίμακα ωστόσο με επιμονή, συνέπεια και συνολικό στόχο τη συνένωσή μας. Έτσι τα μεγάλα και τα τρανά, αν έρθουν, θα έρθουν με τρόπο ουσιαστικό και γνήσιο και αν δεν εμφανιστούν μπορεί να αποδειχθεί ότι ήταν περιττά ή μικρά για την κοινωνία. Όσα ωστόσο εμφανιστούν θα είναι γνήσιο γέννημα πολλών ελεύθερων ανθρώπων που δεν θέλουν να ζουν ανωνυμοποιημένοι, δίχως χαρακτήρα, δίχως ευθύνη, δίχως γνώμη και λόγο. Άνθρωποι του «είναι» και όχι του «έχειν»… πολίτες μιας δημοκρατικής κοινωνίας η οποία, ανοίγοντας νέους εναλλακτικούς δρόμους, αντιστέκεται με ρεαλισμό στην εξαθλίωση και στην παρακμή. Μια κοινωνία που ενώνεται, δημιουργεί, απαιτεί και κερδίζει. Για να πετύχουμε σε αυτό το εγχείρημα χρειαζόμαστε συγκεκριμένες προτάσεις, συνοχή, πολιτική οργάνωση και μια δυνατή-κατανοητή φωνή που θα ενεργοποιήσει εκείνα τα τμήματα της κοινωνίας που συνεχίζουν, ή να εμπιστεύονται αυτούς που τους προδίδουν, ή να παραμένουν στην λογική του «λιγότερο κακού», ή να βυθίζονται στην απάθεια και τον ατομικισμό.

Φυσικά δεν υπάρχει καμία τελεολογική βεβαιότητα ότι αυτός ο νέος κόσμος όντως θα δημιουργηθεί. Κανένα μοντέλο δε μπορεί να προβλέψει τί μπορεί να δημιουργηθεί όταν μιλάμε για κοινωνίες ανθρώπων. Θεωρώ όμως πως για έναν τέτοιο κόσμο – που δεν θα είμαστε αναγκασμένοι να «επιλέξουμε» ανάμεσα στις «μη εναλλακτικές», που δεν θα πρέπει με το ζόρι να διαλέξουμε ή έναν νέο εθνικισμό ή την πλήρη υποταγή στον νεοφιλελευθερισμό – αξίζει να αγωνιστούμε και νομίζω πως θα έχουμε τις πιθανότητες με το μέρος μας αν καταφέρουμε να γίνουμε πολλοί και να παραμείνουμε ενωμένοι.

Ο Γιώργος Κουτσαντώνης γεννήθηκε το 1973 στην Αθήνα. Μετά από επτά χρόνια σπουδών σε μια σχολή ιατρικής της Ιταλίας, εγκαταλείπει την ιατρική και ακολουθεί τη σπουδή της μετάφρασης. Σήμερα ασκεί, ως ελεύθερος επαγγελματίας, το επάγγελμα του μεταφραστή και διερμηνέα. Η ζωγραφική και η συγγραφή παραμένουν δύο μεγάλα πάθη του μαζί με τη συστηματική μελέτη της πολιτικής φιλοσοφίας και κοινωνιολογίας.

πηγή

Οδυσσέας Ελύτης: Τα δημόσια και τα ιδιωτικά

Τα δημόσια και τα ιδιωτικάΠΗΡΕ ΝΑ ΧΕΙΜΩΝΙΑΖΕΙ. Πλήθυναν οι άδειες καρέκλες γύρω μου. Έχω πιάσει γωνιά και πίνω καφέδες, φουμέρνοντας αντικρύ στο πέλαγος. Θα μπορούσα να περάσω έτσι μια ζωή ολόκληρη, αν δεν την έχω κιόλας περάσει.

Ανάμεσα σε μια παλιά ξύλινη πόρτα ξεβαμμένη απ’ τον ήλιο κι ένα κλωναράκι γιασεμιού τρεμάμενο πού, έτσι και συμβεί να μου λείψουν μια μέρα, η ανθρωπότητα όλη θα μου φαίνεται άχρηστη. Σχεδόν σοβαρολογώ. Επειδή εδώ δεν πρόκειται πια για τη φύση, που αυτήν, πιστεύω, είναι πιο σημαντικό να τη διαλογίζεσαι παρά να τη βιώνεις, ούτε καν για την παράδοση. Πρόκειται για τη βαθύτερη εκείνη δύναμη των αναλογιών που συνέχει τα παραμικρά με τα σπουδαία ή τα καίρια με τα ασήμαντα, και διαμορφώνει κάτω από την κατατεμαχισμένη των φαινομένων επιφάνεια, ένα πιο στερεό έδαφος, για να πατήσει το πόδι μου – παραλίγο να πω η ψυχή μου.

Μέσα σ’ ένα τέτοιο πνεύμα είχα κινηθεί άλλοτε, όταν έλεγα ότι ένα τοπίο δεν είναι όπως το αντιλαμβάνονται μερικοί κάποιο, απλώς, σύνολο γης, φυτών και υδάτων. Είναι η προβολή της ψυχής ενός λαού επάνω στην ύλη. Θέλω να πιστεύω – και η πίστη μου αυτή βγαίνει πάντοτε πρώτη στον αγώνα της με τη γνώση – ότι όπως και να τα εξετάσουμε, η πολυαιώνια παρουσία του ελληνισμού πάνω στα δώθε ή εκείθε του Αιγαίου χώματα έφτασε να καθιερώσει μιαν ορθογραφία, όπου το κάθε ωμέγα, το κάθε ύψιλον, η κάθε οξεία, η κάθε υπογεγραμμένη δεν είναι παρά, ένας κολπίσκος, μια κατωφέρεια, μια κάθετη βράχου πάνω σε μια καμπύλη πρύμνας πλεούμενου, κυματιστοί αμπελώνες, υπέρθυρα εκκλησιών, ασπράκια ή κοκκινάκια, εδώ ή εκεί από περιστεριώνες και γλάστρες με γεράνια.

Είναι μια γλώσσα με πολύ αυστηρή γραμματική, που την έφκιασε μόνος του ο λαός, από την εποχή που δεν επήγαινε ακόμη σχολείο. Και την τήρησε με θρησκευτική προσήλωση κι αντοχή αξιοθαύμαστη, μέσα στις πιο δυσμενείς εκατονταετίες. Ώσπου ήρθαμ’ εμείς, με τα διπλώματα και τους νόμους, να τον βοηθήσουμε. Και σχεδόν τον αφανίσαμε. Από το ένα μέρος του φάγαμε τα κατάλοιπα της γραφής του και από το άλλο τού ροκανίσαμε την ίδια του την υπόσταση, τον κοινωνικοποιήσαμε, τον μεταβάλλαμε σε έναν ακόμα μικροαστό, που μας κοιτάζει απορημένος από κάποιο παραθυράκι κάποιας πολυκατοικίας του Αιγάλεω. Δεν αναφέρομαι σε καμιά χαμένη γραφικότητα. Ούτε θυμάμαι να ‘χω ζήσει σε καμιά καλή εποχή για να τη νοσταλγώ. Απλώς, δεν ανέχομαι τις ανορθογραφίες. Με ταράζουν. Νιώθω σαν ν’ ανακατώνονται τα γράμματα στο ίδιο μου το επώνυμο, να μην ξέρω ποιος είμαι να μην ανήκω πουθενά. Τόσο πολύ αισθάνομαι να είναι η ζωή μου συνυφασμένη μ’ αυτήν την «υδρόγεια λαλιά», που δεν είναι παρά η οπτική φάση της ελληνικής λαλιάς, της ικανής με τη διπλή της υπόσταση να ομιλεί και να ζωγραφίζει συνάμα. Και που εξακολουθεί αθόρυβα όσο και δραστικά, παρά τις άνωθεν επεμβάσεις, να εισχωρεί ολοένα μέσα στην ιστορία και μέσα στη φύση που τη γέννησαν, έτσι ώστε να μετατρέπει τεράστιες ποσότητες παρελθόντος χρόνου σε παρόν, και να μετατρέπεται από το παρόν αυτό σε όργανο προικισμένο με τη δύναμη να οδηγεί τα στοιχεία της ζωής μας στην πρωτογενή, φυσική τους αλήθεια. Όμως, για να το αντιληφθεί αυτό κανείς, πρέπει να ‘χει περάσει απ’ όλες τις διεργασίες, όσες απαιτούνται για να μπορεί να διακρίνει που κείται το καίριο. Το καίριο στη ζωή αυτή κείται πέραν του ατόμου. Με τη διαφορά ότι αν δεν ολοκληρωθεί κανείς σαν άτομο – κι όλα συνωμοτούν στην εποχή μας γι’ αυτό -αδυνατεί να το υπερβεί.

