Ο Τρωικός ο Πόλεμος

Κάτ’ απ’ το κάστρο το βαρύ με τα πλατειά τα τείχη
στέκοντ’ οι έλληνες βουβοί και βλαστημούν την τύχη.
Μοίρα κακή τους έριξε και πάνε δέκα χρόνια·
οι ζέστες τους αφάνισαν, τους έλιωσαν τα χιόνια·
και ο πανούργος Oδυσσέας έχει κι αυτός σαστίσει
και τους θεούς παρακαλεί για νάβρουν κάποια λύση.
– Άχ, Οδυσσέα (έλεγε) είσαι μεγάλος βλάκας,
ποιος τούπε του Μενέλαου να γεννηθεί μαλάκας;
κι έτσι τον Πάρη άφησε να τόνε κερατώσει
και στης Ελένης το μουνί τον πούτσο του να χώσει·
κι εγώ τι φταίω σ’ όλ’ αυτά ν’ αφήσω την καλή μου
και δέκα χρόνια να τραβώ στην Τροία το πουλί μου;
Αυτά κι άλλα σκεφτότανε, μάτι χωρίς να κλείσει,
μα ‘τανε δύσκολο πολύ, δεν έβλεπε τη λύση.
Μέσα στην τρύπια του σκηνή μια μέρα ξαπλωμένος
εχάιδευε τον πούτσο του πούτανε σηκωμένος.
Τα δυό μεγάλ’ άρχίδια του κρεμόντουσαν με χάρη
και να! μπροστά του η Αθηνά εστάθη με το κοντάρι.
Σηκώνει τη χλαμύδα της και δείχνει το μουνί της­
σκύβει και λέει στο αφτί με καύλα στη φωνή της:
– Ω, πολυμήχανε Οδυσσέα, απ’ τού Ολύμπου τα ύψη
στο πατρικό το σπίτι σου σε κοίταγα με θλίψη
της Πηνελόπης το μουνί να το γαμάς με λύσσα
κι αόρατη κατέβαινα και μάζευα τα χύσια·
σα λυσσασμένη κοίταγα την όμορφη ψωλή σου,
τ’ άρχίδια σου τα τριχωτά και το χοντρό καυλί σου
κι είμ’ από τότε ανήσυχη και δε θα ησυχάσω
τον πούτσο σου, που λαχταρώ, αν δεν τον δοκιμάσω.
Εγώ κρατάω τα κλειδιά, την Τροία για να πάρεις,
μα πρέπει για αντάλλαγμα να μου τον φερμάρεις.
Ο Οδυσσέας σταμάτησε, σκέφτηκε ώρα λίγη,
είδε πως ήταν δύσκολο πολύ να τ’ άποφύγει.
Της βάζει μια τρικλοποδιά, την ξάπλωσε στο χώμα,
κι από την καύλα την πολλή θα την γαμούσε ακόμα,
μα πήγ’ ο νους του στη δουλειά, σηκώνεται ξανά,
σκουπίζει την ψωλάρα του και λέει στην Αθηνά:
– Μωρή πουτάνα, στόκανα και τούτο το χατίρι,
πες μου τώρα το κόλπο γρήγορα, πες μου το κι ά-σιχτίρι!
Τα ξέρεις άπ’ τον Όμηρο· τι να στα λέω ξανά;
Τι κόλπο του ξεφούρνισε η πρόστυχη Αθηνά:
έφτιαξε ένα άλογο ψηλό τριάντα μέτρα,
που ήταν όμως ξύλινο και όχι από πέτρα.
Μέσα στην κούφια του κοιλιά κρυφτήκανε μ’ ελπίδα
και κόβανε την κίνηση απ’ την κωλοτρυπίδα.
Κι οι τρώες, όπως ξέρετε, μαλάκες ήταν όλοι,
εγκρέμισαν τα τείχη τους και τόφεραν στην πόλη
κι όταν η νύχτα έπεσε οι τρώες κουρασμένοι
