Είμαστε όσο ελεύθεροι νομίζουμε ότι είμαστε;

Η αυτοματοποιημένη απάντηση είναι ναι. Νιώθουμε ελεύθεροι γιατί θεωρούμε το σύστημα που μας περιβάλλει ελεύθερο. Και ενώ αυτό μας δίνει το δικαίωμα να εκφραζόμαστε, να αποφασίζουμε, να ενεργούμε και να νιώθουμε ελεύθεροι, αδυνατούμε να αντιληφθούμε ότι υπάρχει μία εσωτερική φυλακή, επιβαλλόμενη από ένα δικτατορικό καθεστώς. Μία πιο επεξεργασμένη ματιά, θα διακρίνει ότι έχουμε εκπαιδευθεί στη διαστρεβλωμένη αντίληψη της ελευθερίας: ορισμένη με κοινωνικούς και πολιτικούς όρους, σαν κάτι που συμβαίνει έξω από εμάς και περιμένουμε να μας προσεγγίσει για να μας επιτρέψει να είμαστε ελεύθεροι.

Η έννοια της ανθρώπινης ελευθερίας έχει απασχολήσει αιώνες τώρα ψυχολόγους και φιλοσόφους. Αποτυπώσεις της συναντάμε στα αρχαία ελληνικά χρόνια με τη διονυσιακή-ορφική θρησκεία, πολύ διαδεδομένη μεταξύ του απλού λαού, η οποία διακήρυττε ότι η ψυχή είναι a priori αμαρτωλή και φυλακισμένη μέσα στο σώμα, ορίζοντας έναν ανελεύθερο άνθρωπο, περιμένοντας τη μετεμψύχωσή της μετά το θάνατο ως ελευθερία – ιδέα που υιοθετήθηκε αργότερα από την ιουδαιο-χριστιανική κληρονομιά. Στην πορεία της ανθρωπότητας, υπαρξιστές φιλόσοφοι όπως ο Kierkegaard, ο Sartre και ο Nietzsche άγγιξαν την ελευθερία του ανθρώπου μέσα από την υποκειμενικότητά του και τις επιλογές του και ψυχολόγοι όπως ο Freud διετύπωσαν αιτιοκρατικές θέσεις, που ανέφεραν ότι ο άνθρωπος είναι αποτέλεσμα εσωτερικών ορμών και ενστίκτων.

Επομένως, είμαστε ελεύθεροι ή οργανισμοί προκαθορισμένοι από γονίδια, ασυνείδητες ορμές και εξωτερικά ερεθίσματα που στην πορεία μεταλλάσσονται σε σκέψεις, συναισθήματα και συμπεριφορές για να μας προσφέρουν μία υποκειμενικοποίηση της αντικειμενικότητας του κόσμου; Σύμφωνα με τους φιλοσόφους του υπαρξισμού, η ύπαρξη αναδύεται  δυναμικά στον κόσμο από την ανυπαρξία και ως εκ τούτου δεν μπορεί να περιοριστεί σε ένα σύνολο καθοριστικών αιτιών. Από αυτή την άποψη, η ελευθερία δεν αποτελεί ένα συμπλήρωμα της ύπαρξης αλλά της ουσίας της.

Ο Sartre αναφέρει: «Ο άνθρωπος δεν υπάρχει πρώτα για να είναι ελεύθερος μετά. Δεν υπάρχει καμία διαφορά ανάμεσα στην ύπαρξη ενός ανθρώπου και στην ελεύθερη ύπαρξή του».

Μήπως όμως, τη σημερινή εποχή, ζούμε την ψευδαίσθηση της ελευθερίας; Η ελευθερία μας καθορίζεται τόσο από τις επιλογές που μας δίνονται ως de facto μέσα από το σύστημα στο οποίο ζούμε, όσο και από το νόημα που κάνουν αυτές οι επιλογές στα παρελθοντικά μας βιώματα. Και ενώ νιώθουμε ότι μπορούμε να εκφραστούμε ελεύθερα, μπαίνουμε σε ένα φαύλο κύκλο επίδρασης από το εξωτερικό σύστημα που συνεχώς τρέφει τις δοτές βιωματικές εμπειρίες και μας βάζει σε μία στυγνή επανάληψη. Σε μία άλλη εκδοχή της σύγχρονης ελευθερίας, δεν έχουμε συναίσθηση των βιωμάτων μας οπότε αφήνουμε αφιλτράριστη την εξωτερική ελευθερία να διεισδύσει μέσα μας και να κυριαρχήσει. Αφού δεν γνωρίζουμε τα πραγματικά δυναμικά μας, εμπιστευόμαστε το εξωτερικό ερέθισμα που το βιώνουμε ως ελευθερία. Έτσι, οι επιλογές μας στο εδώ και τώρα έχουν αφετηρία ένα συνειρμικό αυθορμητισμό που έχει τις ρίζες του σε παρελθοντικές εμπειρίες.