Σ’ αυτό το σημείο σταύρωσης βρισκόμαστε σήμερα, που οι περισσότεροι αδυνατούν, επί παραδείγματι, να εκτιμήσουν την υγεία επειδή δεν έτυχε ν’ αρρωστήσουν, ή επειδή -το χειρότερο- θεώρησαν «καίριο» την αρρώστια. Ο μηχανισμός μιας λειτουργίας όπως αυτή αντανακλά πάνω στη λογοτεχνία μας, την καταδυναστεύει, την υποβάλλει σ’ ένα είδος παραμορφωτικής αρθρίτιδας, που εξαιτίας μιας μακράς και συνεχούς τακτικής εκλαμβάνεται ως η μόνη φυσιολογική.

ΑΡΧΙΣΕ ΤΩΡΑ και να ψιλοβρέχει. Έχω αποτραβηχτεί πίσω από την τζαμαρία και παρακολουθώ τον γέρο Λεμονή, που τρέχει κατά το μόλο φωνάζοντας και χειρονομώντας. Θα του λύθηκε το παλαμάρι της βάρκας. Ε, αυτός είναι κι αν είναι, κυριολεκτικά, μ’ έναν παλιό πουνέντε στο γύρο του προσώπου του. Αγρότης και ναυτικός συνάμα. Ένας από τούς τελευταίους διαχρονικούς Έλληνες, με τις γερές του πλάτες, το πυκνό λευκό του μαλλί και το κορμί του το κεραμιδί που σου υποβάλλει την ιδέα ότι θα μπορούσε να ‘ναι κι ένας υπήκοος της Κρήτης του Μίνωα. Δούλος ίσως, αλλά σε απόσταση αναπνοής από τον άρχοντά του. Και αυτό έχει σημασία. Επειδή έκτοτε δεν παρατηρήθηκε, ως φαίνεται, σε κανέναν από τους πολιτισμούς που γνωρίζουμε. Τα μικρά μεγέθη, ο περιορισμένος πληθυσμός, η περίπου ανυπαρξία καταναλωτικών αγαθών, μείωναν τις διαφορές ανάμεσα στα κοινωνικά στρώματα, έτσι που η πλάστιγγα να γέρνει πάντοτε από το μέρος της ποιότητας και του καλού γούστου, που ή υπάρχουν διάχυτα στον αέρα για τον καθένα ή δεν πουλιούνται στην αγορά ώστε να μπορούν να τα προμηθεύονται οι ολίγοι. Και μολονότι το άτομο στα χρόνια εκείνα έμοιαζε το ίδιο ισχυρά σβησμένο πίσω από την τεχνουργία όσο και στα χρόνια της πλέον ακμαίας χριστιανοσύνης, θα έλεγε κανένας ότι προηγουμένως είχε προφτάσει να ολοκληρωθεί, θέλω να πω να εξαντλήσει όλους τους πόρους της ψυχικής του ευφορίας, ώστε να κόβει λουλούδι και για να το χαίρεται και για να το εκμεταλλεύεται χωρίς να σημειώνεται πουθενά το παραμικρό χάσμα. Μπορεί να φαίνεται παράξενο, αλλά δικαιολογημένα υποψιάζεται κανείς ότι η λατρεία της σωματικής δύναμης -που όσο πιο πίσω πάμε τόσο πιο ισχυρή τη βρίσκουμε- παραχωρούσε τότε τη θέση της σε (η , αν αυτό πάει πολύ, συνυπήρχε με) μιαν ανάμεικτη από ηδυπάθεια κι ευωδία λωτού τρυφερότητα, διόλου διαφορετική από την «τρυφερότητα των μαστών» που αντικρίζανε καθημερινά γύρω τους οι κάτοικοι της Κρήτης εκείνης και με τη γνωστή πλαστική τους ευκρίνεια, διασώσανε στα έργα τους.

Αυτό θα πει να μπαίνει ένας πολιτισμός όχι στην ιστορία με πολέμους αλλά στη ζωή με τον ήλιο στην κοιλιά. Ολόκληρο το δυναμικόν που θ’άντιστοιχούσε στη διεξαγωγή εχθροπραξιών θα διοχετεύεται στην ερωτική συζυγία με τη φύση και στη διαιώνιση των καρπών ενός τέτοιου γάμου. Ίσως αυτά όλα (χρειάζεται να το πω) να μη συμπίπτουν πάντοτε, ή και καθόλου, με τα συμπεράσματα της επιστήμης. Αλλά εγώ λέω αυτά που διαβάζω στα μόνα κείμενα που μας άφησαν και που είναι τα έργα των χειρών τους. Φτάνει κανείς και από τις άκρες και από τις οφιοειδείς γραμμές στην αποκατάσταση μιας ηθικής της ομορφιάς, που πιθανόν κάποτε στον κόσμο αυτό να επεκράτησε. Ότι καμιά σημαντική πολιτεία δεν ήταν κτισμένη σε μέρος που να προσφέρει αμυντικά πλεονεκτήματα, όπως οι κατοπινές ακροπόλεις ή τ’ αμέτρητα κάστρα του Μεσαίωνα, καθώς επίσης και το γεγονός ότι δε συναντάμε παρά σπάνια την ύπαρξη οχυρωματικών έργων συνηγορούν άμεσα με την άποψη αυτή. Όπως συνηγορούν έμμεσα όλα τα έργα τέχνης που μας άφησαν. Από τις νωπογραφίες αρχινώντας, όπου η χρωματική αντίληψη εκδηλώνεται με μιαν αθωότητα που χρειάστηκε να περάσουν χιλιετίες όχι καν για να την ξαναβρούμε αλλά με κόπους και με γνώση να την ξαναφτιάξουμε περνώντας ύστερα στους απείρου ποικιλίας δακτυλιολίθους, αυτά τα ωάρια ενός κόσμου μαγικού, όπου οι συγχορδίες της φαντασίας και της δεξιοτεχνίας καταφέρνουν να συγκροτήσουν έναν σωστό Πανδέκτη του σχηματολογικού δυναμικού της ύλης έως, τέλος, τ’ αντικείμενα τους της καθημερινής ζωής, πιο δυναμικά ετούτα, εάν όχι κάποτε και βάρβαρα, όμως με μιαν ανεξάντλητη στα σχήματα και στα μεγέθη ευρηματικότητα.