στα μαλακά κρεβάτια τους πέσαν ευτυχισμένοι.
Μα ξάφνου, μέσα στο βαθύ της νύχτας το σκοτάδι,
ξεχύνονται από παντού, σα νάταν απ’ τον Άδη,
εκατοντάδες άχαιών δαυλιά κρατώντας όλοι
κι απ’ του αλόγου την κοιλιά πηδάνε μες στην πόλη.
Και να, ο Οδυσσέας κινδύνευε, καθώς αλλού σας είπα,
και κάθε μέρα κοίταζε του κώλου του την τρύπα.
Στα μακρινά παλάτια του, στην όμορφη πατρίδα,
στο σπιτικό του δηλαδή, ξαπλώναν την αρίδα
μάτσο τα αρχοντόπουλα από γονείς βαρβάτους
και κάθε μέρα τρώγονταν χειρότερ’ απ’ τους γάτους.
Την Πηνελόπη ήθελε καθένας τους για ταίρι,
για να της γλείφει τα βυζιά και να της βάζει χέρι.
Αυτή όμως δεν πείθεται πως έχει πια χηρέψει,
και μ’ όλο που στον ύπνο της συχνά παθαίνει ρεύση,
κρατά την τρύπα της κλειστή για τα καυλιά τα ξένα,
καυλιά π’ αν τάβαζε μαζί για να τα κάνει ένα
κι αυτό το ένα το καυλί στην τρύπα της να χώσει
πάλι δε θα της έφτανε για να την ξεκαυλώσει.
Παρ’ όλη όμως την καύλα της – και είναι προς έπαινόν της­ –
ψωλή δεν άγγιξε ποτέ τον πισινόν της.
Όρκο τούς βάζει φοβερό: πώς την καρδιά θα δώσει
σ’ όποιον μπορέσει με κλειστά μάτια να της τον χώσει.
Ήτανε δύσκολο πολύ σε τούτη τη φατρία
(της τόχε μάθει ο Οδυσσέας πριν φύγει για την Τροία)
την Πηνελόπη έγδυνε, ασφάλιζε τα μάτια,
έπαιρνε φόρα, όρμαγε σαν τα βαρβάτα άτια,
κι έτσι τρέχοντας πήγαινε στην τρύπα συστημένα,
παρ’ όλο πού τα μάτια του ήτανε σφαλισμένα.
Και με το κόλπο τώρ’ αυτό τους έχει πια στο χέρι
και όρκο παίρνει πως κανείς δε θα τα καταφέρει.
Ήρθε η ώρα η κρίσιμη, πλησίασε η ώρα,
που βασιλιά θ’ απόχταγε του Oδυσσέα η χώρα.
Σε χαμηλό ανάκλιντρο, στα κόκκινα στρωμένο,
η Πηνελόπη στάθηκε με κώλο τουρλωμένο.
Λίγο πιο πέρα οι γαμπροί στέκονται στη γωνία
και τη σειρά του ο καθείς προσμένει μ’ αγωνία.
Πρώτος είν’ ό Ψωλάριχος – τα μάτια τούχουν δέσει,
μα το πανί είναι μακρύ και κρέμεται σαν φέσι.
Κινά σε λίγο βιαστικός για την κωλοτρυπίδα,
περνάει δίπλα της ξυστά και χάνει καθ’ ελπίδα.
Δεύτερος ο Μουνίχιος – κρατάει την Τροιζήνα,
μα παίρνει λάθος διεύθυνση και μπαίνει στην κουζίνα·
κι ο κώλος πάντ’ ανέγγιχτος τουρλώνεται με νάζι
και την ψωλή του τυχερού στα βάθη του φωνάζει.
Τρίτος είν’ ο Αρχίδημος, με τα μεγάλ’ αρχίδια,
αλλά σκοντάφτει στα μισά και πάει στα τσακίδια.
Τέταρτος, πέμπτος… έβδομος… κανείς δεν έχει τύχη,
