Ο φασίστας μέσα μας

Τα τελευταία χρόνια, οι πολιτικές συζητήσεις γύρω από το γιορτινό οικογενειακό τραπέζι έχουν πάψει να είναι εύκολες ή ανάλαφρες. Αλλιώς κουβεντιάζαμε για την πολιτική 20 χρόνια πριν κι αλλιώς σήμερα και δεν είναι μόνο τα λόγια που άλλαξαν. Είναι πια διαφορετικός ο τρόπος που προσεγγίζουμε τη δημόσια ζωή και η στάση μας μέσα σε αυτήν. Είναι πιο γρήγορη η οργή, πιο συναισθηματική η ψήφος. Πάνω από όλα, έχουμε πλέον να αναμετρηθούμε με μιαν εσωτερική αγριότητα που στην καλύτερη αποκαλύπτεται με χαιρέκακη ειρωνεία, στη χειρότερη με ανοικτή εχθρότητα.

Πώς μοιάζει ο φασισμός;

Όλα αυτά δεν θα είχαν και ιδιαίτερη σημασία, αν οι καιροί δεν ήταν περίεργοι. «Αν ο φασισμός ερχόταν αύριο, θα τον αναγνωρίζαμε;», αναρωτήθηκε πρόσφατα ο Guardian, απευθυνόμενος στη μετά-Brexit βρετανική κοινωνία. Και παρόλο που η Ελλάδα διαφέρει από τη Βρετανία περισσότερο από όσο της μοιάζει, η ερώτηση έχει και εδώ την ίδια ισχύ: Τι θα συνέβαινε αν αύριο εμφανιζόταν ένας νέος φασισμός, ευειδής και κοστουμαρισμένος, ένας φασισμός που θα έκρυβε την αληθινή του φύση; Θα ήταν εύκολο να τον καταλάβουμε;

Όπως συνέβη και με τους Βρετανούς, η σύγχρονη ελληνική ταυτότητα χτίστηκε γύρω από την αντίσταση στον ναζισμό. Ήταν οι ιστορίες για τους θριάμβους του ΕΑΜ και του ΕΔΕΣ αυτές που διδάχτηκαν γενιές και γενιές Ελλήνων –και αν υπήρχαν σε αυτές μαυραγορίτες ή συνεργάτες των Γερμανών, χρησιμοποιήθηκαν ως παραδείγματα προς αποφυγή. Ήταν τόσο δυνατή η επιρροή τους που, ακόμα και σήμερα, η λέξη «γερμανοτσολιάς» ακούγεται και είναι προσβλητική. Σε αντίθεση με τους Βρετανούς, ωστόσο, που δεν χρειάστηκε μέχρι τώρα να αναμετρηθούν με το παρελθόν τους, οι Έλληνες ήρθαν ξανά αντιμέτωποι με το παραδοσιακό πρόσωπο του τέρατος με την άνοδο της Χρυσής Αυγής. Και μπορεί αυτή να περιορίστηκε μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα όταν, αντιμέτωπη με το θάνατο, η ελληνική κοινωνία γύρισε έστω και καθυστερημένα την πλάτη στο ναζιστικό, εθνικιστικό μόρφωμα, όμως η συνολική μετακίνηση προς τα άκρα είναι πλέον εμφανής. Δεν άρχισε με τη Χρυσή Αυγή και δεν τελείωσε με τον Φύσσα. Πρόκειται για μια μακρά διαδικασία, που ξεκίνησε σε πιο “αθώες” εποχές.

Μαθαίνοντας τη ρητορική

Το 1981 το ΠΑΣΟΚ έγινε κυβέρνηση υλοποιώντας το αίτημα για «αλλαγή», η οποία ήταν κατα βάση πολιτική· η πλειοψηφία ζητούσε άμεση αποχουντοποίηση και, μετά από χρόνια διχασμών, μια νέα, πραγματική συμφιλίωση. Και η αλήθεια είναι ότι η πρώτη περίοδος του Αντρέα Παπανδρέου τους προσέφερε και τα δύο. Η αλλαγή συνέβαινε κάτω από μία προοδευτική ομπρέλα και η κοινή ιστορία των διάφορων πολιτικών ομάδων άρχισε σταδιακά να καταγράφεται ως τέτοια, σε μια προσπάθεια να κατευναστούν τα μίση και τα πάθη των περασμένων δεκαετιών.

Ο Αντρέας είχε τότε μια μοναδική ευκαιρία. Εκλέχθηκε ως σοσιαλιστής όταν ακόμα οι σοσιαλιστές έκαναν τον κόσμο να ελπίζει –πόσο δε μάλλον σε μια χώρα που είχε πρόσφατα περάσει μια επώδυνη επταετή δικτατορία. Μπορούσε να αφήσει πίσω του την εθνικιστική ρητορική και να χαράξει μια νέα λογική συναινέσεων, που θα οδηγούσε τη χώρα σε μια καινούρια εποχή. Η κοινωνία ήταν πιο έτοιμη από ποτέ για μια νέα αρχή. Όμως, αν κάτι πάει γάντι στον εθνικισμό, αυτό είναι ο λαϊκισμός και ο Παπανδρέου, εκτός από δεινός ρήτορας, ήταν και αθεράπευτα λαϊκιστής.