Εδώ, δεν ξέρω πως να το πω, αλλά αισθάνομαι κάτι σαν ζήλια, που είναι παράπονο συνάμα κι ευχή. Να τι εννοώ. Θα ήθελα να μπορούσαν αυτά όλα να βρίσκονται σε συνεχή συνεννόηση με τον ήλιο. Να υπάρχει και γι’ αυτά μια φωτοταξία, που, όπως εξασφάλιζε στα φυτά τη χλωροφύλλη την απαραίτητη για να ανανεώνονται αέναα και να μας βρέχουν το μάτι με τη δροσιά τους, να υπαγορεύει και σ’ αυτά ορισμένα χαρακτηριστικά σκιρτήματα, προικισμένα με τη χάρη, ακόμη και μέσ’ απ’ τις πιο τρομερές θεομηνίες, που τσακίζουν πολιτισμούς και αφανίζουν ακεραιότητες λαών, να πηδούν από τον ένα στον άλλον αιώνα και να περνούν βελονιές πάνω στο δέρμα του χρόνου. Να περνά η Παριζιάνα της Κνωσού στη συλλέκτρια των κρόκων της Θήρας, κι αυτή στην Κόρη με τον θαλλόν μυρσίνης, της Πάρου, κι αυτή στη Μυροφόρο τη ρόδινη με τη λαμπάδα, κι αυτή στην ωραία Αντριάνα των Αθηνών, κι αυτή στην Κόρη με το ρόδι της Αίγινας. Αν όχι τίποτε άλλο, επειδή κατοικούμε στα ίδια χώματα.

ΤΩΡΑ ΟΙ ΤΡΙΛΙΕΣ ΤΩΝ ΠΟΥΛΙΩΝ που άκουγα τα ξημερώματα πρέπει να ‘χουν φτάσει μακριά, να τρέχουν μια δω μια κει και να συρράπτουν τα κομματάκια της πραγματικότητας, τέτοιας που την εκαταντήσαμε. Να μπορούν οι θεοί να διαβάσουν τι γίνεται δω πέρα. Στα πλαϊνά μου τραπέζια οι ντόπιοι αυτοί έχουνε πέσει με τα μούτρα στις εφημερίδες που μόλις έφερε το μεσημεριανό αεροπλάνο. Μυστήριοι άνθρωποι. Τους ξέρω χρόνια, τους παρακολουθώ, τους μελετώ σαν να ‘τανε πειραματόζωα. Στις κοινωνικές τους σχέσεις, τις οικογενειακές αλλά και τις επαγγελματικές, συμπεριφέρονται με μιαν ευθύτητα και μια ψυχική ευγένεια που μαρτυρούν κοιτάσματα χρυσού στο προγονικό τους υπέδαφος. Η κρίση τους είναι καθαρό μαχαίρι. Κόβει τα πράγματα σε καλά και κακά, μαύρα και άσπρα, όπως μας τα ‘μαθε η μάνα μας. Έτσι όμως κι εμπλακούν στα συνθήματα που τους προσφέρουν με τον δικό τους, δόλιο τρόπο οι πολιτικές παρατάξεις, η καθαροσύνη αυτή χάνεται. Και τα μεν και τα δε είναι όλα καλά εάν βρίσκονται από το μέρος μας και όλα κακά εάν βρίσκονται από το άλλο. Δεν υπάρχει τρόπος να χωριστούν αλλιώς. Ούτε κανείς βιοχημικός η οφθαλμολόγος θα μπορούσε να μας εξηγήσει πως γίνεται τόσο ετερόκλητα πράγματα ν’ αποκτούν έξαφνα το ίδιο χρώμα και να θολώνουν το ίδιο μυαλό. Και το ωραίο είναι ότι σε τελικήν ανάλυση, τη νύφη την πληρώνεις εσύ, που βρίσκεσαι απ’ τους απ’ έξω. Δεν τολμάς να τραβήξεις μιαν από τις αξίες που πιστεύεις ότι ικανοποιούν την εθνική σου φιλαυτία, και βλέπεις να βγαίνουν μαζί της ένα σωρό άνθρωποι των χρηματιστηρίων, που ανεβοκατεβαίνουν στην κόλαση όπως στο σπίτι τους. Δεν κοτάς ν’ αγγίξεις μιαν από τις αξίες που ικανοποιούν τα αισθήματά σου για κοινωνική δικαιοσύνη, και βρίσκεσαι να «κάνεις πορεία» μ’ έναν συρφετό ανθρώπων που δεν έχουν δική τους σκέψη αλλά την περιμένουν από τον καθοδηγητή τους.

Έτσι όμως η ψυχή μας υποχρεώνεται να κυλήσει πάνω σε δύο γραμμές που αδυνατούμε να παραλληλίσουμε. Ο εκτροχιασμός είναι αναπόφευκτος. Θεέ μου! Κι εγώ που ονειρευόμουν να παραλληλιστούν άλλου είδους γραμμές, κι απέβλεπα στις συντεταγμένες του γυμνού σώματος και της δικαιοσύνης, της άλκης και της ιερότητας, του παρθενικού και του ηδυπαθούς! Που ζητούσα να καθαγιασθούν πρώτα μέσα στο άδυτον του κάθε ιδιώτη τα «κοινά», και έτσι μόνον να γίνουν κανόνες ζωής για όλους, με το ίδιο ήθος και την ίδια δύναμη.

Ουτοπία; Μπορεί, γιατί όχι; μια εκδοχή ανάμεσα στις άλλες είναι κι αυτή, μόνο που έχει λιγότερες πιθανότητες. Κι ύστερα κακολογούν τους ποιητές ότι δεν έχουν τη δύναμη ν’ αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα, μόνον κάθονται και ρεμβάζουν. Καλά κάνουν. Να βάζεις με το νου σου αβρά πράγματα, και μάλιστα να τα βλέπεις απ’ την ανάποδη, χρειάζεται να ‘σαι σκληρός. Η μήπως αδιάφορη και σκληρή δε δείχνει πάντα να είναι μέσα στις συμφορές μας η φύση; Μα είναι; ‘Η ζητάει τ’ αδύνατα; Να εκπληρώσει τον προορισμό της, χωρίς ν’ αφεθεί να κλονιστεί από το χτυποκάρδι μας; Αυτό είναι. Το ‘νιωσα δυνατά στον πόλεμο, πάνω στην υποχώρηση του ’41, μέσα στο φούντωμα της άνοιξης, όταν έδινα βουτιά στα ριζά των ολάνθιστων σύδεντρων για να καλυφθώ από τα γερμανικά στούκας. Με το μάγουλο στο υγρό χώμα ζητούσα βοήθεια, συμπόνια, προστασία να μού ψιθυρίσουν αυτά τα μπουμπουκιασμένα κλωνιά έναν παρήγορο λόγο. Τίποτε. Το μόνο που ζητούσαν ήταν να μου υποβάλουν το «αιώνιο» που είχαν ταχθεί ν’ αντιπροσωπεύουν. Έτσι ο ποιητής. Σκληρός. Και να ζητάει τ’ αδύνατα.

Ώ να μπορούσανε, λέει και τα οργανωμένα κράτη να διαμορφώσουν μια δημόσια ζωή με
νόμους σαν αυτούς που διέπουν το άτομο. Να επιφοιτούσε στα κοινά η ψυχή, και μια
διαταγή του υπουργείου Υγείας να ξαπόστελνε στα εργοστάσια επεξεργασίας απορριμμάτων όλες τις πενταροδεκάρες των συμφερόντων, για να βγουν έστω και λίγα γραμμάρια ομορφιάς. Να έπαιρνε πότε πότε η συνεδρίαση του Κοινοβουλίου τις προεκτάσεις που παίρνει ένα δάκρυ όταν διαθλά τις αθλιότητες όλες κι απομένει να λάμπει σαν μονόπετρο. Κοντολογίς, να μπορούσαν και τη σημασία των λαών να τη μετράνε όχι από το πόσα κεφάλια διαθέτουνε για μακέλεμα, όπως συμβαίνει στις μέρες μας, αλλά απ’ το πόση ευγένεια παράγουν, ακόμη και κάτω από τις πιο δυσμενείς και βάναυσες συνθήκες, όπως ο δικός μας ο λαός στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, όπου το παραμικρό κεντητό πουκάμισο, το πιο φτηνό βαρκάκι το πιο ταπεινό εκκλησάκι, το τέμπλο, το κιούπι το χράμι όλα τους αποπνέανε μιαν αρχοντιά κατά τι ανώτερη των Λουδοβίκων. Τι σταμάτησε αυτά τα κινήματα ψυχής που αξιώθηκαν κι έφτασαν ως τις κοινότητες; Ποιος καπάκωσε μια τέτοιου είδους αρετή, που μπορούσε μια μέρα να μας οδηγήσει σ’ένα ιδιότυπο, κομμένο στα μέτρα της χώρας πολίτευμα; Όπου το κοινόν αίσθημα να συμπίπτει με κείνο των αρίστων. Τι έγινε η φύση που μαντεύουμε αλλά δεν τη βλέπουμε; Ο αέρας που ακούμε αλλά δεν τον εισπνέουμε;