και την πληρώνουν πάντοτε οι πόρτες και οι τοίχοι.
Και ξάφνου, κάποιος πρόβαλε (κανένας δεν τον ξέρει
κι ούτε να είναι φαίνεται απ’ τα δικά τους μέρη),
στον κώλο ρίχνει μια ματιά, π’ ασπρίζει κει στο βάθος,
γυρνάει και λέει στους γαμπρούς όλο καημό και πάθος:
– Είμαι κι εγώ ‘νας άρχοντας, έχω γαλάζιο αίμα
(να μαραθεί ο πούτσος μου, εάν σας λέω ψέμα!),
τον κώλον αυτόν τον αναιδή θάθελα να δαμάσω·
παρακαλώ αφήστε με κι εγώ να δοκιμάσω.
Τον άφησαν· τού δέσανε τα μάτια και τον γδύσαν
κι ο πούτσος του σαν φάνηκε τον είδαν κι απορήσαν.
Μ’ αυτός κινάει αγέρωχος, με γρήγορο το βήμα,
κι ο πούτσος στην κωλάρα της σφηνώνεται σαν βλήμα!
Ακούστηκε ένα τρίξιμο, σαν πόρτα όταν κλείνει-
είχε ξεχάσει, η δύστυχη, να βάλει βαζελίνη…
Όλ’ οι μνηστήρες τάχασαν, τους ζώσανε τα φίδια·
έξ’ απ’ τον κώλο μοναχά κρεμόντουσαν τ’ αρχίδια.
Της Πηνελόπης η φωνή τους βγάζει απ’ την πλάνη
(τον έχει ακόμα μέσα της κι από τις πάντες κλάνει):
– Είν’ ο Οδυσσέας, κι αν μπορεί κανείς ας με διαψεύσει,
λάθος δεν κάνω εγώ ποτέ, τον γνώρισ’ απ’ την γεύση!
Τότε (τί θαύμα φοβερό!) εκείν’ οι ψωλαράδες
κατάχαμα ξαπλώσανε σαν νάτανε κυράδες­
ανοίγουνε τα πόδια τους, τουρλώνουνε τον κώλο
και περιμένουν να δεχθούν τον τρομερό τον ψώλο.
Μ’ αυτός δηλώνει άσπλαχνα πώς είναι κουρασμένος,
πως είν’ τ’ αρχίδια του κενά κι ο πούτσος του πεσμένος.
Έδωσε όμως το λόγο του στους τουρλωμένους κώλους
πως κάποια μέρα και αυτούς θα τους γαμούσε όλους.

Από τη Νεοελληνική Αθυροστομία 1 της Μαίρη Κουκουλέ, εκδόσεις Νεφέλη, 1984

Ο Τρωικός ο Πόλεμος είναι ειπωμένος στην ανθολόγο από τον θείο της Γιώργο, απόστρατο αξιωματικό, και τον γιό του Κωνσταντίνο, φοιτητή. Γνωστό τουλάχιστον από το 1955, κυκλοφόρησε, παράνομα, σε μαγνητοταινία το 1978. Ο λογοτέχνης ‘Ηλίας Παπαδημητρακόπουλος, τέως στρατηγός, κατέγραψε μια παραλλαγή του ποιήματος (το 1979), πού κυκλοφορούσε προφορικώς μεταξύ των φαντάρων. Την εποχή εκείνη ο Τρωικός ο Πόλεμος, καθώς και παραλλαγές του, ήσαν γνωστά σε φοιτητές, καλλιτέχνες και κυρίως στους ομοφυλόφιλους.

%ce%bd%ce%b5%ce%bf%ce%b5%ce%bb%ce%bb%ce%b7%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%ce%b1%ce%b8%cf%85%cf%81%ce%bf%cf%83%cf%84%ce%bf%ce%bc%ce%af%ce%b1

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s