Οι νέοι και η πολιτική | Σαράντος Ι. Καργάκος

«Χαλεπόν καί πολλοῦ ἐπαίνου ἄξιον ἐν τῇ μεγάλῃ ἐξουσίᾳ τοῦ ἀδικεῖν γενομένου δικαίως διαβιῶναι».

ΠΛΑΤΩΝ

Ένα από τα πιο γνωστά έργα του Δημήτρη Ψαθά είναι η κωμωδία «Οικογένεια Βλαμμένου». Μέσα στα τόσα παράξενα αυτής της οικογένειας περιλαμβάνεται και ο γιος, ο οποίος εννοεί να γίνει πολιτικός και μάλιστα θεωρεί τον εαυτό του «εθνοσωτήρα», μια και πήρε τέτοια απόφαση! Οι σχέσεις του νέου επίδοξου πολιτικού με την εργασία ήταν «πλατωνικές». Θεωρούσε ακόμη τις μάζες απολίτιστες, που είχε χρέος να «εκπολιτίσει». Με αυτό το πρόγραμμα «εθνικής σωτηρίας» κατέβηκε στις εκλογές αλλά, παρά τις δαπάνες της οικογένειας, απέτυχε, θα μπορούσε όμως και να πετύχει, γιατί από πολιτική άποψη η νεότερη Ελλάδα θυμίζει το μυθιστόρημα του Λιούις Κάρολ «Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων» [1].

Αν εμβαθύνει κανείς στην πολύ επιτυχημένη κωμωδία του Ψαθά, θα διαπιστώσει πως με αυτή σκιαγραφούνται χαρακτήρες περισσότερο τραγωδίας και λιγότερο κωμωδίας. Στόχος της δεν είναι να μας χαρίσει το γέλιο, αλλά και να μας προβληματίσει. Γιατί, όταν η πολιτική μιας χώρας είναι για γέλια, τότε το μέλλον της χώρας είναι για κλάματα.

Οι αρχαίοι Έλληνες, που υπήρξαν οι πρώτοι δάσκα­λοι της πολιτικής τέχνης, είχαν ταυτίσει την πολιτική με την ηθική. Τη θεωρούσαν ως την υψηλότερη έκφραση κοινωνικής λειτουργίας. Γι’ αυτό άλλωστε η λέξη «πολίτης» εκφράζει το πιο αυστηρό και συνάμα υψηλό προγονικό μας ιδανικό, ενώ η λέξη «ιδιώτης», που σημαίνει τον μη ασχολούμενο με τα κοινά, προσέλαβε σταδιακά ονειδιστική σημασία κι έγινε συνώνυμη των λέξεων μωρός και ανόητος. Επίσης η λέξη «ατιμία», που δηλώνει σήμερα την έσχατη ηθική κατάπτωση, στ’ αρχαία σήμαινε τη στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων. Από αυτές τις αντιλήψεις έχουμε απομακρυνθεί αρκετά. Στον αιώνα μας, και ειδικά κατά τη μεταπολεμική περίοδο, η πολιτική έχει κατεβεί από το επίπεδο του υψηλού λειτουργή­ματος στο επίπεδο ενός βιοποριστικού επαγγέλματος, που προσφέρει, πέρα από το βιοπορισμό, ευκαιρίες για γρήγορη ανάδειξη, κύρος και γόητρο. Βέβαια ποτέ στο παρελθόν η πολιτική δεν υπήρξε πρωτάθλημα αγγέλων. Ούτε ο στίβος της βρισκόταν στον παράδεισο· πιο συχνά βρισκόταν στην κόλαση μ’ επόπτη ή διαιτητή το διάβολο. Όμως στο παρελθόν υπήρχαν κάποια όρια, κάποιοι κανόνες ευπρέπειας, που ο πολιτικός ήταν υποχρεωμέ­νος να σεβαστεί. Σήμερα ούτε καν τα προσχήματα δεν τηρούνται. Για να γίνει κανείς πολιτικός δε χρειάζεται πια να έχει το πάθος της προσφοράς· αρκεί να είναι αδίστακτος, να έχει δίψα γι’ ανάδειξη κι έλλειψη ευαισθησίας. Έτσι οι ηθικές αξίες πάνω στις οποίες στηρίζεται ο πολιτισμός -μέσα στον οποίο περιλαμβάνεται και η πολιτική- παραγκωνίζονται.