Κουράστηκα να τα λέω. Θα ‘θελα να μην είχα πια τίποτα να πω, αλλά πως, που νιώθω να ‘μαι ακόμη γεμάτος, φορτωμένος με τόνους ανέμων, τσουβάλια Ιουλίων, καλαθούνες ανθέων… τα μώβ ξεχειλίζουν. Τα σκούρα μου κόβουν τους αγκώνες. Πολλά γαιώδη μουλιάζουν τα ρούχα μου. Άλλα, ελαφρότερα, γίνονται στοές, ρόπτρα, γεφυράκια, τρούλοι. Ανάγκη να ξεφορτώσω. Πως όμως, που αυτά πλέον έγιναν στοιχεία του οργανισμού μου; Έτσι και τ’ άδειάσω, έσβησα.

ΣΑΝ ΝΑ ΞΑΝΟΙΞΕ ο καιρός. Παίρνω σιγά σιγά τον ανήφορο, κείνον με τις φαγωμένες, ανώμαλες πλάκες που μ’ αρέσει. Περπατώ βλέποντας χρόνους πολλούς πίσω από το κάλυμμα της συνήθειας. Ξέρω με κάθε λεπτομέρεια πώς και γιατί χτίστηκε το τοιχάκι της εκκλησίας έτσι σε τόσο ανισόπεδο έδαφος. Αναγνωρίζω την αρχική μορφή που πρέπει να είχε το σπίτι με τις τρεις κολόνες. Αποδίδω τη δέουσα βαρύτητα στη σημασία που έχει ένας τενεκές με ηλιοτρόπια στο κεφαλόσκαλο μιας εσωτερικής αυλής. Συνελόντι ειπείν, έχω γίνει ένας μικρός Παυσανίας των αισθήσεων και των αναλογιών τους στο πνεύμα, που πιότερο από τα μνημεία ενδιαφέρεται για κάτι δαφνώνες, απ’ αυτούς με τα δυνατά πράσινα πού, μόνον να τα θωρείς, σου στιλβώνουν μάτι μαζί και ψυχή. Και που του αρέσει γράφοντας -πρέπει να το προσθέσω κι αυτό -να μην ξύνει απλώς το χαρτί αλλά να σκάβει και ν’ ανακαλύπτει συνεχώς την Ελλάδα που προϋπάρχει μέσα του και που, αν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, ολίγον ενδιαφέρει. Έχει τον καιρό ν’ ακολουθήσει η πραγματικότητα. Προηγουμένως, είναι ανάγκη να πλασθεί απ’ τη σκέψη. Μια σκέψη που, αν τη σπάσεις, η χούφτα σου θα γεμίσει από σπόρια συγκινήσεων, ευαισθησιών, ανατάσεων, δακρύων.

Φτάνω τώρα στο μαντρότοιχο απ’ όπου ξεπροβέλνουν τα κεφάλια τους, λες και σηκώνονται στις μύτες των ποδιών τους, οι μανταρινιές, οι πορτοκαλιές, οι νεραντζιές. Λάμπουν και γυαλίζουν, με φρεσκοπλυμένο μάγουλο απ’ τη βροχή. Παράξενο μου φαίνεται κάθε φορά που το συλλογίζομαι ότι δε γνώριζαν οι Ίωνες τα εσπεριδοειδή -τόσο πολύ, πιστεύω, η σκέψη τους αναδίδει τη σπιρτάδα των κίτρων. Ιδού ένας ακόμη „κατ’ αναλογίαν“ συσχετισμός, που κάνει τούς περισσότερους να υψώνουν τα χέρια μπροστά σε κάθε ρήση ποιητική που δεν είναι γνώσεις από κρέας ωμό αλλά αίνιγμα σπινθηροβόλο, με τη λύση του μεταποιημένη σ’ ευωδιά. Σ’ αυτό το κεφάλαιο είμαι πολύ ευαίσθητος. Η ροπή μου καταντά διαστροφή. Κι όμως, πουθενά δε βρίσκω αισθητοποιημένη με τόση ενάργεια, την έννοια της αθωότητας όσο στα μυριστικά χόρτα. Όπως της καθαρότητας και της διαφάνειας σε μια λαμπερή νεροσταγόνα, ή του καθαρμού και της ψυχικής ασηψίας στον ασβέστη. Χωρίς τις ηθικές προεκτάσεις που έλαβαν εν συνεχεία, θα μου ήταν αδύνατο να κατοχυρώσω τη «λιγοσύνη» σαν κεφάλαιο πολύτιμο για το σύνολο, που να το μεταφέρω κατόπιν, με την ίδια ισχύ, στο άτομο. Άλλοι ας αναλώνονται κι ας περιορίζονται σε αυτά που υπάρχουν. Πού, βέβαια, είναι τα περισσότερά τους δεινά και τα καταγγέλνουν. Ας υπάρχει κι ένας που να διατηρεί το δικαίωμα να προσβλέπει σε αυτά που δεν υπάρχουν αλλά θα έπρεπε και θα μπορούσαν να υπάρχουν. Ο κόσμος των φυτών με γοήτευσε. Αείποτε μ’ εξέπληξε. Περισσότερο και από τον κόσμο των άστρων κατάφερνε να μου υποβάλλει το μυστήριο της ζωής. Αποπνέει ένα είδος αγιοσύνης, που δοκίμασα να το εκφράσω, ακόμη και με ανορθόδοξα μέσα, όταν αισθάνθηκα να είμαι αρκετά καθαρός στην ψυχή για να το αποπεφαθώ. Μετατρέποντας το φυτό από ουδέτερο σε θηλυκό, και θεωρώντας το σαν κόρη, περίπου, αγία ή θεά, ζωγράφισα, χωρίς να είμαι ζωγράφος, και μάλιστα σε πολλές παραλλαγές, μια θεά Φυτώ, που της έβαλα βυσσινιά δυνατά και χρυσά και φωτοστέφανο στο κεφάλι, με την ελπίδα να μπορεί δίπλα μου να ενσαρκώνει κείνον τον αέρα που έρχεται σαν από θαύμα μεσ’ απ’ τα έγκατα της γης και να υποκαταστήσει όσα και σαν ειδωλολάτρες και σαν χριστιανοί διακονήσαμε στο βωμό του Ποσειδώνα και της Παρθένου.

ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΠΩΣ ΤΟ ΕΝΣΤΙΚΤΟ του γραφιά μέσα μου, του μανιακού πολέμιου της προχειρότητας μ’ έχουν μονοχνοτίσει. Φέρτε μου τον Θεό, θα συνεννοηθώ αμέσως. Με τους ανθρώπους είναι το δύσκολο. Καθώς γυρνάω στο σπίτι αργά για φαγητό, βρίσκω την κυρία Ευγενία να τα έχει όλα έτοιμα, σκεπασμένα, και να κάθεται με θρησκευτική προσήλωση μπροστά στο ραδιόφωνο. Βέβαια, το λόγο κάποιου πολιτικού αρχηγού ακούει μολονότι αμφιβάλλω αν καταλαβαίνει καλά. Κι όχι επειδή δεν έχει την απαιτούμενη μόρφωση· τουναντίον, επειδή ο λόγος δεν έχει την απαιτούμενη δομή τη στοιχειώδη. Άλλ’ αντ’ άλλων. Φτήνια και μακρηγορία χωρίς αντίκρισμα. Έτσι μου ‘ρχεται να της το κλείσω. Αν όχι να βγω στα μπαλκόνια να το φωνάξω: Τίποτε απ’ όλ’ αυτά που περιφέρουν, επί αιώνες τώρα, στα σχολεία, στις εκκλησίες, στις κομματικές συγκεντρώσεις, δεν παίρνει διαβατήριο για την ψυχή, αν προηγουμένως δεν έχει την οφειλόμενη θεώρηση από τα μέσα τα εκφραστικά. Οι νόμοι της τέχνης είναι και νόμοι της ζωής. Ο πολιτικός οφείλει να μη διαφέρει σαν αντίληψη απ’ τον καλλιτέχνη. Και στην αντίληψη τού καλλιτέχνη ο αγώνας για τη σωτηρία του ανθρώπου είναι αγώνας για την ορθή έκφραση, και τίποτε άλλο. Σε τέτοιο σημείο, που θα έλεγα ότι και οι πλέον αντίθετες τοποθετήσεις απέναντι στο ίδιο πρόβλημα εξισώνονται αν η εν τέχνη δικαίωση τους είναι του αυτού υψηλού βαθμού. Η ποιότητα στηρίζει τούς θεούς, κι είναι για να μην το ‘χουν κατανοήσει εγκαίρως οι Ιερείς που παιδεύεται άδικα η ανθρωπότητα.

ΤΟ ΜΟΝΟ ΠΡΑΓΜΑ που παίρνει μαζί του πεθαίνοντας ο άνθρωπος είναι το μικρό εκείνο μέρος της περιουσίας του που ίσα ίσα δεν ενδιαφέρει κανέναν άλλο. Κάτι λίγες αισθήσεις ή στιγμές· τρεις νότες κυμάτων, την ώρα που το μαλλί το παίρνει ο αέρας με τα γλυκά ψιθυρίσματα μες στο σκοτάδι, ολίγες μέντες από δυο κοντά κοντά βαλμένες ανάσες, ένα τραγούδι βαρύθυμο, σαν βράχος μαύρος, και το δάκρυ, το δάκρυ της μιας φοράς, το για πάντοτε. Όλα όσα, μ’ άλλα λόγια, κάνουν την αληθινή του φωτογραφία, την καταδικασμένη να χαθεί και να μην επαναληφθεί ποτέ.

Αποδίδω μεγάλη σημασία σ’ αυτό το έσχατο του εαυτού μας αντίτυπο. Που, εάν συμβαίνει να διακρίνουμε πίσω του αφρισμένη τη θάλασσα ή λευκό το σπιτάκι, να προσπερνάμε, τάχατες οι ανώτεροι εμείς, παρά να γονυπετούμε και να κάνουμε το σταυρό μας με δέος. Ένα εικόνισμα είναι κι αυτό το πελαγίσιο κομμάτι που το ξύλο του έχει μαυρίσει από τους καπνούς παλαιών αγώνων αλλά που τ’ αγιωτικό του αναδίδει ακόμη Αναξίμανδρο. Μιλώ μ’ έναν φανατισμό που δεν είναι παρά σωφροσύνη στον κύβο. Να ‘σαι σκληρος απέναντι στο μέλλον σου μαρτυρεί πόσο τρυφερός είσαι ήδη απέναντι στα στοιχεία που κρυφά προσφέρεις για να το συνθέσουν. Αλλά ποιο μέλλον; Τίνος; Το απώτερο, το μετά κάθε ιδιώτη μέλλον, που αυτό είναι και το δημόσιο. Πάνω σε τέτοιου είδους λατρευτική στάση, φαντάζομαι θα ήταν δυνατόν να συμπέσουν οι κορυφαίοι της πολυθεΐας και οι άγιοι πάντες της χριστιανοσύνης. Με τον ίδιο τρόπο που σ’ένα πέτρινο, σχεδόν διάφανο ειδώλιο που λευκάζει κι αναδύεται από τα κύματα συμπίπτουν οι λιγοστές γραμμές της Πάρου ή της Σικίνου και οι πτυχές του μανδύα μιας αγίας Μαρίνας, η μιας Διαμάντως που εναποθέτει λουλούδια στον επιτάφιο. Περιμένω τον καλλιτέχνη -που όσο περνάν τα χρόνια τόσο λιγότερες πιθανότητες υπάρχουν ν’ αναφανεί-τον ικανό να στήσει, αποστραγγίζοντας όλο το απόθεμα του θυμητικού μας, το μνημείο στον «άγνωστο ιδιώτη». Όπως ως τώρα εστήσαμε σε κάθε γωνιά του τόπου μας κάποιο μνημείο στον «άγνωστο στρατιώτη». Θα πρέπει να βγαίνει από την κυανή και λευκή Μεγάλη του Γένους Σχολή και ν’ αντανακλά όλο φως πάνω στην πίσσα της Ευρώπης που θάβουμε σήμερα εν όψει μιας άλλης που μοιάζει να γεννιέται. Χωρίς διάκριση. Πάνω στους μέλανες δρυμούς, στα τέρατα της Chartres και του Duomo, τους Καρτέσιους και τους Καλβίνους, τους Κάντ και τους Μάρξ, τον Πάπα —Θεός σχωρέσει τους.

ΕΤΣΙ ΚΑΙ ΝΤΧΤΩΣΕΙ αρχινά η δική μου δεύτερη μέρα. Η πρώτη θέλει μπλάβα πέλαγα, η δεύτερη, τέσσερις τοίχους, χειρόγραφα και ποτό. Ένα μαύρο δαιμόνιο, μα όλο λευκότη στην ψυχή, με σκουντάει στον ώμο, συγκρατεί το χέρι μου: «Μη , όχι έτσι, αλλιώς», «Όχι έτσι, αλλιώς». Να μη βγει κακός λόγος από το στόμα μου, να μη βγει παράπονο. Αυτό θέλει. Κι άλλα μικρά δαιμόνια, παρόμοια, μου εμφανίζονται κατά καιρούς, κρατώντας εικόνες, χρωματιστά γυαλιά, χάρτινα βαπόρια φωταγωγημένα. Είναι φιλικά, μου γνέφουν κιόλας πότε πότε: «Μην ακούς», «Κάνε τη δουλειά σου», «Εδώ είμαστ’ εμείς». Μόνον άνωθεν το κουράγιο. Κι όχι πάντοτε. Είναι βραδιές όπου η στεναχώρια μόλις που χωράει, πάει να σπάσει τούς τοίχους. Μένω μόνος ώρες μπροστά σ’ένα τετράγωνο παράθυρο κομμένο επάνω στο σκοτάδι. Δεν περνάει ούτ’ ένας άνθρωπος. Πουθενά κανένα φως. Μόνον ο φάρος πέρα εκεί κατάμονος κι αυτός, πεισματικός, ολοένα πάνω στο τρία του και στο ένα του.

Στη μοναξιά υπάρχουν κι εκεί όπως μέσα στη γλώσσα, ιδιώματα. Το δικό μου πρέπει να ‘ναι της πλέον ακατοίκητης ερημονησίδας. Αλλιώς δεν εξηγείται πως τα λόγια μου, ενώ τα κατευθύνω στο κέντρο των ενδιαφερόντων του κόσμου, ηχούν απόμακρα ή χάνονται ολότελα. Τα φωνήεντά μου, τα «α» μου και τα «ε» μου, δε γίνεται φαίνεται να τα πιάσεις σε καμιά συχνότητα. Το πολύ ν’ ακούσεις κάτι σαν τραύλισμα κυμάτων επάνω στα βότσαλα. Παραμένω, έτσι ένας ιδιώτης απαρηγόρητος, που δεν καταφέρνει ν’ ανήκει πουθενά, σε καμιά κοινότητα, ούτε καν των ποιητών αφού τα σκάφη μας μήτε που συναντιούνται θά’λεγες, για τη χαρά έστω να σφυρίξει το ένα για να χαιρετίσει το άλλο. Φαίνεται ότι στην προσπάθειά μου να τους πλησιάσω, τα ρεύματα με παρασύρουν και με παν έξω από την περιφέρεια. Τουλάχιστον έτσι αν όχι τίποτε άλλο, επαληθεύεται κάποια γνησιότητα ή οχι; Πως να κρίνεις. Η φουρτούνα που περιγράφεις δεν είναι ποτέ η φουρτούνα που αντιμετωπίζει πραγματικά ο ναυτικός. Πρέπει το «σκόρτσο» να το αντιμετωπίζεις και στην έκφραση. Έτσι πρέπει να κρίνεις. Ένα μαύρο δαιμόνιο, μα όλο λευκότη στην ψυχή, με σκουντάει. Κι άλλα πολλά, μικρά, μου παραστέκουν. Έτσι γλυκιά, έτσι όμορφη, πώς έγινε η ζωή; Όλο τη βλασφημούν κι όλο αρπάζονται απάνω της οι άνθρωποι. Γαλήνιοι παραμένουν οι τάφοι και ο χρόνος άδηλος.

Κλαίω με δάκρυα που γυαλίζουν κάπου αλλού, μακριά, σ’ ένα χώρο κατοικημένο από
πλάσματα υπέροχα, που ίπτανται λίγο πιο πάνω από την ίσαλο του θανάτου. Ποιος είμαι; Ποιος υπήρξα; Νιώθω να μ’ έχει αρπάξει μια φυλλωσιά θάλασσας, όλο ευδαιμονία και οδύνη, σαν να ‘ναι λιωμένος κι αποχριστιανωμένος Πλωτίνος. Ορθάνοιχτα όκια με παρακολουθούν από παντού. Τρέμουν, τρίζουν τα κατάρτια και οι μορφές των αγίων. Πως βγήκα μέσ’ από τη δυστυχία; Ποιος άδει; Τι είναι αυτά τα δυνατά κίτρινα και κόκκινα και τα κομμάτια του τοίχου με τον ασβέστη; Α ναι, είμαι το παρελθόν των δακρύων ίσως γι’αυτό να μ’ αναγνωρίζουν. Ίσως γι’αυτό ν’άρμυρίζω. Υπήρξα κάποτε, αυτό είναι αλήθεια. Τρέμουν, τρίζουν τα δαιμόνια. Δῆλον δὲ ὅτι δεῖ καὶ τοῖς ἄλλοις δαίμοσι τούτους ἀρμόσαι εἴπερ δεῖ φύσιν εἶναι καὶ οὐσίαν μίαν καθὸ δαίμονες δαιμόνων, εἰ μὴ κοινὸν ὄνομα ἔξουσι μόνον. [1]

ΤΕΛΟΣ

[1] Εἶναι κομμάτι ἀπὸ τὸν Πλωτίνο, „Περὶ ἔρωτος“, Ἐννεὰς Γ/, 3,5 (50): Ἀλλὰ τί δὴ χρὴ λέγειν περὶ τοῦ Ἔρωτος καὶ τῆς λεγομένης γενέσεως αὐτοῦ; Δηλον δὴ ὅτι δεῖ λαβεῖν τὶς ἡ Πενία καὶ τὶς ὁ Πόρος, [2], καὶ πὼς ἀρμόσουσιν οὗτοι γονεῖς εἶναι αὐτώι. Δῆλον δὲ ὅτι δεῖ καὶ τοῖς ἄλλοις δαίμοσι τούτους ἀρμόσαι εἶπερ δεῖ φύσιν εἶναι καὶ οὐσίαν μίαν καθὸ δαίμονες δαιμόνων, εἰ μὴ κοινὸν ὄνομα ἔξουσι μόνον.

Μετάφραση: Αλλά τι πρέπει να πούμε σχετικά με τον Έρωτα και για τα όσα λέγονται για τη γέννηση του; Είναι φανερό ότι πρέπει να διαπιστώσουμε ποιος είναι ο Πόρος και ποια η Πενία και κατά πόσον αυτοί ταιριάζουν σαν γονείς του. Και είναι φανερό ότι αυτοί (οι ιδιότητές τους) πρέπει να ταιριάζουν και στους άλλους δαίμονες, διότι οι δαίμονες αυτοί καθ‘ αυτοί πρέπει να έχουν την ίδια φύση και την ίδια ουσία και όχι μόνο ένα κοινό όνομα.

[2] Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία ο Έρωτας ήταν παιδί του Πόρου (= δρόμος,
πλούτος, περιουσία ) και της ά-πορης Πενίας (= φτώχεια). Βλέπε: Πλάτων, Συμπόσιον, 203b

Διονύσης Σιμόπουλος: Να γίνετε «ερασιτέχνες» σε οτιδήποτε κι αν κάνετε

Διονύσης Σιμόπουλος

Διονύσης Σιμόπουλος, φυσικός, αστρονόμος, συγγραφέας.

«Όταν ένα παιδί μετρά τα άστρα, τι το συμβουλεύω; Το ίδιο ακριβώς που έλεγα και στα παιδιά μου: ότι θα πρέπει να ακολουθήσουν αυτό που τους υπαγορεύει η καρδιά τους. Να κάνουν κάτι που να αγαπούν με πάθος. Να γίνουν «ερασιτέχνες» σε οτιδήποτε κι αν θελήσουν να ακολουθήσουν, να γίνουν «εραστές της τέχνης», της όποιας «τέχνης» κι αν διαλέξουν. Και να είστε βέβαιοι ότι και η επαγγελματική καταξίωση θα έρθει οπωσδήποτε, αργά ή γρήγορα, όσο δύσκολο κι αν φαίνεται αυτό όταν κάποιος ξεκινάει, και μάλιστα κάτω από τις σημερινές οικονομικές συγκυρίες που αντιμετωπίζει η χώρα μας. Γιατί σας διαβεβαιώνω ότι δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από το να ξυπνάει κάποιος το πρωί για να αντιμετωπίσει μια εργασία που απεχθάνεται».

Φυσικός, αστρονόμος, συγγραφέας, πολυβραβευμένος, ο Διονύσης Σιμόπουλος, επί 45 συναπτά χρόνια ακάματος εργάτης στο χώρο της εκλαΐκευσης της επιστήμης, πρώτα στην Αμερική και μετά στο Ίδρυμα Ευγενίδου, διευθυντής στο Ευγενίδειο Πλανητάριο.

Σταδιοδρομία

Το προσκοπάκι που έγινε αστρονόμος; 

Το προσκοπάκι που «έτυχε» να γίνει αστρονόμος! Είναι αλήθεια ότι μια διεθνής κατασκήνωση για το Χρυσό Ιωβηλαίο του προσκοπισμού στη χώρα μας με εισήγαγε τότε στον κόσμο της Αστρονομίας με τη βοήθεια ενός μικρού τηλεσκοπίου, που για πρώτη φορά είχα την ευκαιρία να χρησιμοποιήσω. Αλλά παρ’ όλ’ αυτά την εποχή εκείνη αυτό που μας απασχολούσε ήταν οι σπουδές σε μια καλή σχολή «με μέλλον», όπως ήταν για παράδειγμα το Πολυτεχνείο. Το κόστος των σπουδών, όμως, ήταν τότε μεγάλο, με δίδακτρα, ακριβά βιβλία και διαβίωση εκτός της οικογενειακής έδρας, που ήταν τότε στην Πάτρα. Οπότε, κάνοντας την ανάγκη φιλοτιμία, έδωσα εξετάσεις στη ΣΜΑ (Σχολή Μηχανικών Αεροπορίας), όπου οι σπουδές ήσαν δωρεάν. Θυμάμαι ότι την εποχή εκείνη δίναμε εξετάσεις πάνω από 600 παιδιά με 14 εισακτέους, οπότε για να πετύχεις θα ‘πρεπε ή να έχεις «χαυλιόδοντες» ή να ήσουν πραγματικά «αετός». Δύο συμμαθητές μου ήσαν πράγματι «αετοί» και πέτυχαν την επόμενη χρονιά, εγώ όμως όχι.