Ανέβηκε στην εξουσία περιγράφοντας το ΝΑΤΟ, τη CIA, την Αμερική και την Τουρκία ως εξωτερικούς εχθρούς, υπεύθυνους για όλα τα κακά που συνέβησαν στην Ελλάδα σε ολόκληρη τη μοντέρνα της ιστορία. Όταν το 1976 το τουρκικό «Χόρα» παραβίαζε την ελληνική υφαλοκρηπίδα, ο Παπανδρέου ζητούσε άμεση εμπλοκή του στρατού («… γιατί η κυβέρνηση δεν έδωσε άμεση απάντηση στην τουρκική εισβολή, γιατί δεν εβύθισε το “Χόρα”;») ενώ, όταν η Ελλάδα έμπαινε στην ΕΟΚ το 1977, δεν δίστασε να κάνει γνωστή τη διαφωνία του. Η φράση «η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες», ως αντιθετική του «ανήκομεν εις την Δύσιν» του Κωνσταντίνου Καραμανλή, έμεινε στην ιστορία (παρά τη μετέπειτα στροφή του ΠΑΣΟΚ στο θέμα της ενωμένης Ευρώπης), αφού θεωρήθηκε από την κοινή γνώμη ως μια ύψιστη στιγμή πατριωτισμού.

Πολλά χρόνια αργότερα, στα συλλαλητήρια για τη Μακεδονία, ο Παπανδρέου, στην αντιπολίτευση αυτή τη φορά, αρνιόταν πεισματικά να συναινέσει σε μια ενδεχόμενη διπλή ονομασία και, όταν επανεξελέγη στις επόμενες εκλογές, επέβαλε οικονομικό εμπάργκο στην πΓΔΜ που λίγο έλειψε να γονατίσει τη γειτονική χώρα.

Η ρητορική του Αντρέα είχε σημαντική επιρροή στην ελληνική κοινωνία. Χρησιμοποιώντας το πρόσχημα της ιστορικής συνέχειας και της ενότητας ενάντια στον εχθρό, προέβαλε μια παραδοσιακή, ρομαντική έκδοση του εθνικισμού, η οποία απο τη μια μεριά κράτησε τις εθνικιστικές ομάδες σε σχεδόν ανύπαρκτα ποσοστά, από την άλλη όμως έβαλε τα σύμβολα και τα δίπολα που αυτές χρησιμοποιούσαν στην κανονικότητα της πολιτικής ζωής. Ο θάνατός του έφερε το ΠΑΣΟΚ και κατ’ επέκταση τη χώρα σε μια νέα περίοδο. Όμως ο τρόπος που πολιτεύτηκε ο πρώτος του αρχηγός δεν ξεχάστηκε ποτέ, σε σημείο να τον αναγνωρίζουμε μέχρι και τώρα στο λόγο των σημερινών πολιτικών. Παράλληλα, οι εξτρεμιστικές ομάδες περίμεναν στο περιθώριο την κατάλληλη στιγμή, όταν οι συνθήκες θα επέτρεπαν την ολική επανεμφάνισή τους.

Τα χρόνια πέρασαν σχετικά ανώδυνα, με τη δεκαετία του 1990 να αποτελεί συνώνυμο της προόδου. Η οικονομική ευρωστία της πλειονότητας της κοινωνίας έφερνε μια πολιτική ηρεμία, η οποία κλονιζόταν σπανίως. Όταν όμως αυτό συνέβαινε, η αντίδραση ήταν συστημική και πάντα ελεγχόμενη.

Το ζήτημα της ονομασίας της Μακεδονίας είχε ως αποτέλεσμα τη διοργάνωση μερικών από τις μαζικότερες συγκεντρώσεις της Μεταπολίτευσης το 1992. Η έμφαση που δόθηκε στο όνομα του γειτονικού κράτους και η οργή με την οποίαν ανταποκρίθηκε η κοινωνία οδήγησαν τον πολιτικό κόσμο να σκληρύνει τη στάση του και, με τη σειρά του, να δημιουργήσει τσιτάτα που σήμερα θα θεωρούνταν επικίνδυνα: όπως φαίνεται και από την κάλυψη των ΜΜΕ της εποχής, ήταν εθνικό χρέος να αρνείσαι τον όρο «Μακεδονία» στους Σκοπιανούς.

Κάτι αντίστοιχο συνέβη και το 1996, όταν η κυβέρνηση Σημίτη υπακούοντας σε κοινοτική οδηγία έβγαλε το θρήσκευμα από τις ταυτότητες. «Όποιος νομίζει ότι γίνεται Ευρωπαίος μέσα από την ομοιομορφία και την ισοπέδωση πρέπει να γνωρίζει ότι είναι καταδικασμένος να είναι Ευρωπαίος δεύτερης κατηγορίας, φτωχός συγγενής της Ευρώπης. (…) Οι ευρωπαϊκοί λαοί δεν έχουν το σύμπλεγμα της κατωτερότητος για την πολιτιστική, για τη θρησκευτική και για την εθνική τους ταυτότητα, όπως έχουν δυστυχώς μερικοί από τους δικούς μας ευρωπαϊστές», εξηγούσε ο αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος σε μια μεγάλη διαδήλωση πιστών στο Σύνταγμα, προσπαθώντας να μαζέψει υπογραφές για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος πάνω στο θέμα.

Και οι δύο αυτές περιπτώσεις φαντάζουν τρομακτικές, τόσο από άποψη θεματολογίας όσο και από άποψη συμμετοχής. Ήταν περιστάσεις στις οποίες λειτούργησε αποκλειστικά το θυμικό, δημιουργώντας ρήγμα μεταξύ κοινωνίας και εξουσίας και επαναφέροντας στην επιφάνεια βασικούς εθνικούς διαχωρισμούς που θα μπορούσαν να πλήξουν συνολικά την ελληνική κοινωνία. Παρόλα αυτά, η ζημιά ήταν λιγότερη από την αναμενόμενη. Τα περιστατικά ήταν μεμονωμένα, ενώ οι φωνές διαμαρτυρίας βρέθηκαν μπροστά σε πολιτικούς που αντιμετώπισαν την εθνικιστική ρητορική με λογική και ρεαλισμό. Στην περίπτωση της Μακεδονίας ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, αφού άλλαξε τον φουριόζο υπουργό Εξωτερικών Αντώνη Σαμαρά, επιδίωξε μια συμβιβαστική λύση (άσχετο αν αποδείχθηκε περισσότερο μόνιμη παρά προσωρινή), ενώ στην περίπτωση των ταυτοτήτων το κοσμικό κράτος στάθηκε σθεναρά απέναντι στη δύναμη της εκκλησίας, αρνήθηκε το δημοψήφισμα και βγήκε νικητής.

Το 1999 ένα ακόμα γεγονός ταρακούνησε την ελληνική κοινωνία: η επίσκεψη του προέδρου των ΗΠΑ Μπιλ Κλίντον, λίγους μήνες μετά τους πρώτους βομβαρδισμούς στην ευρύτερη περιοχή της Γιουγκοσλαβίας. Αυτή τη φορά οι συγκεντρώσεις ήταν “παραδοσιακά αριστερές”, χωρίς τη σκέπη της εκκλησίας και τη χρήση εθνικών συμβόλων. Το αφήγημα, ωστόσο, δείχνει τον αντίκτυπο της ρητορικής του Α. Παπανδρέου με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Στο πρόσωπο του Κλίντον συγκεντρώθηκε όλη η αντιπάθεια της ελληνικής κοινωνίας απέναντι στις αμερικανικές πολιτικές στην Ελλάδα (την παρασκηνιακή συμμετοχή στη χούντα και το Κυπριακό), όμως ο πραγματικός λόγος αντίδρασης ήταν η στρατιωτική εμπλοκή των ΗΠΑ στα Βαλκάνια. Όταν οι Αμερικάνοι βομβάρδισαν τους Σέρβους, έναν λαό που λόγω θρησκείας θεωρείται “αδελφοποιημένος” με τους Έλληνες, καταδικάστηκαν χωρίς δεύτερη σκέψη και χωρίς ποτέ να αναφερθεί ο αντίλογος –κανείς τότε δεν μιλούσε για εθνοκάθαρση, για την (αναγνωρισμένη πλέον) γενοκτονία στη Σρεμπρένιτσα ή, ίσως πιο σημαντικά, για την εμπλοκή Ελλήνων ακροδεξιών στον γιουγκοσλαβικό εμφύλιο.

H δεκαετία του 1990 έκλεισε με τη “φούσκα” του χρηματιστηρίου. Όμως ακόμα και αυτή η οικονομική καταστροφή δεν ήταν ικανή να σταματήσει την πορεία της χώρας. Τα επόμενα χρόνια τα εθνικά αφηγήματα ήταν μόνο ενωτικά: το νέο νόμισμα, οι Ολυμπιακοί Αγώνες, το Euro 2004 –ακόμα και η νίκη στη Γιουροβίζιον ήταν ικανή να βγάλει τους Έλληνες στον δρόμο για πανηγύρια. Και αν τις νύχτες των μεγάλων θριάμβων η «Γαλάζια Στρατιά» κατέβαινε στην Ομόνοια και επιδιδόταν σε κυνήγι μεταναστών, δεν είχε ιδιαίτερη σημασία. Τίποτα δεν ήταν ικανό να σταματήσει την ευφορία των πολλών, που ατένιζαν το μέλλον με αισιοδοξία.

Μαθαίνοντας και τη βία

Το κλίμα θα άλλαζε σύντομα, όταν η οικονομική κατάσταση της χώρας θα έφτανε στο μη περαιτέρω και η νέα κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ θα υπέγραφε το πρώτο Μνημόνιο. Λίγο καιρό πριν, τον Δεκέμβριο του 2008, η κοινωνία είχε ήδη νιώσει την πρώτη πραγματική αλλαγή εδώ και δεκαετίες, όταν ο 16χρονος Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος έπεφτε αναίτια νεκρός από τις σφαίρες του ειδικού φρουρού Επαμεινώνδα Κορκονέα. Μια ολόκληρη γενιά νέων ανθρώπων βγήκε τότε στο δρόμο, όχι για να πανηγυρίσει, αλλά για να διαμαρτυρηθεί. Για πρώτη φορά μετά τη Μεταπολίτευση, η βία της αστυνομίας απαντήθηκε με βία από τους διαδηλωτές, μια βία με πολλαπλούς αποδέκτες. «Ήταν μια σοκαριστική δολοφονία ενός νέου παιδιού 16 χρονών», εξηγεί ο βουλευτής του Ποταμιού και αντιπρόεδρος της Βουλής Σπύρος Λυκούδης. «Όπως και να έβλεπε κάποιος την ανεμελιά του, σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να σκεφτεί πως η απάντηση είναι “σηκώνω ένα όπλο και τον πυροβολώ”. Αυτό δημιούργησε άλλου τύπου αντεκρήξεις και μπήκαμε σε έναν κύκλο πάρα πολύ δύσκολο και πάρα πολύ επικίνδυνο». Ο Νίκος Καρατζάς, ιδιοκτήτης του βιβλιοπωλείου «Ιανός» στο κέντρο της πόλης, είδε για πρώτη φορά τότε τη βιτρίνα του μαγαζιού του να σπάει: «Όταν αποφάσιζα τι όψη θα έχει ο Ιανός, αποφάσισα ότι δεν θα είναι σιδηρόφρακτη. Τα βιβλιοπωλεία είναι ιερές αγελάδες, δεν σπάει κανείς ποτέ βιβλιοπωλεία».

Πολλά έχουν γραφτεί και ειπωθεί για εκείνες τις μέρες, όμως ένα είναι βέβαιο: ήταν τότε που “τα παιδιά” αποφάσισαν πως το κράτος έπρεπε να τιμωρηθεί. Οι γονείς τους, βιολογικοί και πολιτικοί, δικαιολόγησαν όχι μόνο το θυμό τους, αλλά και τις πράξεις τους. «Η βία μόνο αιτιολογείται, δεν δικαιολογείται», διαφωνεί ο κ. Λυκούδης. «Θυμάμαι πιτσιρικάς διαδήλωνα με τον μεγαλύτερο αδερφό μου και όλη αυτή τη γενιά της προδικτατορικής περιόδου και ήξερα ότι ή θα την γλίτωνα χωρίς ξύλο ή θα τις έτρωγα. Αλλά το ότι μπορεί να έχω ένα καδρόνι στο χέρι μου και να αντεπιτεθώ δεν μου είχε περάσει ποτέ απ’ το μυαλό. Αισθανόμουν ότι αυτό που υποστήριζα ήταν το αίτημα της δημοκρατίας, της ομαλότητας και της ειρήνης. Υπό αυτή την έννοια, δεν μπορούσα να θεωρήσω τον εαυτό μου οπλισμένο ούτε καν με ένα ξύλο. Το πολύ πολύ να πετούσα κανένα νεράτζι. Μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας όλες οι πρώτες μαζικές διαδηλώσεις, οι επέτειοι του Πολυτεχνείου, είχαν δεχθεί πολλές επιθέσεις από τα ΜΑΤ. Υπήρχαν και νεκροί, ο Κουμής και η Κανελλοπούλου, παρόλα αυτά υπήρχε μια αυτοσυγκράτηση στο δημοκρατικό κίνημα. Αυτό άλλαξε με την έκρηξη της κρίσης».

Τα γεγονότα του Δεκέμβρη τελείωσαν σε λίγες μέρες, όμως η δημόσια ζωή δεν ξανάγινε ποτέ όπως ήταν παλιά. Η ανοχή στη βία είχε χτιστεί και τα χρόνια που ακολούθησαν έδειξαν με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο τι συμβαίνει σε μια κοινωνία όταν βρίσκεται σε πολιτική και οικονομική κρίση.

Οι μαζικές διαδηλώσεις κατά του πρώτου Μνημονίου το 2010 μετέτρεψαν την ανοχή σε συνήθεια. Ήταν πια “φυσιολογικό” να χτυπάμε τους αντιπάλους μας, είτε αυτοί ήταν αστυνομικοί είτε πολιτικοί. Τα ονόματα των βουλευτών που ψήφιζαν υπέρ του Μνημονίου διαπομπεύονταν από ντουντούκες στημένες στην πλατεία, ενώ όσοι τολμούσαν να βγουν έξω από τη Βουλή βρίσκονταν απέναντι σε ένα οργισμένο πλήθος που μετά βίας συγκρατούσε την αγανάκτησή του.

Στις 5 Μαρτίου ο Μανώλης Γλέζος χτυπήθηκε με χημικά από τους αστυνομικούς, ενώ ομάδα διαδηλωτών επιτέθηκε στον πρόεδρο της ΓΣΕΕ Γιάννη Παναγόπουλο με αυγά και γιαούρτια. Την Πρωτομαγιά το συγκεντρωμένο πλήθος επιτέθηκε φραστικά στον Απόστολο Κακλαμάνη.

Πέντε μέρες αργότερα, μια από τις μεγαλύτερες διαδηλώσεις των τελευταίων ετών μετατράπηκε σε μία από τις πιο μαύρες μέρες της κρίσης, γιατί θύματα αυτή τη φορά ήταν οι εργαζόμενοι στο κατάστημα της Μαρφίν στη Σταδίου, οι οποίοι δεν συμμετείχαν στην απεργία. Ο κ. Καρατζάς βρισκόταν τότε στον «Ιανό». Έσωσε το βιβλιοπωλείο από βέβαιο εμπρησμό και είδε με τα μάτια του την αγωνία των τραπεζικών υπαλλήλων στο απέναντι κτίριο: «Εκείνη τη μέρα έσπασαν τις πόρτες και πέταξαν μολότοφ. Εγώ, με τα χέρια μου, έπιασα τα φλεγόμενα αντικείμενα, βιβλία, πάγκους, σκαμπό. Αν είχε πάρει φωτιά ο Ιανός θα είχε πάρει και ολόκληρο το οικοδομικό τετράγωνο. Ήταν συγκλονιστικό. Εκείνη τη μέρα έζησα τόσο συγκλονιστικά πράγματα. Βλέπαμε όλοι με φρίκη το απέναντι να καίγεται, τους ανθρώπους να βγαίνουν στο μπαλκόνι ψηλά, να επιχειρούν ένα άλμα θανάτου για να περάσουν δίπλα. Εκείνη τη στιγμή μια γυναίκα, όχι μόνο ηλικιωμένη, αλλά ίσως και κακοπερασμένη, έβλεπε την αγωνία αυτών των ανθρώπων και φώναζε “να ψοφήσουν”. Φώναζε “να καούνε όλοι”. Εξοργίστηκα. Έβλεπε ανθρώπους να καίγονται, απελπισμένους, να προσπαθούν να σωθούν –το έγκλημά τους ήταν ότι δούλευαν». Ακόμα και σήμερα, οι δράστες του εμπρησμού της Μαρφίν, που είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο τριών ανθρώπων, δεν έχουν βρεθεί.

Παρότι τότε τα πράγματα ηρέμησαν, η προσωπική, στοχευμένη βία είχε έρθει για να μείνει. Τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους έδειραν τον πρώην Υπουργό Μεταφορών Κωστή Χατζηδάκη, σε μια επίθεση που καταγράφηκε στην κάμερα και θυμίζει μέχρι σήμερα τον τρόπο με τον οποίο πρόσωπα της δημόσιας ζωής μπήκαν στο στόχαστρο. Δεν ήταν μόνο οι πολιτικοί. Ήταν όλο το σύστημα. Ήταν ο διπλανός σου που σε έφτυνε όταν έφευγες από την πορεία. Μέρα με τη μέρα, συγκέντρωση τη συγκέντρωση, οι επιθέσεις σε βουλευτές έγιναν επιθέσεις στους “μνημονιακούς” δημοσιογράφους, στους ανθρώπους που έπιναν καφέ αντί να διαδηλώνουν, στα καταστήματα και τα σινεμά. «Τα χειρότερα φαινόμενα βίας ήταν για μένα το κάψιμο της Αθήνας μετά τον Γρηγορόπουλο, η Μαρφίν και η απίστευτη υπόθεση του Αττικόν και του Απόλλωνα», λέει ο k. Λυκούδης. «Αυτή η μαύρη τρύπα στο κέντρο της Αθήνας με θλίβει. Και αν στο πρώτο μπορεί κάποιος να βρει αιτίες για την οργή, τη Μαρφίν και το Αττικόν δεν μπορει να τα διανοηθεί κανείς. Υπήρχαν άνθρωποι που έβαλαν φωτιά σε ένα από τα ωραιότερα στολίδια της Αθήνας, σ’ ένα έργο του Τσίλερ. Πώς δεν λειτούργησε μια στοιχειώδης ευαισθησία απέναντι σ’ αυτό που βλέπανε;».

Οι συγκεντρώσεις των Αγανακτισμένων το καλοκαίρι του 2011 ήταν μεν ειρηνικές, αλλά έδειχναν την πλήρη απαξίωση μιας μεγάλης μερίδας του κόσμου απέναντι στα πάντα. Το σύνθημα «να καεί, να καεί, το μπουρδέλο η Βουλή» και οι μούντζες στο Κοινοβούλιο είχαν κι αυτά τη δική τους σημασία –η βία ήταν εύκολη στα στόματα όσων διαμαρτύρονταν. Όχι μόνο απευθυνόταν στο σύμβολο της δημοκρατίας, αλλά συνυπήρχε (σχετικά αρμονικά) με την “κάτω πλατεία”, όπου ο ΣΥΡΙΖΑ έβρισκε το νέο του ακροατήριο και οι πολίτες γνώριζαν για πρώτη φορά πρόσωπα που θα μονοπωλούσαν το ενδιαφέρον λίγα χρόνια μετά, όπως τον Γιάνη Βαρουφάκη, τον Ευκλείδη Τσακαλώτο και τον Γιώργο Κατρούγκαλο.

Και μπορεί τα αποτελέσματα αυτής της συνάντησης να έγιναν ορατά μόλις πέρυσι, όμως η απαξίωση της βίας ήταν εμφανής από τα αποτελέσματα των εκλογών του 2012 και κυρίως από την αποδοχή της Χρυσής Αυγής όχι μία, αλλά δύο φορές. Τότε αρχίσαμε να ζούμε τις μέχρι πρότινος απίστευτες χυδαιότητες των ακροδεξιών, που έφτυναν και έβριζαν τη Βουλή στην οποία συμμετείχαν.

Δεν μιλάμε όμως σήμερα γι’ αυτόν τον φασισμό, που βροντοφωνάζει τη φύση του κι έτσι κερδίζει το κοινό του. Μιλάμε για τον άλλο, που κρύβεται ύπουλα κάτω απο αυταρχικές συμπεριφορές, ντύνεται τον μανδύα της διαμαρτυρίας και, τελικά, καταφέρνει να θεωρείται νόρμα. Ο διχασμός είναι μεγάλη πληγή στη δημοκρατία και υπό αυτήν την έννοια, όσα συνέβησαν την εβδομάδα του δημοψηφίσματος τον Ιούνιο του 2015 είναι εξίσου σημαντικά από ένα στάσιμο ποσοστό 8% που κατέχει ένα νεοναζιστικό κόμμα. Η άλλη ζημιά ήταν αθόρυβη και δεν έχει ακόμη διορθωθεί, όχι μόνο επειδή οι πρωταγωνιστές της πολιτικής ζωής δεν το επιτρέπουν, αλλά γιατί η επικίνδυνη γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε πονάει ακόμα.

«Ο Μεταξάς (…) είπε ένα “όχι”. Προσέξτε, δεν είπε “ναι, περάστε”. Έδωσε μια μάχη. Μερικοί του έλεγαν “μην δίνεις μάχη, θα είναι εις βάρος της χώρας μας η μάχη αυτή”. Αλλά έδωσε, έστω εξαναγκασμένος, με τον λαό, έδωσε ένα “όχι”», έλεγε τον Ιούνιο του 2015 ο Νίκος Φίλης στο Mέγκα. Πέραν του ότι ο τότε κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ συνέκρινε τη στάση του κόμματός του με την άρνηση του Μεταξά να παραδώσει τη χώρα στον Μουσολίνι, η αίσθηση ότι το «όχι» είναι η πατριωτική στάση, ενώ το «ναι» προδοτική κυριάρχησε στην κοινή γνώμη. «Είναι ένας υπαρξιακός αγώνας για τον λαό μας», επεσήμανε και η πρόεδρος της Βουλής, Ζωή Κωνσταντοπούλου, στον ΣΚΑΙ. «Γερμανοτσολιάδες», «Τσολάκογλου», «σκυλιά που αλυχτάνε», «σκυφτοί ραγιάδες» ήταν φράσεις που έγιναν καθημερινές προσβολές. Ξαφνικά η οικονομική πολιτική είχε αναχθεί σε ζήτημα εθνικό, με τις δύο πλευρές να αρνούνται να ακούσουν η μία την άλλη, να θεωρούν εαυτόν θεματοφύλακες της δημοκρατίας και να χρησιμοποιούν εθνικούς μύθους και σύμβολα για να καταφέρουν να πείσουν τους πολίτες. Κι όταν όλο αυτό τέλειωσε, η πικρία συνεχίστηκε και για όσους κέρδισαν και για όσους έχασαν. Όσοι υιοθέτησαν τη ρητορική μίσους, είναι πλέον επιρρεπείς σε αντίστοιχες συμπεριφορές –και θα ήταν ακόμη περισσότερο αν η κυβέρνηση δεν είχε τελικά συμβιβαστεί.

Και τώρα τι;

Σήμερα μπορούμε να πούμε ότι την ίδια στιγμή που η ελληνική κοινωνία γυρνά την πλάτη σε ακροδεξιά μορφώματα, η εναντίωσή της στον αυταρχισμό εξαντλείται στη Χρυσή Αυγή, το τέρας που βλέπουμε και καταλαβαίνουμε. Κατά τα άλλα ευχόμαστε «κακό ψόφο» στα social media στον Θάνο Πλεύρη, όσο εκείνος παλεύει για τη ζωή του. Στοχοποιούμε δημοσιογράφους και χαιρόμαστε με την οικονομική δυσχέρεια παραδοσιακών μέσων ενημέρωσης. Γελάμε όταν τσακώνονται ο Άδωνης με τον Πολάκη και δεν δίνουμε δεκάρα για τύπους που χρησιμοποιώντας εθνικιστική ρητορική και “ψεκασμένες” θεωρίες χτίζουν σιγά-σιγά τη δική τους βάση. Τύπους, ας πούμε, σαν τον Αρτέμη Σώρρα.

Μην βιαστείτε να γελάσετε. Την επόμενη φορά που θα χαζεύετε έξω από ένα τζάμι αυτοκινήτου, ρίξτε μια ματιά στα κτίρια. Σε κεντρικούς δρόμους μπορεί κανείς να αναγνωρίσει τα γραφεία της Ε.ΣΥ. («Ελλήνων Συνέλευσις») από τις μπλε πινακίδες και τη φωτογραφία του Σώρρα, η οποία υπάρχει πάντα, για όσους δεν συνειδητοποιούν απευθείας περί τίνος πρόκειται. Θα διαπιστώσετε ότι φύτρωσαν χωρίς να το πάρετε χαμπάρι –και είναι πολλά, πάνω από 200 γραφεία σε όλην την Ελλάδα.

Ο Αρτέμης Σώρρας έρχεται από την Πάτρα και είναι επιχειρηματίας. Όπως γράφει στην προσωπική του ιστοσελίδα, «δεν ανήκει σε κόμματα, δεν ακολουθεί δόγματα και δεν υπηρετεί χρώματα». Ισχυρίζεται πως έχει μια ολοκληρωμένη οικονομική πρόταση για την Ελλάδα, ο συσσωρευμένος πλούτος της οποίας την καθιστά μία από τις πιο εύπορες χώρες στον πλανήτη. Το καλύτερο; Μπορεί να σου ρυθμίσει τα χρέη στην εφορία.

Είναι τόσο περίεργο όσο ακούγεται; Κι όμως, είναι ακόμα περισσότερο. Όταν πήγα να τον συναντήσω στα γραφεία της Ε.ΣΥ. στη Δάφνη, με ενημέρωσαν πως θα αργούσε κανα μισάωρο και έτσι περίμενα υπομονετικά, συνομιλώντας με τα μέλη που βρίσκονταν εκείνη τη στιγμή εκεί. Μετά από μια εντελώς φιλική συζήτηση, πίστεψα πως είχα να κάνω με μια τρελούτσικη κολλεκτίβα και, για λίγο, δεν έδωσα σημασία στην τεράστια ελληνική σημαία που κοσμούσε την κεντρική αίθουσα, ούτε στους μαιάνδρους που τριγύριζαν τις αρχές και τις αξίες της Ε.ΣΥ. Όταν όμως κατέφθασε ο Πρόεδρος, τα πράγματα άλλαξαν άρδην και το γραφείο φάνηκε για άλλη μια φορά περισσότερο επικίνδυνο, παρά γραφικό. «Το Μνημόνιο είναι ένα μεγάλο φιάσκο. Όλο αυτό που βλέπεις έχει ξαναγίνει στην Ελλάδα, από το 1841 μετρά έξι πτωχεύσεις. Προσπαθούν ο κόσμος να μην θυμάται. Ο κόσμος ξεχνάει, με αποτέλεσμα να γίνεται πάντα το ίδιο, με την ίδια δυναστεία, με το ίδιο αίμα, με την ίδια διαδικασία. Κάποιος πρέπει να τα τελειώσει όλα αυτά», εξηγεί. «Τον πλούτο της Ελλάδας τον έκρυβαν επιμελώς. Οι Στοές, τα δόγματα, με αυτά κυβερνάς, έτσι; Δόγμα είναι και η μασονία, δόγμα είναι ο εβραϊσμός, δόγμα είναι οι Ιλουμινάτι, δόγμα είναι τα τάγματα. Άρα έχουμε δόγματα που σε διοικούν και έχουν μια κοινή βάση. Εμείς φτιάχνουμε τη μεγάλη ομάδα του έθνους. Το ελληνικό έθνος πρέπει να ενωθεί κάτω από την ίδια του την ύπαρξη».

Κάπως έτσι, και μετά από ποικίλα σχόλια για το διανοητικό και μορφωτικό μου επίπεδο κάθε φορά που ενοχλούνταν από τις ερωτήσεις, μπήκαμε στη ζώνη του λυκόφωτος. Οι Χαζάροι Εβραίοι και η πλεκτάνη τους ενάντια στο ελληνικό έθνος, η έλευση των Ελλήνων από την τεράστια κοσμοκρατορία και οι Άγγλοι, «τα παιδιά των πιθήκων», ήταν όλα όσο ρατσιστικά φαίνονταν εξαρχής. Μόνο που ο Σώρρας δεν θεωρεί τον εαυτό του ακροδεξιό. Αντίθετα, ισχυρίζεται πως «το έθνος και η πολιτεία είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Η πολιτεία έχει τα πάντα μέσα. Οι κοινωνίες μας και οι πολιτείες μας μπορούν να έχουν άπαντες μέσα. Όταν μιλάω για έθνος όμως, μιλάω μόνο για το ελληνικό έθνος και δεν υπάρχει άλλο».

Το ελληνικό έθνος, κατά τον Σώρρα, είναι το μοναδικό έθνος πάνω στη γη. Οι υπόλοιποι είτε είναι απόγονοι Ελλήνων («Ο πρώτος βασιλιάς της Αιγύπτου ήταν ο Μίνωας», «η Αλβανία κανονικά λέγεται Ιλλυρία», «η Ευρώπη είναι δική μου, κόρη του Διός», «Το ξέρεις ότι τα Σόλυμα είναι ελληνικά; Πού να το ξέρεις; Ποιος να στο μάθει απ’ όλα αυτά τα καθίκια; Τα Σόλυμα είναι μια ελληνική πόλη. Την έφτιαξε ο αδερφός του Μίνωα. Όλα αυτά είναι ελληνικά, σκάβουν σήμερα στο Ισραήλ και βρίσκουν ελληνικά αρχαία. Και τον Ηρώδη που λένε, Έλληνας Σικελός ήταν»), είτε υπάνθρωπες φυλές που μηχανεύονται το κακό τους («Στα ιερά τους βιβλία οι Εβραίοι λένε ότι ο Έλληνας δεν είναι άνθρωπος, είναι κτήνος»). Με ψευδοεπιστημονικές αλήθειες, μισές πληροφορίες και πολλή δόση τσαμπουκά, ο Σώρρας προσπαθεί να σε πείσει ότι έχει τη γνώση να σε βοηθήσει.