Βέβαια θα ήταν αφελής όποιος θα υποστήριζε ότι μόνο με την ηθική μπορεί ν’ ασκηθεί πολιτική. Εξίσου όμως αφελής θα ήταν και αυτός που θα υποστήριζε ότι χωρίς την ηθική μπορεί να λειτουργήσει η πολιτική. Η ηθική είναι το ένζυμο, που χωρίς αυτό η πολιτική μετα­τρέπεται σε αγυρτεία. Σήμερα σιγά-σιγά το ένζυμο αυτό «εξατμίζεται» και γι’ αυτό τόσο συχνά μιλάμε για πολιτικό αμοραλισμό. Και το πιο χειρότερο είναι πως εμφανίζεται έντονη η τάση να ιδεολογικοποιούμε την πολιτική ανηθικότητα. Ως πολιτικό «πιστεύω» η κοινωνία προσφέρει στους νέους την πασίγνωστη φράση του Μακιαβέλλι «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα» κι όχι κάποιες αρχές από τα «Ηθικά» του Αριστοτέλη ή την «Ηθική» του Σπινόζα. Δε χρειάζεται έτσι μεγάλη οξυδέρκεια, για να δούμε τις σοβαρές επιπτώσεις αυτού του ιδεολογικού αποπροσανατολισμού πάνω στην κοινωνική και πολιτική συμπεριφορά των σημερινών νέων.

Πρώτα-πρώτα με τον τρόπο αυτό η κοινωνία περιθω­ριοποιεί ένα μέρος εκλεκτών νέων, ιδίως τους πιο ευαίσθητους σε θέματα ηθικής. Οι νέοι αυτοί βλέποντας την πολιτική σαν βούρκο, που προσφέρει ευνοϊκές συνθήκες ανάδειξης στα σκουλήκια, νιώθουν απέχθεια, απέχουν από τα κοινά κι έτσι στερούν από την πολιτική την πολύτιμη προσφορά τους. Όταν οι άριστοι στο ήθος νέοι δε μετέχουν στα κοινά, είναι φυσικό να αφήνουν ελεύθερο το χώρο στους μη άριστους να μετέχουν και ν’ ανα­δείχνονται πολιτικά, πράγμα που συντελεί στην παραπέρα επαύξηση της πολιτικής ανηθικότητας. Το πρώτο, λοιπόν, δυσάρεστο σύμπτωμα είναι η πολύ πρώιμη αποχή από τα κοινά ικανού αριθμού νέων, που δεν έχουν ακόμη πωρωθεί και πιστεύουν «ρομαντικά» στις αρχές της αξιοκρατίας και της δικαιοσύνης. Όλες αυτές οι αρχές όμως ανατρέπονται μέσα στην ψυχή του νέου, που βλέπει την «κοινωνία των μεγάλων» να θυμίζει «κοινωνία κανιβάλων». Έτσι, από αποστροφή προς ορισμένες πολιτικές ενέργειες που δεν τιμούν το ανθρώπινο είδος και ήθος, αρνείται να γίνει «κάτι παραπλήσιο» και αυτο-περιθωριοποιείται. Δηλώνει αποχή από την πολιτική και περιορίζεται στον κλειστό κύκλο των προσωπικών του ενδιαφερόντων.