Αν πετυχαίνατε στη ΣΜΑ;

Σίγουρα δεν θα γινόμουν αρχηγός της αεροπορίας (γέλια), γιατί μόνο οι ιπτάμενοι έχουν αυτή τη δυνατότητα, αν και πριν από περίπου μία δεκαετία ένας άλλος συμμαθητής μου, το ίδιο φτωχαδάκι κι αυτός σαν κι εμένα, από τη Σχολή Ευελπίδων όμως, κατόρθωσε να γίνει αρχηγός ΓΕΕΘΑ! Θεωρώ, πάντως, ότι κι εγώ ήμουν πολύ τυχερός στην όλη μου πορεία. Η Αμερική μού άνοιξε την πόρτα σε δρόμους που θα ήταν σχεδόν αδύνατον να περπατήσω αν είχα παραμείνει εδώ, αν κι αυτό έγινε από οικονομική ανάγκη. Ετυχε επίσης να είμαι στην κατάλληλη θέση, την κατάλληλη στιγμή, και να γνωρίσω τους κατάλληλους ανθρώπους που χρειάζονταν κάποιον σαν εμένα. Θέλω να πιστεύω, πάντως, ότι για να κρατηθεί κάποιος σε μία παρόμοια θέση επί τόσα χρόνια πρέπει να διαθέτει και κάποιες αρετές!

Εκπαίδευση

Έχουμε αστρονομική εκπαίδευση στην Ελλάδα;

Και πολύ καλή, μάλιστα. Καθένας από τους ερευνητές των ελληνικών ΑΕΙ ασχολείται και εξειδικεύεται σε κάποιον επί μέρους τομέα, όλοι τους όμως διακονούν την επιστήμη μέσα από ένα τρίπτυχο ενασχόλησης: θεωρία, πράξη και επιμόρφωση. Μ’ αυτόν τον τρόπο η δουλειά που γίνεται στα διάφορα κέντρα ερευνών διαχέεται πλατύτερα, για να μπορέσουν όλοι να συμμετάσχουν στις σύγχρονες ανακαλύψεις της επιστήμης.

Χωρίς μάθημα Αστρονομίας…

Το παράπονό μου, όμως, είναι η σχεδόν πλήρης «έξωση» της Αστρονομίας από τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Δεν λέω να γίνουν όλοι οι μαθητές αστροφυσικοί, αλλά υπάρχουν ορισμένες βασικές επιστημονικές έννοιες που πρέπει να γνωρίζουν όλοι, οποιαδήποτε κι αν είναι τα μελλοντικά τους επαγγελματικά σχέδια. Παρ’ όλ’ αυτά, δεν θα με ενοχλούσε τόσο πολύ η αποβολή του μαθήματος της Αστρονομίας, εφ’ όσον η όποια «μεταρρύθμιση» κατόρθωνε να μάθει στους μαθητές «πώς να σκέφτονται».

Τι μας διδάσκουν τα πλανητάρια;

Η εγκατάσταση ενός πλανηταρίου είναι ένα πραγματικό στολίδι και πόλος έλξης για τους μαθητές και το ευρύτερο κοινό μιας χώρας, με βασική επιδίωξή του την ποιοτική βελτίωση της επιστημονικής επιμόρφωσης του λαού. Πρόκειται για ένα επιστημονικό κέντρο με πραγματικά σημαντική αποστολή και αντικειμενικό στόχο την εκλαΐκευση και διάχυση των επιτευγμάτων της επιστήμης και της τεχνολογίας.

Πρότυπα

Ένας αστροφυσικός που θαυμάζετε;

Δεν είναι ένας, αλλά πολλοί! Όσοι, δηλαδή, ασχολούνται με την επίλυση των προβλημάτων που αφορούν τα συστατικά του Σύμπαντος, γιατί όλα αυτά που βλέπουμε, άστρα, πλανήτες, γαλαξίες κ.λπ., δεν αποτελούν παρά μόνο το 4,9% των συστατικών του Σύμπαντος. Το 26,8% είναι υλικά που ονομάζουμε «σκοτεινή ύλη», που δεν γνωρίζουμε τι είναι, και το υπόλοιπο 68,3% είναι μια άγνωστη απωθητική δύναμη που έχουμε ονομάσει «σκοτεινή ενέργεια» και η οποία κάνει το Σύμπαν να διαστέλλεται επιταχυνόμενο.

Καβάφης ή Καζαντζάκης;

Πάντοτε ήμουν λάτρης και των δύο. Πρότυπό μου ήταν το ταξίδι προς την Ιθάκη. Και το ταξίδι είναι το ενδιαφέρον κι όχι ο προορισμός. Γι’ αυτό άλλωστε η ποίηση του Καβάφη και η πρόζα του Καζαντζάκη ήταν ανέκαθεν ένα είδος καθοδηγητή στη ζωή μου. Μ’ αυτόν το στόχο ευτύχησα 45 συναπτά χρόνια τώρα να εργάζομαι στο χώρο της εκλαΐκευσης της επιστήμης, πρώτα στην Αμερική και μετά, από τα 29 μου χρόνια, στο Ίδρυμα Ευγενίδου.

Αισιοδοξία

Βλέπετε φως… στο σύμπαν της κρίσης που διαβιούμε;

Σίγουρα ναι. Η χώρα μας έχει περάσει χειρότερες κρίσεις κι έχει επιβιώσει μια χαρά. Το ίδιο θα συμβεί και τώρα, χωρίς καμιά αμφιβολία, χάρη κυρίως στο ανθρώπινο δυναμικό μας. Γι’ αυτό και δεν πρέπει να σταματήσουμε να αναπτύσσουμε αυτό το δυναμικό. Στο κάτω κάτω, δύο είναι οι πηγές μας σε αυτήν τη χώρα: ο τουρισμός και οι άνθρωποί μας. Είμαι αισιόδοξος ότι τα πράγματα θα αλλάξουν, επειδή υπάρχει αυτό το ανθρώπινο δυναμικό.

Με τη βοήθεια της χρονομηχανής σε ποια περίοδο θα γυρνούσατε;

Χωρίς αμφιβολία στη δεκαετία του 1950, είτε στην ηλικία που είμαι τώρα είτε και στην τότε.

Οι πολιτικοί μας είναι από άλλο πλανήτη;

Όχι, βέβαια. Κι αυτοί από τη Γη είναι. Αλλά ορισμένες φορές χάνουν κι αυτοί, όπως όλοι μας, τον μπούσουλα και όλα όσα είναι πράγματι σημαντικά! Κι έτσι μοιάζουν με εξωγήινους, ενώ δεν είναι.

συνέντευξη στον Γιώργο Κιούση, τον Ιούλιο του 2013

πηγή

 

Δοξόσοφοι αντί σοφοί

Το ότι ο σύγχρονος δυτικός άνθρωπος περνά κατά μέσον όρο πάνω από επτά ώρες καθημερινά μπροστά στις οθόνες της τηλεόρασης, τους υπολογιστές, το ίντερνετ και τους επεξεργαστές κειμένων απασχολεί τους ειδικούς επιστήμονες. Ήδη, οι πιο ηλικιωμένοι, από αυτούς πού είναι δραστήριοι στον κόσμο των ψηφιακών μέσων, αντιμετωπίζουν αυξανόμενες δυσχέρειες επικοινωνίας, αφού πρέπει να προσαρμόζονται διαρκώς προς νέα μέσα. Παράλληλα ο ελληνικός νεανικός πληθυσμός αφιερώνει όλο και περισσότερο χρόνο στα μέσα επικοινωνίας, όπως τα κινητά τηλέφωνα και το ίντερνετ και μάλιστα εθίζεται στο να χειρίζεται διάφορα μέσα ταυτόχρονα.

Πολλοί είναι αυτοί που πιστεύουν ότι η σύγχρονη κατάσταση του να βρίσκεται κανείς συνεχώς σε εγρήγορση όπως απαιτούν τα ψηφιακά μέσα έχει άμεσα ψυχολογικά και νοητικά επακόλουθα. Αλλά και το φορτίο των πληροφοριών που επιβάλλεται από τα σύγχρονα μέσα απειλεί την ικανότητά μας για συλλογισμό και διανοητική συγκέντρωση και υπομονή. Πρόσφατες έρευνες έδειξαν ότι η πιθανότητα να διαβασθεί ένα άρθρο σε μια εφημερίδα είναι μικρή σε σύγκριση με τους αναγνώστες και μάλιστα οι αναγνώστες οι οποίοι διακόπτουν την ανάγνωση πριν φθάσουν στο 1/5 του κειμένου είναι η συντριπτική πλειονότητα. Το συμπέρασμα είναι ότι η δυνατότητα συγκέντρωσης κατά την ανάγνωση έχει μειωθεί.

Ούτε λίγο – ούτε πολύ, ορισμένοι ειδικοί ισχυρίζονται ότι τα σύγχρονα ψηφιακά μέσα οδηγούν σε αλλαγές των βασικών δομών του ανθρώπινου εγκέφαλου. Το πρόσφατο βιβλίο του Αμερικανού Nicholas Carr, The Shallows, έγινε η αφορμή μιας ευρείας συζήτησης. O συγγραφέας αναρωτιέται αν βρισκόμαστε σε μια διαδικασία που στερεί τον Homo sapiens από τις ικανότητες που του επέτρεψαν να οδηγηθεί από τα προϊστορικά σπήλαια στο σύγχρονο ψηφιοποιημένο κόσμο. Ο Carr αναλύει τις επιδράσεις που σημαντικές επινοήσεις, όπως ο χάρτης και το μηχανικό ρολόι, επέφεραν στον τρόπο σκέψης για να καταλήξει στο ότι η κακοφωνία και το χάος των πληροφοριών δημιουργούν την τάση για επιπόλαια ανάγνωση, βιαστική και αποσπασματική σκέψη και δίνουν γνώσεις που είναι υπερφίαλες και χιμαιρικές. Η σύγκριση με τον έντυπο λόγο, δηλαδή με το βιβλίο, είναι χαρακτηριστική, αφού οι αναγνώστες του βιβλίου σε αντίθεση με τους χρήστες των ψηφιακών μέσων οδηγούνται σε καλλιέργεια της φαντασίας τους, του εσωτερικού διαλόγου και της αναλυτικής σκέψης.

Μία σημαντική ανάλυση του Carr βασίζεται στη «νευροπλαστικότητα» στην ιδιαίτερη ικανότητα δηλαδή του ανθρώπινου εγκέφαλου να προσαρμόζει τη διανοητική του δύναμη και δυνατότητα ανάλογα με την εμπειρία. Ο Carr επικεντρώνεται στις επιδράσεις που μπορεί να έχει η χρήση του ίντερνετ στον ανθρώπινο εγκέφαλο. Τα συμπεράσματά του συμφωνούν με αυτά της ομάδας του Πανεπιστημίου UCLA, η οποία μελέτησε χωριστές ομάδες από χρήστες και μη χρήστες του ίντερνετ και ανακάλυψε ουσιαστικές διαφορές σε ικανότητες όπως μορφές της μνήμης και ταχύτητα λήψης αποφάσεων. Διαφορές που εξαφανίζονται αν οι μη χρήστες του ίντερνετ εθιστούν στη χρήση του. Το τελικό συμπέρασμα του Carr είναι ότι η χρήση ψηφιακών μέσων τείνει να εξουδετερώσει τις ατομικές ικανότητες τις σχετικές με το βάθος και την ένταση της σκέψης, όπως και την ικανότητα για μάθηση και κατανόηση.

Ο καθηγητής Gary Small, συγγραφέας του βιβλίου «Τεχνολογική μεταλλαγή του μοντέρνου εγκέφαλου» αναλύει το πώς μπορούν οι πολλές ώρες ψηφιακών ασχολιών να επηρεάσουν τις διανοητικές λειτουργίες. Ιδιαίτερα οι νέοι χρήστες ψηφιακών μέσων, τους οποίους ονομάζει «ψηφιακούς ιθαγενείς» , παρουσιάζουν έλλειψη της ικανότητας επαφής , όπως η επαφή με το βλέμμα και η ανταπόκριση σε σωματικά μη λεκτικά σήματα και εκφράσεις κατά τη συνομιλία. Ο Small αναλύει τις ιδεολογικές και διανοητικές συνέπειες που επιφέρει ή έξη και στενή επαφή με τα ψηφιακά μέσα.

Η ροπή προς την ταχύτητα σημαίνει και τάση προς το πρόχειρο και το ρηχό. Την τάση αυτή προσπαθούν να καταπολεμήσουν ομάδες διανοούμενων που διαδίδουν την αντίληψη της αργής ανάγνωσης και της επιλεκτικής ασχολίας με τα κείμενα. Η εμπειρία της ανάγνωσης, η εσωτερίκευση των κειμένων και η προσωπική ωφέλεια του αναγνώστη γίνονται αντικείμενα συζήτησης και πειραματισμών. Το αργό διάβασμα θεωρείται σήμερα πανάκεια στα αμερικανικά ακαδημαϊκά περιβάλλοντα. Δεν πρόκειται φυσικά για κάτι το καινούργιο. Ήδη το 1623 η πρώτη έκδοση των Απάντων του Σαίξπηρ συνιστούσε την ανάγνωση ξανά και ξανά, ενώ το 1887 ο Νίτσε περιέγραφε τον εαυτό του σαν «δάσκαλο της αργής ανάγνωσης».

Οι κριτικοί των ψηφιακών μέσων αναφέρονται στο παράδοξο φαινόμενο των συζητήσεων αυτών που δεν έχουν διαβάσει ένα συγκεκριμένο βιβλίο και παρά τούτο επιμένουν να το συζητούν με πάθος. Ωστόσο, σε μια συνηθισμένη συζήτηση αυτό μπορεί να συμβεί, αλλά στην ουσία τα κείμενα είναι αυτά που μετρούν. Τα κείμενα είναι ο καταλύτης για τη διάνοια του αναγνώστη, ώστε να δημιουργούνται νέοι χώροι κατανόησης και σκέψης. Ο Carr καταλήγει στο συμπέρασμα ότι είναι η ύπαρξη του προσεκτικού και κριτικού αναγνώστη που δημιουργεί την ανάγκη για ένα συγγραφέα. Οι κριτικοί των ψηφιακών μέσων επιμένουν στη διάβρωση της ικανότητας για αυτοσυγκέντρωση και την αδυναμία για αργό διάβασμα. Αδυναμία που ακολουθεί την ικανότητα για γρήγορη αντίδραση και αστραπιαίους χειρισμούς στα ψηφιακά μέσα. Αυτό σημαίνει και την εξαφάνιση των συγγραφέων;

Οπωσδήποτε, κανείς δεν φτάνει να απορρίψει τα ψηφιακά μέσα. Είναι προφανές ότι το μέλλον ανήκει σε αυτά. Και εδώ δεν μπορούμε να μη θυμηθούμε τον μύθο της επινόησης της γραφής που παραθέτει ο Πλάτων στον «Φαίδρο». Δημιουργούνται λέει με το νέο αυτό μέσο επικοινωνίας άνθρωποι «πολύκοοι», «άνευ διδαχής πολυγνώμονες», «δοξόσοφοι αντί σοφοί»…

Δημήτρης Μαυρίδης, ιστορικός, επίτιμος διδάκτωρ ΔΠΘ

πηγή