Γιατί δεν επιλέγουμε να είμαστε ελεύθεροι;  

Σύμφωνα με τον Rollo May, μπορούμε είτε να ασκούμε την ελεύθερη βούλησή μας και να βιώνουμε φυσιολογικό άγχος είτε να μην την ασκούμε και να νιώθουμε ένοχοι. Προφανώς, δεν είναι εύκολο να είναι κανείς άνθρωπος, γιατί αυτή η σύγκρουση μεταξύ άγχους και ενοχής είναι μόνιμο μοτίβο στην ανθρώπινη ύπαρξη: «Η σύγκρουση είναι μεταξύ της ανάγκης κάθε ανθρώπου να αγωνισθεί για αυξημένη αυτοσυνείδηση, ωριμότητα, ελευθερία και υπευθυνότητα και της τάσης του να παραμείνει παιδί και να γαντζωθεί στην προστασία των γονέων ή των γονεϊκών υποκαταστάτων». (May, 1953)

Η επιλογή της ελευθερίας, δεν έρχεται όμως χωρίς κόστος. Την ώρα που στεκόμαστε μπροστά στο δικαίωμα της ελευθερίας, βρισκόμαστε ενώπιον δύο επιλογών που κυριαρχούνται από διαφορετικά συναισθήματα: από την μία υπάρχει η σιγουριά της επιλογής βάσει του παρελθόντος, ακόμα και αν επιφέρει αποτελέσματα στασιμότητας και ματαιότητας και από την άλλη το άγχος και ο φόβος της ευθύνης για κάτι καινούριο. Δεν είναι παράδοξο που οι περισσότεροι επιλέγουμε το πρώτο καθώς προσφέρει ασφάλεια. Αρχικά νιώθουμε όμορφα για την επιστροφή της επιλογής σε γνώριμα μονοπάτια, ώσπου να έρθει η ώρα της σύγκρουσης διότι αντιλαμβανόμαστε ότι πρόκειται για μία αντίδραση που ζορίζει. Τότε είναι που το συναίσθημα της ασφάλειας δίνει τη θέση του στο άγχος. Πώς θα επιτύχουμε να κάνουμε αυτό που θέλουμε, αφού δεν το έχουμε κάνει ποτέ; Εδώ είναι που παίρνουμε τη βοήθεια του υπερφυσικού (πώς λέμε τη βοήθεια του κοινού, κάτι παρόμοιο).

Ένα από τα πλέον συνήθη μέσα άμυνας ενάντια στην απειλή της ενοχής και της υπαιτιότητας είναι η μετάθεση της ευθύνης για μία πράξη σε κάτι εξωτερικό. Για παράδειγμα μπορεί να θεωρήσουμε υπεύθυνους άλλους ανθρώπους για τις επιλογές που έχουμε κάνει οι ίδιοι, χαρακτηρίζοντας τους εαυτούς μας αθώα θύματα πράξεων των άλλων. Επίσης τείνουμε να θεωρήσουμε τους κοινωνικούς θεσμούς υπεύθυνους για τις επιλογές μας ή μεταθέτουμε την ευθύνη μας σε υπερπροσωπικές δυνάμεις όπως το σύμπαν. Ως μέρος αυτής της μετάθεσης ευθύνης νιώθουμε ότι έχουμε ένα θεϊκό δικαίωμα να τυγχάνουμε φροντίδας, ότι ο κόσμος μας οφείλει κάτι και όχι ότι εμείς έχουμε την ευθύνη να δημιουργήσουμε τη δική μας ζωή.

Η συμπεριφορά αυτή, είναι μαθημένη. Εκπαιδευόμαστε στην ευθυνοφοβία από το περιβαλλόμενο του σύστημα όπου πάντα οι άλλοι ευθύνονται για αυτό που συμβαίνει. Αφού πάντα οι άλλοι έχουν μάθει να παίρνουν ευθύνη για εμάς, είναι πολύ δύσκολο να διαχειριστούμε το άγχος της ελεύθερης επιλογής. Για αυτό και κάθε προσπάθεια σκέψης για το μέλλον, περικλείεται πρώτα από τα σενάρια αποτυχίας. Οι περισσότεροι άνθρωποι σκέφτονται: «πώς θα αντέξω να ζήσω με τις αποτυχημένες επιλογές μου;». Το άγνωστο έχει φόβο που συνδέεται με το δυσάρεστο σενάριο. Αυτή η σκέψη υψώνει εμπόδια,  δημιουργεί άγχος και κλέβει την ελευθερία.

«Η δυνατότητα της ελευθερίας αυτοαναγγέλεται με το άγχος» επισημαίνει ο Kierkegaard.

Και συνεχίζει υποστηρίζοντας ότι όσο περισσότερο αναγνωρίζει κάποιος την ελευθερία του και δρα σύμφωνα με αυτήν, τόσο μεγαλύτερη αγωνία βιώνει. Αυτό που επιδεινώνει το άγχος, είναι ότι δεν έχουμε καμία σταθερά πάνω στην οποία να βασίσουμε τις επιλογές μας. Αν αναρωτηθούμε για την ελευθερία μας, θα μας κυριεύσει το άγχος καθώς θα αναγνωρίσουμε ότι ό,τι γνωρίζαμε είναι απλώς κοινωνικές συμβάσεις. Όλοι οι τρόποι συμπεριφοράς, σκέψης και συναισθήματος θα μπορούσαν να είναι απλά διαφορετικά. Έρχεται εκείνη η στιγμή που ουσιαστικά αυτό που αντιλαμβανόμαστε ότι είμαστε ηθοποιοί στο θέατρο της ζωής και παίζουμε ένα δοτό ρόλο που μας δίνει την ψευδαίσθηση ενός ανώτερου νοήματος. Σαν τον φακίρη που πετάει το σκοινί στον αέρα και μετά προσπαθεί να ανέβει σε αυτό.

Πώς θα αξιοποιήσουμε την ελευθερία μας;  

Για να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα, χρειάζεται να δούμε την ολότητα της ζωής και τον άνθρωπο μέσα σε αυτήν. Τι είναι η ζωή: ένα χρονικό διάστημα ύπαρξης μεταξύ γέννησης και θανάτου. Σα δύο βιβλιοστάτες η ελευθερία μας κινείται μέσα σε αυτά τα όρια και είναι περισσότερο μαθημένη και εκτελεστική παρά συνειδητή. Μόνο όταν συνειδητοποιήσουμε ότι ουσιαστικά εκφράζουμε την ελευθερία που μας υπαγορεύεται, είτε εξωτερικά είτε έχει υπαγορευθεί από το βιωματικό μας παρελθόν, θα αρχίσουμε να αντιλαμβανόμαστε την αξία της. Ακριβώς, όπως λειτουργεί και η γνωστή παραδοσιακή ρήση: χρειάζεται να χάσεις κάτι για να το εκτιμήσεις. Σκεφτείτε τον εαυτό σας μέσα σε ένα κελί φυλακής. Εκείνη τη στιγμή αρχίζετε να θέλετε όλα αυτά που δεν μπορείτε να κάνετε.

Στην ερώτηση που δυσκολεύονται όλοι οι θεραπευόμενοί μου, είναι η ερώτηση «τι θέλεις στη ζωή σου;». Μία ερώτηση που προκαλεί άγχος καθώς κανείς δεν την έχει σκεφτεί στην ελεύθερή της έκφραση παρά μόνο στην επιφανειακή καθημερινότητα. Είναι τόσο δύσκολο να αποφασίσει κανείς για τη ζωή του, όταν δεν το έχει κάνει μέχρι τώρα… αλλά και τόσο λυτρωτικό όταν καταλάβει ότι μπορεί. Τότε έρχεται αντιμέτωπος με τον επόμενο δυνάστη της ελευθερίας του, την ανευθυνότητα. Η ανευθυνότητα είναι μία επιλογή που μας κρατά στην παιδική ηλικία, καθηλωμένους στην ανωριμότητα. Ο αντίθετος πόλος έχει την ευθύνη, την ενηλικίωση, την ωρίμανση και την ανάληψη, πέραν αυτής, και των συνεπειών που έχουν οι επιλογές μας. Το παιδί μέσα μας, χρειάζεται να σταματήσει να προσφέρει καταφύγιο και να μεγαλώσει.

Επιλέγοντας ευθύνη, επιλέγουμε και την εμπιστοσύνη, που οδηγεί με τη σειρά της στην αυθεντική επιθυμία, απαλλαγμένη από το ενοχλητικό τραγούδι των σειρήνων που μας καλεί να επιστρέψουμε στο παιδικό βόλεμα. Τότε αντιλαμβανόμαστε το κανονιστικό πλαίσιο και τους επιβαλλόμενους ρυθμούς που είχαμε ως τότε και δίνουμε μεγαλύτερη βαρύτητα στα συναισθήματα και τα βιώματα. Όσο μεγαλύτερη η επίγνωση των συναισθημάτων, τόσο μεγαλύτερη και η επίγνωση των αυθεντικών επιθυμιών, τόσο μεγαλύτερη και η συνειδητή ελευθερία.

Μαζί με την αναγνώριση της ανελευθερίας μας, η ανάληψη ευθύνης, η εμπιστοσύνη και η δέσμευση, είναι τα κριτήρια της ελευθερίας. Προσοχή στην παγίδα όμως: η ελευθερία που πηγάζει από την τόσων ετών σκλαβιά, έρχεται να προκαλέσει αναστάτωση και αναρχία. Είναι σημαντικοί οι όροι που θα τεθούν για την άσκηση της ελευθερίας. Δεν μιλώ για απελευθέρωση, ούτε για σωσίβια που σώζουν στα επαναλαμβανόμενα λάθη της ζωής, ούτε αναφέρομαι στα ευφυολογήματα που υποστηρίζουν ότι «πρέπει να ζούμε την κάθε ημέρα σαν να είναι η τελευταία μας». Αναφέρομαι σε μία έννοια ελευθερίας που αναβλύζει μετά από προσεκτική επίγνωση όλων των παραμέτρων και αναγνώριση των κρυμμένων δυναμικών μας. Αυτή η ελευθερία, είναι πλέον στάση ζωής, όχι σωσίβιο για τις δύσκολες στιγμές της, την οποία έχουμε δουλέψει θεραπευτικά, έχουμε βάλει στόχους και έχουμε κάνει αλληλένδετη με τη ζωή μας, μπαίνοντας να την  υποστηρίζουμε κάθε στιγμή.

Η βιωματική εμπειρία έρχεται στην πορεία να ιζηματοποιήσει την ελευθερία μας και να την επικαιροποιεί συνέχεια με αποδεικτικά στοιχεία. Τότε μόνο θα μπορούμε να πούμε με ελευθερία ότι είμαστε οι επιλογές μας: η ταυτότητα και τα χαρακτηριστικά μας αποτελούν συνέπεια – και όχι αιτία – των επιλογών μας. «Ο άνθρωπος δεν είναι τίποτε άλλο πέρα από αυτό που κάνει για τον εαυτό του», αναφέρει ο Sartre. Σύμφωνα με την υπαρξιστική ψυχολογία δεν μπορούμε να επιλέξουμε να μην είμαστε ελεύθεροι: ακόμη και αν επιλέξουμε να μην επιλέξουμε, έχουμε κάνει ήδη μία επιλογή.


Λίγα λόγια για το συγγραφέα: Ο Χαράλαμπος Πίσχος είναι Ψυχολόγος, με εξειδίκευση στην Υπαρξιακή Συστημική Ψυχοθεραπεία και κατέχει επίσης πτυχίο Κοινωνικού Λειτουργού. Είναι Επιστημονικός Υπεύθυνος στο Ψυχολογικό – Θεραπευτικό Κέντρο «συναίσθηση«, στο οποίο παρέχονται υπηρεσίες ατομικής και ομαδικής θεραπείας, θεραπείας ζεύγους, οικογένειας, παιδιού και εφήβου. 

Βιβλιογραφία:
Ο υπαρξισμός στην Ψυχοθεραπεία, Mick Cooper
H αναζήτηση του ανθρώπου για τον εαυτό του, Rollo May

Πηγή

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s