Υπάρχει όμως και μια άλλη μορφή περιθωριοποίησης, η ενεργητική περιθωριοποίηση, που εκδηλώνεται με τρο­μοκρατικές ενέργειες. Δυναμικοί αλλ’ απογοητευμένοι νεαροί, βλέποντας την πολιτική σαν ένα ερειπωμένο οικοδόμημα, που μέσα στα τοιχώματά του μπορούν να κυκλοφορούν άνετα μόνο ερπετά και τρωκτικά, παίρνουν την απόφαση και την ευθύνη της ανατίναξης του «σάπιου κατεστημένου». Θέλουν να γίνουν αυτοί τα καρφιά με τα οποία θα καρφωθεί η κάσα που θα δεχθεί το πτώμα της «άρχουσας τάξης», που θα πέσει κάτω από τα πλήγματα της δικής τους πάλης. Οι νέοι αυτοί, βλέποντας να μη λειτουργεί καμιά αξία στην πολιτική, αρνούνται να κυβερνηθούν από άτομα που έχουν ποδοπατήσει τους πάντες και τα πάντα, για ν’ ανέβουν στην κορυφή. Με τη διαφορά ότι από κάποιο σημείο και μετά ούτε και οι ίδιοι οι αμφισβητητές ξεχωρίζουν ποιοι είναι αυτοί που πραγματικά πιστεύουν στις ηθικές αξίες και ποιοι υποκρίνονται ότι τις πιστεύουν. Έτσι στρέφονται κατά δικαίων και αδίκων. Και το χειρότερο είναι πως, ενώ η «ιδεολογία» τους έχει μια προοδευτική απόχρωση (τουλάχιστον λεκτική), η πρακτική τους δε διαφέρει από εκείνη της Μαφίας. Επιπλέον, με τη δράση τους ενίσχυσαν την αστυνόμευση και έδωσαν το ιδεολογικό κάλυμμα για να εμφανιστούν και φασιστικά κινήματα αμφισβήτη­σης. Οι «Πανκ», οι «Χούλιγκαν», οι «Σκιν» είναι νεαρά άτομα, που από μέσα τους λείπει κάθε πίστη σε ιδανικό, επειδή μεγάλωσαν σε μια κοινωνία που μιλά για ειρήνη κι εξοπλίζεται εντατικά, που μιλά για δικαιοσύνη και αδικεί συστηματικά, που μιλά για κατάληψη θέσεων με κριτήρια αξιοκρατικά και τις καταλαμβάνει με το «μέσον». Έτσι, ως μόνη λύση, βλέπουν τη βία. Οι «Σκιν» εξέφρασαν κάποτε την «ιδεολογία» τους μ’ ένα σύνθημα που έγραψαν στους τοίχους: «Η νέα αυγή θα έρθει μέσα από τη νύχτα που θα φέρει το ξίφος μας».

Υπάρχουν όμως και οι νέοι που αποφασίζουν ν’ ασχοληθούν με την πολιτική. Πέρα από μια σημαντική μερίδα, που εξακολουθεί να βλέπει την πολιτική «ρομαντικά», δηλαδή ως ηθική λειτουργία, υπάρχει και μια άλλη εξίσου σημαντική κατηγορία που βλέπει την πολιτική ως παιχνίδι ευκαιρίας και όχι ως άσκηση θυσίας. Οι νέοι αυτοί έχουν ανηθικοποιηθεί, πριν ακόμη εισέλθουν στην πολιτική. Έτσι στον ήδη σαπισμένο οργανισμό προσθέτουν και το δικό τους σάπιο αίμα. Οι νέοι ήταν πάντα το φρέσκο αίμα, που αναζωογονούσε την πολιτική, της έδινε νέο χυμό και παλμό. Σήμερα η πολιτική αιμοδοτείται με αίμα που εξαρχής είναι χαλασμένο. Κανείς δεν πιστεύει πως όλα στο παρελθόν ήταν αγνά και σωστά. Ιδίως μάλιστα στην πολιτική. Όμως κάθε φορά που οι νέοι έκαναν την εμφάνισή τους στο προσκήνιο της πολιτικής, κάτι άλλαζε και στο παρασκήνιο. Οι νέοι είχαν όνειρα, ιδανικά, όρεξη και πάθος για δουλειά, είχαν σχέδια και η πολιτική δράση τους ξεκινούσε πάντα από αγνά ελατήρια, ασχέτως βέβαια αν στη μετέπειτα πορεία τους υποχρεώνονταν σε συμβιβασμούς, αθετήσεις, απαρνήσεις και πολύ συχνά και σε ηθικές υποχωρήσεις.

Σήμερα όμως οι λεγόμενοι «προσγειωμένοι» και «πραγματιστές» νεαροί δε βλέπουν την πολιτική ως ευθύνη, αλλ’ ως εφαλτήριο [2] για την κατάληψη αξιωμάτων. Βλέπουν τη σαπίλα αλλά αντί να την πολεμήσουν, γίνονται ένα μαζί της.