Στην πραγματικότητα ξέρει πως όλα αυτά που λέει δεν έχουν και ιδιαίτερη σημασία, γι’ αυτό τα συζητάει άνετα.

Όταν όμως η κουβέντα πάει σε θέματα που δεν θέλει να θίξει, προτιμά να εξανίσταται, ότι δήθεν βαριέται να εξηγεί για δεύτερη φορά («αυτό δεν είναι διευκρίνιση, καψόνι του προέδρου είναι») ή να προσβάλει ευθαρσώς τη δημοσιογράφο που έχει μπροστα του («Πρέπει να ανεβάσεις λίγο τις γνώσεις σου για να κάνεις δημοσιογραφία. Βρες μου ένα βιβλίο αγγλικών του 1500»). Εκεί όμως βρίσκεται η ουσία της Ε.ΣΥ.: Διακηρύττει πως η πολιτεία είναι για όλους, αλλά…για ποιους όλους μιλάμε; Για παράδειγμα, οι μετανάστες «έρχονται εδώ με σκοπό να υπάρξει εθνική αλλοίωση». Ανάμεσα στους πολίτες, υπάρχουν ήδη κατηγορίες έτοιμες για “πόδι”· όπως λέει ο Σώρρας, «οι αστρολόγοι, οι ρέικι, οι ψυχολόγοι που διαχειρίζονται το συναίσθημα, τι προσφέρουν άραγε στην κοινωνία σου;». Η Ε.ΣΥ. σχεδιάζει να «πάρει τη χώρα πίσω. Αν κάνουν εκλογές. Αν συσπειρωθεί όλος ο ελληνικός λαός, αυτά τα ζωντόβολα θα φύγουν από τη χώρα». Όπως στην Αργεντινή; «Όχι, θα πάρουμε λουλουδάκια και θα τρέχουμε στους δρόμους ξεβράκωτοι», απαντά ειρωνικά. Σχεδιάζει, άλλωστε, να κάνει μήνυση για εσχάτη προδοσία σε όλο το ελληνικό κοινοβούλιο –πράξη μάλλον παράταιρη για κάποιον που ισχυρίζεται πως η δημοκρατία είναι η πολιτική παρακαταθήκη του έθνους.

Τελικά, μόνο σε μια ερώτηση ο κ. Σώρρας δεν κράτησε την ψυχραιμία του και ήταν αρκετή. «Συγκρίνεστε με τη Χρυσή Αυγή;» «Η μαύρη προπαγάνδα δεν περνάει. Και επειδή είναι όλο το σύστημα μια γαμημένη μαύρη προπαγάνδα, τους δηλώνω ότι η Χρυσή Αυγή είναι ενα μογγολομόρφωμα, το οποίο είναι στημένο στη χώρα μου και ξενόφερτο, χρόνια τώρα. Στη χώρα που έχω 650.000 εκτελεσμένους Έλληνες από Ασκαναζίμ, θα μου πεις για Χίτλερ; Η Χρυσή Αυγή διαλύεται από μας! Πολλοί φεύγουν και έρχονται εδώ και γι’ αυτό πολλά γραφεία μου τα χτυπάνε!».

Η άλλη όψη

Αν, λοιπόν, ο φασισμός ερχόταν αύριο, θα τον αναγνωρίζαμε;. Κάποιοι ίσως όχι, ειδικά αν ήταν καλά κρυμμένος. Αλλά τα πράγματα δεν είναι έτσι για όλους. Το είδαμε σε αυτούς που, σαν τον κ. Λυκούδη, πιστεύουν πως η μάχη για τη δημοκρατία «δίνεται μαζικά, με άλλη καταγραφή και με εσωτερικότητα». Στους φίλους και συνεργάτες του Νίκου Καρατζά που έσπευσαν να υπερασπιστούν τον «Ιανό» από τις επιθέσεις εκείνης της ζοφερής ημέρας. Και σε εκείνους, τους πολλούς, που έτρεξαν ν’ ακούσουν τα κάλαντα του Σαββόπουλου έξω από το Αττικόν, την παραμονή των Χριστουγέννων.

 

Γεννήθηκε το 1991 στην Αθήνα. Σπούδασε Επικοινωνία και ΜΜΕ στο ΕΚΠΑ και Θεωρίες Εθνικισμού στο Εδιμβούργο. Συνεργάζεται ως freelancer με διεθνή και ελληνικά Μέσα (Τα Νέα, Popaganda, NPR, κ.ά.). Αιώνια ερωτευμένη με τα έντυπα, γράφει για βιβλία στο Books’ Journal.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s