Η καθαρά ωφελιμιστική κοινωνία, μέσα στην οποία ζούμε, η απομύθευση των αξιών -που μέχρι ενός σημείου είναι σωστή-, η κατεδάφιση του ηθικού οικοδομήματος χωρίς οικοδόμηση καινούργιου, η φήμη που κατακτιέται χωρίς νόμιμα μέσα και τις περισσότερες φορές ζαλίζει, είναι μερικές από τις αιτίες, που οδηγούν τους νέους είτε στην αποχή από τα κοινά, είτε στον εξτρεμισμό, είτε στην ανηθικοποίηση. Ανεξάρτητα πάντως από αιτίες και απο­τελέσματα, δεν είναι λογικό η κοινωνία για τα δικά της ατοπήματα ν’ αναζητά εξιλαστήρια θύματα στους νέους. Το πρόβλημα δεν είναι το τι κάνουν ή δεν κάνουν οι νέοι, αλλά ποιος τους οδήγησε στην κατάσταση αυτή. Η κοινωνία, λοιπόν, πρέπει ν’ αναλάβει τις δικές της ευθύνες. Το κράτος οφείλει, με την αναβάθμιση της παιδείας, να προωθήσει μια υγιή πολιτικοποίηση κι όχι τη σχαστική κομματικοποίηση. Ο θεσμός των μαθητικών κοινοτήτων δίνει τέτοιες δυνατότητες. Δυστυχώς το πολιτικό ήθος της κοινωνίας μας δεν επέτρεψε στους νέους να τον αξιοποιήσουν δημιουργικά. Οι μαθητές δε θεωρούν τις συνελεύσεις ως μέσο για συζήτηση κι επίλυση των προβλημάτων τους, αλλ’ ως μέσο για την απαλλαγή κάποιων «αχάριστων» διδακτικών ωρών. Ανάλογα φαινόμενα έχουμε και στις ανώτατες σχολές. Εδώ συζητιούνται πολλά, αλλά μόνο για πνευματικό και πολιτικό ήθος δε γίνεται συζήτηση.

Αλλ’ ούτε και η οικογένεια βοηθά σωστά το παιδί στη διαδικασία της πολιτικοποίησης του. Σπάνια οι γονείς θα συμβουλεύσουν το παιδί τους να ή πώς να ασχοληθεί με την πολιτική, να μετέχει στα κοινά και να μην αδιαφορεί. Ελάχιστοι είναι οι γονείς που θα συμβουλεύ­σουν το νεαρό βλαστό τους να συμμετέχει στην κοινωνική δράση με γνώμονα την προσφορά κι όχι αυτό που αποκαλείται σήμερα «καριεροποίηση». Γι’ αυτό χρειάζεται οι ίδιοι οι νέοι ν’ απομακρύνουν τα μικρόβια του εγωισμού, της μισαλλοδοξίας [3] και του φανατισμού, με τα οποία τους μπολιάζει η τρέχουσα πολιτική πρακτική. Δεν είναι αναγκαίο να ταυτίζουν την πολιτική με την εμπαθή κομματικοποίηση. Η πολιτική, όταν είναι σωστή πολιτική, δε χωρίζει αλλά, μέσα από τις αντιθέσεις της, ενώνει.

Η αρχαία Ελλάδα, και συγκεκριμένα η Αθήνα, αποτέλεσε τη μητέρα της δημοκρατίας. Ασφαλώς και η αθηναϊκή δημοκρατία είχε ψεγάδια. Αλλά και ο ήλιος έχει τις κηλίδες του. Η Ελλάδα όμως έδωσε το πρότυπο του ενεργού πολίτη και κυρίως του ηθικού πολιτικού. Ας προσπαθήσει, λοιπόν, και η νέα γενιά να δώσει μια νέα πνοή υγείας στην πολιτική μας, θέτοντας ως αρχή πολιτικής δράσης το θαυμάσιο λόγο του Βίαντα, του μεγάλου σοφού της Πριήνης:

από την πολιτική δεν πρέπει να βγαίνεις πλουσιότερος αλλ’ ενδοξότερος. 

(«Δεῖ τόν ἀγα­θόν ἄνδρα, παυόμενον τῆς ἀρχής, μή πλουσιώτερον ἀλλ’ ἐνδοξότερον γεγονέναι»)

Σαράντος Ι. Καργάκος

(7 Μαΐου 1987)

[1] Απόδοση στα ελληνικά του αγγλικού «Alice’s Adventures in Wonderland», που γράφτηκε το 1865 και θεωρείται αριστούργημα της παιδικής λογοτεχνίας.

[2] Εφαλτήριο: όργανο γυμναστικής, υποβοηθητικό των αλμάτων.

[3] Μισαλλοδοξία (μισώ τη “δόξα” άλλου): μίσος κατά των αλλοθρήσκων. Γενικότερα μίσος προς κάθε αντίθετη γνώμη, ιδέα.

πηγή

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *